31 Δεκεμβρίου 2014

Μια Άγνωστη Ταυτότητα, ένας Φίλος και ό,τι Δεν Πρόλαβαν Ποτέ...


Καναδάς 1833.
Κεμπέκ, Μόντρεαλ.
Χειμώνας.



    Ήταν μαζί απ' τα 20 μ' έναν ανεξίτηλο έρωτα να τους περιβάλει την κάθε μέρα που ξημέρωνε.. Πλέον είχαν μετακομίσει στο σοφό βουνό, όπως το έλεγαν, σε μια μικρή καλύβα, μερικά χιλιόμετρα έξω απ' το χωριό στο οποίο είχε μεγαλώσει εκείνη.. Ολομόναχοι. Ήταν φιλήσυχοι και απλοϊκοί άνθρωποι, δε θα άντεχαν τα τόσα βλέμματα και την περιέργεια των ανθρώπων αν έμεναν παραπάνω εκεί.. Η φυγή τους στο γαλήνιο αυτό βουνό ήταν προσχεδιασμένη απ' τις μέρες της γνωριμίας τους.. Αυτός δεν είχε παρελθόν εδώ και πολλά χρόνια.. Η μνήμη του τον είχε εγκαταλείψει από τη μέρα του ατυχήματος... Οι πραγματικοί του γονείς και οι ρίζες του παρέμεναν ένα δεδομένο πια μυστήριο.. Ποτέ του όμως δε θα μπορούσε να ξεχάσει εκείνο το ατίθασο μαύρο άλογο και την αφέλεια της νεανικής του ηλικίας...
    Εκεί, ο Τακκ όπως τον φώναζαν, εργαζόταν ως ξυλοκόπος πουλώντας ξύλα στα χωριά τριγύρω και στην πόλη, ενώ η Βιολέτα αγαπούσε πολύ τα φυτά και ασχολιόταν με τις καλλιέργειες σπάνιων λουλουδιών και άλλων, ανακαλύπτοντας και δημιουργώντας κατά καιρούς διάφορα φυτικά βότανα.. Μια χειμωνιάτικη μέρα, καθώς συμμάζευε την αυλή περιμένοντάς τον να επιστρέψει, τον είδε από μακριά να πλησιάζει κρατώντας με το ένα του χέρι το καρότσι με τα ξύλα και με το άλλο να έχει στην αγκαλιά του μια ιδιαίτερη παρέα.. Έμοιαζε με κουτάβι, μόνο που τελικά δεν ήταν απλά ένας σκύλος. Όταν πλησίασε κι άλλο σιγουρεύτηκε.. Δεν ήταν παρά ένα μικρό, παιχνιδιάρικο λυκάκι
!..
    "Το βρήκα στο δάσος, δηλαδή αυτό με βρήκε, καθώς έκανα ένα διάλειμμα για να ξεκουραστώ, καθισμένος κάτω από ένα δέντρο", είπε. "Πράγμα περίεργο για λύκο, διότι ήταν ολομόναχο και οι λύκοι κινούνται σε αγέλες, δεν τις συνηθίζουν τέτοιες μοναχικές βόλτες, ειδικά σ' αυτές τις ηλικίες", συμπλήρωσε. Πράγματι, ήταν πολύ μικρό.. Πως κατάφερε άραγε να χαθεί και να ξεμείνει έτσι μόνο του το καημένο, σκέφτηκε η Βιολέτα, καθώς το χάιδευε στοργικά στο κεφαλάκι του. "Θέλω να το κρατήσουμε, να μεγαλώσει μαζί μας", είπε με σοβαρό ύφος ο Τακκ.. Εκείνη τέντωσε τα μάτια της ξαφνιασμένη. "Μα, μα πως, είναι λύκος, δεν είναι τόσο απλό, θα είναι επικίνδυνο", είπε σαστισμένη. "Μη φοβάσαι γι' αυτό, θα το φροντίσω εγώ και θα μεγαλώσει μια χαρά", της είπε εκείνος προσπαθώντας να την καθησυχάσει.. Και έτσι και έγινε..
    Ο καιρός πέρασε και ο Λόουν, όπως τον ονόμασαν, μεγάλωσε παρέα με την αγάπη τους, χωρίς ποτέ του να δημιουργήσει κάποιο πρόβλημα. Σαν ένας πιστός, καλός φίλος δίπλα στον Τακκ, όπου κι αν πήγαινε, ό,τι κι αν έκανε.. Σαν το παιδί που ποτέ δεν είχαν... Μια μέρα όμως, όπως όλες τις άλλες, όπου οι δυο τους είχαν πάει στο δάσος, ένα απρόσμενο τηλεφώνημα ήρθε στο σπίτι. Ήταν από τους γονείς της Βιολέτας, οι οποίοι ήθελαν να τους ενημερώσουν πως είχαν λάβει ένα περίεργο γράμμα εκείνο το πρωινό από μία άγνωστη γυναίκα που ισχυριζόταν πως είναι η πραγματική μητέρα του Τακκ, αιτιολογώντας στο γράμμα τους λόγους για τους οποίους είχε εξαφανιστεί όλο αυτό το διάστημα και παρακαλώντας τους να επικοινωνήσουν και να κάνουν τις απαραίτητες εξετάσεις, ώστε να λυθεί επιτέλους αυτό το μυστήριο.. Η Βιολέτα ξαφνιάστηκε, σίγουρα δεν περίμενε μια τέτοια είδηση, μα χάρηκε κιόλας ταυτόχρονα, διότι γνώριζε πως αν όντως ήταν αλήθεια κάτι τέτοιο, θα χαροποιούσε ιδιαίτερα τον αγαπημένο της..
    Καθώς λοιπόν τους περίμενε να γυρίσουν για να μοιραστεί μαζί του τα ελπιδοφόρα νέα, παρατήρησε κάτι ανησυχητικό.. Είχαν περάσει ώρες από τη στιγμή που θα έπρεπε να είχαν επιστρέψει κανονικά και είχε πια αρχίσει να νυχτώνει.
"Μα τι στο καλό κάνουν τόσες ώρες? Απ' το πρωί είναι έξω, δε μπορεί ακόμη να κόβουν ξύλα!", σκέφτηκε. Έξω φυσούσε αρκετά και από μέρες χιόνιζε ασταμάτητα.. Ο νους της πήγε αμέσως στο κακό... Ντύθηκε πρόχειρα με ό,τι πιο ζεστό βρήκε και βγήκε έξω τρέχοντας, κλείνοντας απότομα την πόρτα πίσω της. Ευτυχώς δε χρειάστηκε να περιπλανηθεί για ώρα, ο αγαπημένος της ήταν κοντά.. Μα το ένστικτό της δυστυχώς δεν την πρόδωσε. Μόλις τον είδε πάγωσε για ένα δευτερόλεπτο βγάζοντας μια πνιχτή κραυγή, έτοιμη να ξεσπάσει σε κλάματα. Ήταν μόνος του. Το μπουφάν του και ο σκούφος του ήταν ξεσκισμένα σε κομμάτια, πεταμένα αριστερά και δεξιά βαμμένα στο κόκκινο και καλυμμένα από λευκό.. Αυτός, στο έδαφος, αναίσθητος και άσχημα τραυματισμένος, γεμάτος από λυσσασμένες δαγκωνιές.. Αμέσως, έτρεξε κοντά του να τον βοηθήσει, ουρλιάζοντας, μη μπορώντας να συγκρατήσει τα συναισθήματά της, με το πρόσωπό της ζωγραφισμένο από ατελείωτα δάκρυα, που διέσχιζαν άτακτα τα μαγουλά της και έπεφταν παγωμένα στο χιονισμένο έδαφος..
    Μέσα στην επόμενη ώρα βρισκόντουσαν ήδη στο νοσοκομείο του κοντινότερου χωριού, απ' όπου και είχε καλέσει βοήθεια νωρίτερα η Βιολέτα. Πράγματι, ήταν πληγές από δαγκωνιές λύκου, όπως επιβεβαίωσαν και οι γιατροί.
"Η κατάστασή του είναι πολύ κρίσιμη. Παλεύει για τη ζωή του με νύχια και με δόντια, όπως και εμείς άλλωστε, μα τίποτα δεν είναι σίγουρο ακόμα", είπε ο υπεύθυνος της ομάδας.. Τον είχαν μέσα στο δωμάτιο της εντατικής και αυτή, εκεί, στο χώρο αναμονής να πηγαίνει πάνω κάτω φουρτουνιασμένη, μη μπορώντας να ηρεμήσει και κοιτώντας συνεχώς το ρολόι.. Οι χτύποι του λεπτοδείκτη..οργισμένες σφυριές στ' αυτιά της.. Κάθε λεπτό που περνούσε έμοιαζε αιώνας για αυτήν.. Κάθε δευτερόλεπτο..χίλιες σκέψεις.. Μα δε μπορούσε παρά να περιμένει, να ελπίζει. Οι ώρες πέρασαν χωρίς καμία αλλαγή, χωρίς καμία βελτίωση. Η νύχτα είχε πλέον σκεπάσει για τα καλά το χωριό και τ' άστρα είχαν βγει για τη βραδινή τους βόλτα.. Πως θα μπορούσε να το κάνει ποτέ αυτό ο Λόουν μετά από τόσα χρόνια, μετά από ό,τι έζησαν μαζί? Πόσο πιο όμορφα θα ήταν όλα τώρα αν δεν είχε αφήσει τότε τον Τακκ να κρατήσουνε αυτόν το λύκο, σκέφτηκε.. "Είχα δίκιο, κάποια πράγματα δεν αλλάζουν, έτσι και ο Λόουν. Οι λύκοι είναι λύκοι και οι άνθρωποι άνθρωποι", είπε στον εαυτό της και έσφιξε τα δόντια της από θυμό και απογοήτευση..
    Τελικά η πόρτα άνοιξε, ο γιατρός βγήκε με αργά, φοβισμένα θα έλεγες, βήματα και την κοίταξε κατάματα..
"Λυπάμαι", είπε, "δυστυχώς είχε χάσει πολύ αίμα, δεν τα καταφέραμε. Λυπάμαι πολύ"... Η Βιολέτα έμεινε ακίνητη. Ένιωσε στιγμιαία τη γη να χάνεται κάτω απ' τα πόδια της. Πριν προλάβει να εκδηλώσει κάποια αντίδραση βρέθηκε στο έδαφος λιπόθυμη.. Αυτό ήταν. Όταν πια άνοιξε τα μάτια της ήταν πλέον στο σπίτι των δικών της, πίσω στο χωριό, μαζί με άλλους συγγενείς και φίλους.. "Πείτε μου πως ήταν όνειρο παρακαλώ! Πείτε μου πως δεν είναι αλήθεια!", εκλιπαρούσε τους πάντες γύρω της, μα δεν έπαιρνε απάντηση από κανέναν.. Όλοι κοιτούσαν σιωπηλοί. Δεν υπήρχαν πια λέξεις...
    Οι μέρες πέρασαν, η Βιολέτα γύρισε πλέον πίσω στο πατρικό της, μη έχοντας άλλη επιλογή και όλα εξελίχθηκαν όπως ήταν αναμενόμενο. Οι καλλιέργειες δεν είχαν πια νόημα για αυτήν.. Σαν τελευταία κίνηση, ως ένδειξη της αγάπης της, δεν έχασε άλλο χρόνο και αμέσως πήγε και βρήκε εκείνη την άγνωστη γυναίκα να την ενημερώσει για την τραγωδία του Τακκ και για να μάθει περισσότερα για αυτήν.. Μέσα στις επόμενες ημέρες έσπευσε να κάνει εκείνες τις εξετάσεις
DNA του αγαπημένου της, μιας και γνώριζε πως αυτό θα ήθελε και εκείνος. Παράλληλα δε, πήγε και για μία ακόμα εξέταση... Όταν τελικά βγήκαν τα αποτελέσματα πήγαν μαζί να τα παραλάβουν. Η αγωνία τους δεν περιγραφόταν. Ο γιατρός μόλις τις είδε τις αναγνώρισε και αμέσως πήγε να φέρει το φάκελο.. Επιστρέφοντας, κοντοστάθηκε λίγο, τις κοίταξε και χαμογέλασε.. Δεν ήταν ψέματα. Η γυναίκα δάκρυσε από συγκίνηση.. Τα πάντα ήταν αλήθεια, ήταν όντως η μητέρα του! Μια μητέρα που οι ατυχίες της ζωής δεν την άφησαν ποτέ να γνωρίσει το γιο της και τώρα που όλα πια είχαν ξεκαθαρίσει αυτός δεν ήταν εκεί να μοιραστεί τη χαρά μαζί της.. Όσο για το αίμα που κυλούσε στις φλέβες του άτυχου Τακκ, αυθεντικό Ινδιάνικο. Και όπως επιβεβαιώθηκε εκ των υστέρων, της φυλής των Μόχοκ.
    Λίγο αργότερα, μαζί με αυτά τα νέα, ήρθαν και τα αποτελέσματα της δεύτερης εξέτασης.. Διπλή η συγκίνηση. Δάκρυα χαράς πλημμύρισαν τα πρόσωπά των δύο γυναικών συνοδευόμενα στη συνέχεια από αγκαλιές και χαμόγελα. Τα αποτελέσματα βγήκαν θετικά, οι πόνοι επαληθεύτηκαν.. Μια μικρή ινδιάνικη καρδιά χτυπούσε πλέον στην κοιλιά της Βιολέτας... Τώρα πια θα είχε ένα νέο στήριγμά σ' αυτήν τη ζωή, δε θα ήταν μόνη της. Και παρά τα όσα συνέβησαν θα είχε ένα λόγο να ξανα-χαμογελάσει. Δυστυχώς ο Τακκ δεν πρόλαβε ποτέ να μάθει... Όπως και η Βιολέτα δεν πρόλαβε ποτέ ν' ακούσει για τη μάταια προσπάθεια του Λόουν να προστατέψει τον Τακκ με αντάλλαγμα ακόμα και τη ζωή του, τη στιγμή που εμφανίστηκε εκείνη η δολοφονική αγέλη των τεσσάρων λύκων...
    Ο Τακκ μπορεί να έφυγε πλέον για εκείνη, μόνος και αβοήθητος..μα ο ίδιος ήξερε πως, εκεί που πήγε θα είχε ακόμη παρέα έναν παντοτινό φίλο...

25 Δεκεμβρίου 2014

Joe Cocker too... 1944-2014

Joe Cocker has passed away. Aged 70 after a battle with lung cancer.

Όλοι ένας ένας παίρνουνε σειρά λοιπόν.. Μαζεύονται εκεί πέρα, εκεί πάνω, μακριά, για τις ατελείωτες πια συναυλίες.. Κι εμείς μένουμε εδώ, με τις μουσικές τους ν' "ακούμε" ιστορία...
Πριν κάτι μέρες, την Κυριακή 21.12 ένας ακόμα μεγάλος κύκλος έκλεισε. Ο Joe Cocker έβαλε την τελεία του ενάντια στη μάχη με τον καρκίνο. Ηττημένος, αλλά στις καρδιές μας πάντα νικητής..

"Paul McCartney said: I was especially pleased when he decided to cover With A Little Help From My Friends and I remember him and (producer) Denny Cordell coming round to the studio in Savile Row and playing me what they'd recorded and it was just mind-blowing, totally turned the song into a soul anthem and I was forever grateful for him for doing that.
I knew him through the years as a good mate and I was so sad to hear that he had been ill and really sad to hear today that he had passed away.
He was a great guy, a lovely guy who brought so much to the world and we'll all miss him."

. . .
"Ο θάνατος δε σέβεται κανέναν, δεν έχει αξίες..
Στα μάτια του είμαστε όλοι ίσοι.."

30 Νοεμβρίου 2014

Δεν είναι εγωιστικό που θέλω να φεύγω και να πηγαίνω όπου το απαιτούν οι ανάγκες μου, χωρίς να υπολογίζω ποιους, και αν και τι (θα) μένει πίσω.. Εγωιστικό είναι να "απαιτώ" να μ' ακολουθείς συνέχεια, σε κάθε επιλογή μου. Και εσύ, κι εκείνος και ο όποιος...
Δε μπορώ να θάψω όνειρα για κανέναν, δε θα το έκανα..
Με συγχωρείς,
με συγχωρείτε.

19 Σεπτεμβρίου 2014

Μπλε Παγίδα


άμμος, σπασμένες ταμπέλες // σπίτια αριστερά δεξιά // τοπίο western // ησυχία. απόλυτη // τριγύρω κανείς // στο δρόμο μόνος, χαμένος // από που έρχομαι και που πάω?, σκεφτόμουν // κοιτάζω δεξιά μου // μονοκατοικία, παλιό ξύλινο σπίτι // πόρτα καινούρια, γερή - plexi glass // γυναίκα: κοντή, γυμνή - κρύο, ανοιχτό μπλε χρώμα δέρμα, άσπρα όχι φωτεινά μαλλιά, άσπρα επιβλητικά μάτια, μεγάλα νύχια // ανοίγει την πόρτα // καμία λέξη. μου γνέφει να μπω μέσα // πονηρό γέλιο... // αρνούμαι, απομακρύνομαι ελαφρώς // κλείνει την πόρτα // χάνεται μέσ' στο διάδρομο του χώρου που φαινόταν // όλα μπλε σε διάφορες αποχρώσεις // έκανα ένα βήμα μπροστά // περιέργεια // προσπάθησα να δω καλύτερα // ξανανοίγει την πόρτα απότομα // στέκει ακίνητη για δυο δεύτερα // απλώνει  αιφνιδιαστικά το χέρι της // με πιάνει, με τραβάει μέσα φιλώντας με // μετά το διάδρομο μπροστά δεξιά, ένας χώρος μόνο, άλλο τίποτα // όλα μπλε και λίγο λευκό // πισίνα // παγωμένο -αισθάνθηκα- νερό, άχνιζε! // θέλει να με βάλει μέσα // πλησιάζω συνειδητοποιώ/υποθέτω το παγωμένο νερό, κάνω πίσω // με πιάνει ξανά απ' το χέρι και με τραβάει μέσα // έπεσα, αφέθηκα // κρύο τελικά, όχι παγωμένο // μ' αγκαλιάζει, με φιλάει // χάνομαι στην παγίδα της // ενέδωσα, έχασα-ένιωσα // ξύπνησα.



28/9/13

30 Αυγούστου 2014

Perfection.

Μια ζωή προσπαθούσα ό,τι κάνω να το κάνω τέλεια. Τέλεια. Καλύτερα να μη γίνεται. Και "ευτυχώς" γι' αυτόν το σκοπό, η υπομονή μου ήταν πάντα "απέραντη".. Δεν το 'βαζα κάτω, προσπαθούσα ξανά και ξανά, μηδένιζα και ξανα-άρχιζα απ' την αρχή.. Και όλα μ' ένα σκοπό. Να τα κάνω τέλεια και να μείνουν.. Μουσική, ζωγραφική, χειροτεχνίες με το οτιδήποτε, κείμενα, παιχνίδια.. Ό,τι έκανα.. Όταν ήξερα δε, ότι δε μπορώ να φτάσω το τέλειο, πολλές φορές παρατούσα την προσπάθεια, ενώ άλλες δε ξεκινούσα καν.. Και πάντα κατέληγα -μετά από αρκετές προσπάθειες- στο συμβιβασμό (με την προϋπόθεση πως έφτασα πολύ κοντά), η στο παραμύθιασμα του εαυτού μου πως, τελικά το πέτυχα... Και να σου πω κάτι, στο κάτω κάτω, αυτό δε μετράει? Να σε πείσεις πως ήταν τέλειο. Πως είναι τέλειο.. Να είσαι υπερευχαρηστημένος με το αποτέλεσμά σου.. Η ψευδαίσθηση, η παραπλάνηση που δημιουργεί την τέλεια ψυχολογία, το τέλειο συναίσθημα..την ολοκλήρωση. Την επιβεβαίωση της επιτυχίας..
Όμορφα ψέματα.. Ένας άδικος κόπος όλα... Την τέλεια για σένα προσπάθεια, αυτό είναι που πρέπει να κάνεις. Τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο. Να δώσεις τον καλύτερό σου εαυτό και έπειτα να γνωρίζεις πως, εσύ, δυστυχώς, δε θα μπορούσες να το πας παραπέρα.. Και αυτό θα είναι ένας τέλειος επίλογος, να 'σαι σίγουρος.
Μου πήρε καιρό, μα κατάλαβα κι εγώ με τη σειρά μου πως, η τελειότητα δεν υπάρχει. Η τελειότητα είναι ιδέα. Είναι η απόδειξη και η επιβεβαίωση της ατελείωτης φαντασίας μας.. Είναι η ανάγκη μας να υπάρχει πάντα το κάτι καλύτερο, η ανάγκη μας για εξέλιξη... Αυτό
-και μόνο- που υπάρχει είναι η διάθεσή μας να υπήρχε η τελειότητα. Ο πόθος μας να μπορούσαμε να τη φτάσουμε και να την κατακτήσουμε.. Αυτό και μόνο.
Η διάθεση αυτή λοιπόν, για το τέλειο, πρέπει να είναι κινητήρια δύναμη, πρέπει να είναι το επόμενο βήμα, το βήμα μπροστά.. Όχι το ανεξέλεγκτο μικρόβιο που σου θολώνει την πορεία.. Όχι η μανία που δεν εκπληρώνεται ποτέ.. Πρέπει να την έχεις και να την ελέγχεις.. Και να τη σταματάς εκεί που νιώθεις πως τερματίζουν τα
"προσωρινά" σου όρια... Και πρέπει -έτσι- να υπάρχει. Γιατί αυτό είναι που θα σε πάει στο επόμενο σκαλοπάτι, που θα σε κάνει να δίνεις τον καλύτερό σου εαυτό και θα σε κάνει καλύτερο, την κάθε επόμενη φορά.. Αυτό είναι που πρέπει να καταλάβεις. Διότι μόνο τότε θα δεις τι πραγματικά είναι τέλειο.. Μόνο τότε θα εκτιμήσεις τη μαγεία της αυθεντικής τελειότητας.. Της τελειότητας του να ξεπερνάς κάθε φορά τον εαυτό σου και να πετυχαίνεις/κάνεις κάτι τέλεια όντας (πολλές φορές εξ αρχής) ημιτελείς.. Γιατί τελικά, αυτή μοιάζει να είναι η τελειότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, όχι?..
Τέλειος δεν είναι ο
Huang Guofu -και άλλοι τόσοι όμοιοι του- που ζωγραφίζει (καλύτερα από πόσους άλλους), ενώ έχει χάσει και τα δυο του χέρια? Τέλειος δεν ήταν ο Ray Charles -και πόσοι ακόμα μουσικοί με αναπηρίες- που έπαιζε το πιάνο που έπαιζε, τυφλός απ' τα 7 του? Και πόσοι αθλητές και άλλοι... Ατελείωτοι, κι όμως, τέλειοι.

12 Αυγούστου 2014

An Unknown Friend


   It was almost midnight.. He was sitting across from me and his friend was right next to me. Both around my age. At first I thought they were from Spain.. He was looking like a Spanish guy I used to know.. Well, they weren't...
   I got there incidentally, just before them and I finally decided to stay until I had to move out again.. I actually had a non-seat ticket, but I could still hope... An old lady moved into the cabin some minutes later asking us to help her with her things.. After that there was a pause of silence for a short while..
   The train was full already. Everyone was eagerly going up and down the aisles trying to find their seats or any seat and you could easily see through the windows that there was a bunch of people and baggage outside yet. One above the other, shouting and swearing, confirming a complete chaos.. Nothing unusual. Another guy moved into the cabin and took a seat next to the window staring thoughtfully outside.. Time passed midnight.. We were all waiting patiently for the sound of the moving wheels.. It was going to be a long trip...
Finally, it began.
   "You play music?", was his first words to me. Funny how music connects people in so many ways.. "I love classical music. I love Beethoven", he said. Then we talked about studies and shared our stories to each other... "We are from Syria", his friend told me, although he didn't speak English. "The country of war", they said and laughed...

. . .
   Things are getting worse there.. There is no future staying in Syria.. // I'm here trying to move to Germany.. There is work there and they will accept us as refugees.. The only problem is...here, they don't let us leave the country, because we have war back to Syria.. // It's very hard for us to move to other countries because of this. // But we can't give up, there is no other way... // Our journey reaching Greece is 70% complete. So we can't stop now.. // First we moved to Lebanon, then to Turkey and now, here.. In Turkey I was almost in despair, I thought we would never reach Greece... // People always cheat on you when they know you are in need and from a country that has war.. They take your money promising that they will help you in some way to move to the next country and then one day they disappear.. // Back in Lebanon they abuse us until they finally let us make it to Turkey. And there, a good guy helped us right when I was about to give up and go back to Syria... //
   Before coming here I was in Crete, the island. Beautiful place.. I tried to fly to Germany with the airplane.. But when I got to the airport there was a policeman asking me to show him my passport. Then I showed him and he looked at it for a minute. He laughed. He said, that's not yours. I told him, "of course it's mine and now you should let me pass, because I have already bought tickets and I'm gonna lose the flight".. He looked at me and then the passport again. He said, that's not yours and I'm sure you took this from Omonia Square. I told him that he was wrong and that I didn't know where or what Omonia is, but he laughed again.. He said, "I can't let you pass". I looked at him without saying anything for a while. Then I told him the truth. That the passport was fake, that I was from Syria and everything. And I told him that he had to let me pass. "I must go to Germany to finish my studies, I can't go back to Syria, I can't go back to war".. Well, he said, "I understand your situation, but I can't let you go, I'm sorry". Then he moved me outside the airport and he gave me a cigarette to smoke on our way out. I was smoking and thinking.. I knew it was all over and that I had to try again from zero.. // The next hours they brought me back to Athens.. // Police got my friend in Albania too some days ago... // But we won't give up. // And now we are going to Thessaloniki to try other ways.. To try in any way we can, until we make it to Germany.. //
   Some people feel that that's too much for them to continue. Some give up and go back, crying with their families, waiting to die. Some people already died jumping in the sea, while they were in ships trying to move to Italy. // I don't wanna go back. // I will try and try and try, until I make it. And I hope God will help me too. // I got 3 brothers and 1 sister back there.. I'm their hope.. // I gotta go to Germany to finish my studies and help my family... //

   ..."I'm planning to go to Germany too after I finish my studies here", I said. He looked at me nodding his head and said, "Then do. For you is much easier than me. Don't lose time.". "How long will you stay here?", I asked.. "I got 1 month to make it. Then, money... So I'll be there by then. I have to.."... The voice announced the next train station.. "Maybe we'll meet each other again in Germany some day, at your concern", he said and smiled...
   We had almost reached Thessaloniki.. The new dawn was already waiting for us there.. He tried to light a cigarette, but a woman warned him not to, shouting from the next cabin.. Although, two others were already smoking in the aisle, near us.. "Life is unfair.", he said. "Life is fair, people are not.", I corrected him joshing. He laughed.
   We were there... "Goodbye my friend, we have to go", he said a while after the train stopped.. We shook hands hastily and wished each other good luck as they were leaving.. I saw him one last time at the train station as I randomly passed next to him. I waved goodbye and kept walking.. He seemed like he wanted to say something, but he didn't got the chance, I never learned...

- He was 26 and his friend was 24. -

16 Ιουλίου 2014

Τίποτα Δεν Είναι.

Έτρεχα. Ήμουν μόνος -νόμιζα- σ' ένα μεγάλο "κλειστό" χώρο, ένα ατελείωτο κτίριο γεμάτο ερείπια.. Γκρεμισμένοι τοίχοι και ταβάνια αριστερά και δεξιά παντού.. Ιδέες από ξύλινα έπιπλα και πόρτες, πνιγμένα στους σοβάδες, τα τσιμέντα και τους καπνούς της καταστροφής.. Όπου και να κοιτούσες, βασίλευε η οργή της φρίκης, η οργή των ανθρώπων.. Σίγουρα ανθρώπων. Και έξω, συμπλήρωνε το τοπίο ένα τρομακτικά ήσυχο, γκρι απόγευμα.. Ούτε φωνές, ούτε αυτοκίνητα, λες και είχε παγώσει ο χρόνος.. Και εγώ εκεί, ακόμη έτρεχα. Έτρεχα να βρω διέξοδο, να βρω νόημα, σ' όλο αυτό το, κάποτε κάτι..
Κάποια στιγμή, ένας τοίχος στ' αριστερά μου έσκασε.. Τσιμεντόλιθοι πετάχτηκαν παντού.. Αμέσως φωνές, βήματα από αρβύλες και πυροβολισμοί δημιούργησαν ένα καινούριο ηχοτοπίο, το οποίο δεν άργησε να συμπληρώσει και η εικόνα.. Πρέπει να ήταν πάνω από είκοσι.. Ήταν στρατιώτες. Στρατιώτες σε περίοδο πολέμου.. Ξαφνιάστηκα. Τρομαγμένος έκανα μερικά βήματα πίσω.. Πέρασαν βιαστικοί από μπροστά μου κατευθυνόμενοι κάθετα,
(προς τα δεξιά μου) σε μια τρύπα που φαινόταν να οδηγεί στο πουθενά.. Ούτε που με κοίταξαν, λες και δεν υπήρχα, λες και αυτοί δεν ήταν όντως εκεί...
Ένιωθα πως δεν είχα χρόνο για χάσιμο. Συνέχισα και εγώ το δρόμο μου σαν να μην τους είδα ποτέ.. Λίγο παρακάτω μια δεύτερη ομάδα στρατιωτών εμφανίστηκε με τον ίδιο αιφνιδιαστικό τρόπο, πάλι απ' τ' αριστερά μου, μα τώρα ήταν πίσω μου.. Από που έρχονται και που πάνε όλοι, σκέφτηκα.. Οι πυροβολισμοί σταμάτησαν τη σκέψη μου στη μέση πριν προλάβω να μου δώσω απάντηση.. Αυτοί μπορεί να μην υπήρχαν, όμως οι σφαίρες τους έμοιαζαν αρκετά αληθινές για οποιοδήποτε ρίσκο.. Έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα προσπαθώντας να κρυφτώ μέσα σ' εκείνον το σκοτεινό διάδρομο στον οποίο βρισκόμουν και με την πρώτη καλή ευκαιρία έστριψα αριστερά για να χαθώ απ' το οπτικό τους πεδίο.. Τα κατάφερα. Όμως η τύχη μου δεν κράτησε για πολύ.. Έκατσα κάτω με την πλάτη στον τοίχο και το κεφάλι ψηλά για να πάρω μερικές κλεφτές, λαχανιασμένες ανάσες, όταν ξαφνικά ένα εκτυφλωτικό φως
-μάλλον από φακό- έλαμψε τόσο δυνατά, φωτίζοντας τα πάντα γύρω μου και αναγκάζοντάς με να κλείσω τα μάτια μου με τα δυο μου χέρια.. Το τρίτο κύμα στρατιωτών δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή του.. Αυτήν τη φορά από μπροστά μου.. Δεν πρόλαβα ν' αντιδράσω. Οι σφαίρες τρύπησαν το σώμα μου χωρίς προειδοποίηση, μα και ταυτόχρονα, τόσο προσεκτικά.. Δεν ένιωσα τίποτα. Απλώς έσβησα.. Το φως χάθηκε και τα πάντα μαύρισαν στιγμιαία... Το επόμενο δευτερόλεπτο βρισκόμουν πάλι πίσω στην αρχή.. Κοίταξα παραξενεμένος γύρω μου συνειδητοποιώντας πως τα πάντα ήταν ξανά στη θέση τους.. Λες και δεν είχε συμβεί τίποτα.. Και τα θυμόμουν όλα. Όμως πλέον οι ρόλοι είχαν αλλάξει.. Είχα χάσει την ευκαιρία μου.. Τώρα ήταν άλλος στη θέση μου. Και εγώ δίπλα, να παρακολουθώ. Το ίδιο σενάριο, την ίδια ταινία.. Το ίδιο τέλος(?)...
Ήταν ένας φίλος. Μόλις είχε έρθει -από 'κεί που ήρθα και εγώ- μαζί με κάτι άλλους άγνωστους που στέκονταν λίγο πιο πίσω.. Δε θυμάμαι ποιος ήταν, αλλά ήταν φίλος -ένιωθα-.. Τον χαιρέτησα και ανταλλάξαμε μερικές τυπικές κουβέντες λες και τα πάντα γύρω μας ήταν τόσο φυσιολογικά.. Έπειτα ξεκίνησε. Τον ακολούθησα. Έμενα σιωπηλός και περίεργος.. Ώσπου τελικά η περιέργειά μου λύθηκε πολύ σύντομα.. Τα πράγματα έγιναν όπως τα περίμενα.. Οι στρατιώτες εμφανίστηκαν ξανά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο στα ακριβώς ίδια σημεία.. Οι αντιδράσεις του ήταν οι ίδιες με τις δικές μου.. Μετά το πρώτο κύμα -καθώς πλησιάζαμε προς το δεύτερο- δεν κρατήθηκα, έτρεξα κοντά του προσπαθώντας κάπως να τον προειδοποιήσω, χωρίς όμως να θέλω να του πω τι ακριβώς θα γίνει..
"Πρόσεξε! Δεν μπορώ να σου πω πολλά, αλλά θα 'ρθούνε κι άλλοι τέτοιοι στρατιώτες σε λίγο μάλλον.. Είχα περάσει κι εγώ από 'δω, αλλά δεν τα κατάφερα, δεν ήξερα..", του είπα και έκανα πάλι πίσω μερικά βήματα.. Και τότε τον είδα να κατευθύνεται αμέσως προς τα δεξιά, σ' εκείνη την πόρτα στην οποία επρόκειτο να εισβάλουν οι στρατιώτες τις δεύτερης ομάδας.. Έμεινα ακίνητος. Όλως περιέργως δεν ανησύχησα ούτε στιγμή.. Περίμενα υπομονετικά να δω τι θα συμβεί.. Έσκυψε και γονάτισε μπροστά απ' την πόρτα και έβαλε τα χέρια του μπροστά απ' την κλειδαρότρυπα.. Δε μπορούσα να δω καλά τι ακριβώς γινόταν απ' το οπτικό μου πεδίο, μα φαινόταν σαν να ήξερε τι έκανε.. Σε λίγο σηκώθηκε και επέστρεψε σ' εκείνον το σκοτεινό διάδρομο συνεχίζοντας κανονικά την πορεία του.. Και εγώ τον ακολουθούσα πιστά, περιμένοντας παραξενεμένος να δω την εξέλιξη των πραγμάτων.. Το δεύτερο κύμα στρατιωτών δεν εμφανίστηκε ποτέ.. Ούτε και το τρίτο.. Ξαφνιάστηκα, όμως δεν είπα τίποτα.. Αυτός μάλιστα σε αντίθεση μ' εμένα έστριψε στ' αριστερά του, πολύ νωρίτερα απ' ό,τι είχα στρίψει εγώ και μπήκε σ' ένα τεράστιο δωμάτιο απ' το οποίο φαινόταν ξεκάθαρα έξω όλη η πόλη.. Και πρέπει να ήμασταν αρκετά ψηλά.. Μπορούσες να δεις χιλιάδες μικρά φωτάκια από 'κει πάνω.. Στους δρόμους, στις πολυκατοικίες.. Ήταν μια πανέμορφη εικόνα, καμία εντύπωση πολέμου η κάτι παρόμοιο..
Οι άγνωστοι για μένα φίλοι του ήταν εκεί, τον περίμεναν.. Όμως δεν ήταν μόνοι.. Λίγο πιο πέρα, -στα δεξιά μας μπαίνοντας- στεκόντουσαν μερικοί τύποι ακόμα.. Δεν μπορούσα να διακρίνω πρόσωπα, μα ήταν όλοι τους πολύ ψηλοί και απ' όσα μπορούσα ν' ακούσω μιλούσαν Γαλλικά μεταξύ τους.. Δεν μας έδωσαν σημασία, μόνο περίμεναν ακίνητοι, λες και ήξεραν... Κοντά τους, -μπροστά δεξιά απ' τη δική μας οπτική γωνία- στεκόταν και μία γιαγιούλα, μάλλον Γαλλίδα και αυτή.. Ήταν πολύ κοντή, καλοντυμένη, φορώντας και ένα πλεκτό πόντσο από πάνω, με περιποιημένα για την ηλικία της μαλλιά και περιφερόταν εκεί γύρω μόνη της, έχοντας ένα νεαρό, λευκό κανίς να την ακολουθεί από πίσω και που και που να χοροπηδάει γαβγίζοντας χαρούμενα.. Παρόλο που όλα έμοιαζαν τόσο φυσιολογικά πάνω της, εγώ ένιωθα ένα ανεξήγητο συναίσθημα, το οποίο ήμουν πεπεισμένος πως πήγαζε από την παρουσία της εκείνη τη στιγμή στο χώρο.. Το βλέμμα μου είχε καρφωθεί πάνω της για τα επόμενα δευτερόλεπτα, όταν ξαφνικά, ένας απρόσμενος ήχος άρχισε να πλησιάζει απότομα και απειλητικά προς το μέρος μας από το πουθενά..

Έτρεχαν.. Έμοιαζαν οργισμένοι.. Πρέπει να ήταν καμιά δεκαριά, ντυμένοι με φαρδιά, πολύχρωμα ρούχα και ινδικά τουρμπάνια στα κεφάλια τους.. Οι περισσότεροι, στο ένα τους χέρι κρατούσαν καραμπίνες, ενώ άλλοι γυαλιστερά, καλοσχεδιασμένα σπαθιά και στο άλλο τους χέρι φυσικά, είχαν τα χαλινάρια... Δεν προλάβαμε να κάνουμε και πολλά, όταν σύντομα τα χλιμιντρίσματα και οι καλπασμοί σταμάτησαν και όλοι ένας-ένας κατέβηκαν απ' τ' άλογά τους και στήθηκαν προσοχή μπροστά αριστερά μας.. Μα τι έκαναν τόσα άλογα μέσα σ' ένα τέτοιο κτήριο, σκέφτηκα.. Ένας απ' αυτούς -πιθανότατα ο αρχηγός τους- μας πλησίασε με αργά και σταθερά βήματα, χαϊδεύοντας το τεράστιο μουστάκι του και προστάζοντάς μας όλους να μαζευτούμε σ' ένα σημείο.. Σταμάτησε μπροστά μου. "Είμαστε Τούρκοι", φώναξε στα ελληνικά.. "Ελάτε γρήγορα τώρα, θα σας πάμε κάπου όπου θα πρέπει να μείνετε εκεί", συνέχισε.. "Θα μας σκοτώσετε", μου ξέφυγε εμένα σιγανά από φόβο.. Γύρισε και με κοίταξε κατάματα σιωπηλός για ένα δευτερόλεπτο. Σήκωσε την καραμπίνα του και τη στήριξε στο στήθος μου, ακριβώς κάτω απ' το λαιμό.. "Αν ήθελα να σας σκοτώσω θα μπορούσα να το κάνω εδώ και τώρα", είπε.. "Θα πρέπει απλώς να μείνετε για λίγο εκεί που θα σας πάμε για να μη δημιουργήσετε κανένα πρόβλημα", συμπλήρωσε και έπειτα επέστρεψε στο άλογό του για να μας οδηγήσει..
Η διαδρομή κράτησε όσο ένα κουρασμένο βλεφάρισμα.. Την επόμενη στιγμή βρισκόμασταν σ' ένα σπίτι.. Έμοιαζε με το σπίτι μας στη Θεσσαλονίκη, όμως αυτήν τη φορά σίγουρα δεν ήταν σπίτι μας.. Ήταν η καινούρια μας πολυτελέστατη φυλακή. Με όλα της τα έπιπλα και τις ανέσεις, όπως σ' ένα κανονικό σπίτι.. Μας κλείδωσαν εκεί και έφυγαν δίχως να πουν τίποτα.. Έριξα μια βιαστική ματιά στους ανθρώπους γύρω μου.. Ήταν όλοι παρόντες..  Ο φίλος μου, η παρέα του, οι Γάλλοι, η γιαγιά και μερικοί ακόμα άγνωστοι, αιχμάλωτοι και αυτοί προφανώς.. Καθόντουσαν όλοι στη σαλοκουζίνα και οι περισσότεροι μιλούσαν μεταξύ τους, χωρίς κανείς τους να έχει πραγματικά όρεξη για κουβέντα.. Δεν είχα καμία δουλειά σ' αυτό το μέρος, έπρεπε να βρω τρόπο να φύγω το συντομότερο από 'κεί ένιωθα..

Τα επόμενα δευτερόλεπτα κατευθύνθηκα προς την -ας πούμε- κρεβατοκάμαρα του πατέρα μου η οποία έμοιαζε πιο ήσυχη.. Τότε είδα κάτι που με ξάφνιασε.. Ήταν ο αδερφός μου, ο οποίος κοιμόταν στο κρεβάτι αραχτός και απαθέστατος, έχοντας στα πόδια του το μικρό κανίς που είχα δει νωρίτερα.. Μα καλά, τι κάνει εδώ και πως μπορεί να κοιμάται μια τέτοια ώρα, σκέφτηκα.. Τους πλησίασα προσεκτικά, μα το σκυλάκι, πριν καλά καλά προλάβω να κάνω βήμα, ξύπνησε.. Άνοιξε τα μάτια του και με κοίταξε με μια δόση απορίας, σηκώνοντας απότομα το κεφάλι του.. Περίμενε εκεί. Κόντεψα κι άλλο και δίχως να το σκεφτώ, άπλωσα το χέρι μου με μια περίεργη διάθεση να το χαϊδέψω.. Λες και δεν ήμουν εγώ, λες και το χέρι μου πήγαινε από μόνο του.. Δεν κουνήθηκε καθόλου. Μόλις το ακούμπησα άρχισε σταδιακά να συρρικνώνεται, ώσπου τελικά έγινε τόσο δα, όσο ένα σοκολατάκι ferrero rocher -ίσως και λίγο μικρότερο- και το πήρα στο χέρι μου, κρατώντας το σαν μπιμπελό, ανάμεσα στο δείκτη και τον αντίχειρα.. Το σήκωσα ψηλά, στο ύψος του κεφαλιού μου, και έμεινα εκεί για λίγο, κοιτώντας το τόσο παραξενεμένος -και ελαφρώς, τρομαγμένος θα έλεγες- να κουνάει τα ποδαράκια του και το κεφάλι του πάνω κάτω σε slow motion, σαν να ήθελε να ξεφύγει και ν' αρχίσει να τρέχει.. Το κοίταζα τόσο απορημένος, δε μπορούσα να καταλάβω, τίποτα δεν έβγαζε νόημα.. Το περίεργο αυτό γεγονός ήρθε να διακόψει εκείνη τη στιγμή η γνωστή γιαγιάκα, η οποία είχε αρχίσει να μου φαίνεται πολύ ύποπτη... "Όλα εντάξει?", ρώτησε -στα ελληνικά πάντα- μ' ένα ήρεμο και γλυκό τόνο στη φωνή της μπαίνοντας.. Απορροφημένος απ' το μυστηριώδες κανίς εγώ, της απάντησα αδιάφορα "όλα μια χαρά, ναι" χωρίς καν να πάρω το βλέμμα μου από πάνω του.. Δεν θυμάμαι να ξανα-μίλησε.. Αμέσως μετά άκουσα τα αργά και βαριά της βήματα που μαρτυρούσαν την έξοδο της απ' το δωμάτιο.. Κάτι πολύ περίεργο συμβαίνει εδώ πέρα, σκέφτηκα, συνεχίζοντας να περιεργάζομαι το κανίς.. Ήμουν πια σίγουρος πως έπρεπε να ξεφύγω απ' όλο αυτό άμεσα.. Άφησα το -ας πούμε- σκυλάκι στο κρεβάτι και έκανα μερικά αγχωμένα βήματα προς τα πίσω, ακουμπώντας με την πλάτη και τα χέρια στον τοίχο.. Και τότε, κάτι απρόσμενο συνέβη και πάλι..
Ένιωσα ένα κομμάτι του τοίχου -σε σχήμα μικρής πόρτας- ακριβώς πίσω μου, να υποχωρεί και σιγά σιγά να βυθίζεται σιωπηλά στο ξύλινο πάτωμα.. Ούτε δονήσεις, ούτε θόρυβος.. Τινάχτηκα απ' την τρομάρα μου και γύρισα κοιτάζοντας πίσω μου.. Το κομμάτι το οποίο βυθιζόταν και τα πλαίσια γύρω απ' αυτό είχαν αλλάξει πλέον υφή, παίρνοντας τη μορφή κορμού δέντρου και χρώματος καφέ.. Σύντομα, είχε ανοίξει μια στενή, μαύρη τρύπα, κάτι σαν μυστική είσοδος, η οποία έμοιαζε να οδηγεί στο κενό, καθώς δε μπορούσες να διακρίνεις τίποτα στο βάθος.. Δεν έχασα άλλο χρόνο.. Χωρίς δεύτερη σκέψη μπήκα στο
"δέντρο" θεωρώντας το ως μοναδική διέξοδο της μυστήριας αυτής φυλακής.. Αμέσως η είσοδος έκλεισε πίσω μου και μ' έπνιξε το απόλυτο σκοτάδι.. Έμεινα μερικά δευτερόλεπτα ακίνητος, όταν ξαφνικά ένα φαναράκι άναψε στα δυο μέτρα μπροστά αριστερά μου και έδωσε μορφή στο χώρο...
Ήταν στη γωνία, καθισμένος κάτω, με τα χέρια του πιασμένα γύρω απ' τα γόνατά του και το κεφάλι του σκυμμένο να κοιτάζει το έδαφος.. Φορούσε κι ένα μακρύ, κόκκινο σκουφί, το οποίο θύμιζε τους κλασσικούς νάνους των παραμυθιών, μόνο που αυτός έμοιαζε πιο πολύ με καλικάντζαρο θα έλεγες.. Ήταν μικροκαμωμένος, κοκαλιάρης και το μόνο που μπορούσα να διακρίνω απ' το πρόσωπό του ήταν πως είχε μεγάλη, λεπτή και κυρτή μύτη.. Και το φαναράκι ήταν εκεί, ανάμεσα στα πόδια του, με τη φλόγα να τρεμοπαίζει ανά στιγμές, πιθανότατα απ' την ανάσα του.. Δεν είπε κουβέντα, ούτε που γύρισε να με κοιτάξει.. Έμοιαζε σκεπτικός, παγωμένος, σχεδόν ψεύτικος.. Δεν έδωσα περαιτέρω σημασία.. Έριξα μια ανιχνευτική ματιά γύρω μου, εξετάζοντας προσεκτικά το μέρος με το λιγοστό φως που υπήρχε..
Ήταν ένας μικρός, χαμηλοτάβανος χώρος, περίπου όσο μια φυσιολογική τουαλέτα γκαρσονιέρας.. Και η μόνη έξοδος από 'κεί, ήταν ένα στενό μονοπάτι ευθεία μπροστά
(όπως κοιτάς μπαίνοντας).. Μα το πιο περίεργο απ' όλα, δε μπορούσες να διακρίνεις από τι ήταν φτιαγμένο όλο αυτό.. Τα πάντα ήταν καλυμμένα από πυκνό κισσό, μέχρι και το ταβάνι!.. Τα πάντα εκτός από το χωμάτινο έδαφος.. Πλέον είχα την αίσθηση πως όντως βρισκόμουν μέσα σε δέντρο..
Και τότε ξαφνικά, μια αιωρούμενη, λευκή μπάλα φωτός με μικρά, διάφανα φτερά εμφανίστηκε απ' το βάθος του μονοπατιού και σταμάτησε ακριβώς κάτω απ' το κατώφλι του, ανακατεύοντας άτακτα τον αέρα επί τόπου, σαν να ήθελε κάτι να πει.. Ήταν μικρή, όσο ένα μήλο, και έμοιαζε με κάποιο σπάνιο -αν όχι ανύπαρκτο- είδος πεταλούδας.. Ένιωσα την ανάγκη να την πλησιάσω, να την ακολουθήσω.. Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα ένα πολυαγαπημένο μου βιντεοπαιχνίδι που έπαιζα όταν ήμουν μικρός για χρόνια και πολύ σύντομα συνειδητοποίησα πως, αυτή η φωτεινή πεταλούδα ήταν ίδια η νεράιδα-πλοηγός του βασικού ήρωα... Αμέσως μετά κοίταξα τον εαυτό μου.. Αυτό ήταν. Όπως το περίμενα.. Τα ρούχα μου είχαν αλλάξει και πλέον φορούσα τη χαρακτηριστική πράσινη ενδυμασία του πρωταγωνιστή, μετατρέποντας το παιχνίδι σε πραγματικότητα.. Μια αυθεντική προσομοίωση
! Οι επόμενες κινήσεις ήταν πια αναμενόμενες.. Η αφύσικη μπάλα φωτός πέταξε βιαστικά πίσω στο μονοπάτι απ' το οποίο είχε εμφανιστεί και εγώ την ακολούθησα δίχως άλλη επιλογή..
Ήταν τόσο σκοτεινά και στενά εκεί μέσα, ίσα που χωρούσε ένας άνθρωπος. Και όσο πιο βαθιά μπαίναμε, τόσο πιο πολύ συμβιβαζόμουν με την ιδέα πως δε θα υπήρχε ο δρόμος της επιστροφής.. Ό,τι προσπερνούσαμε χανόταν πίσω μου στο απόλυτο σκοτάδι.. Παγιδευμένος πια στο ψυχρό και αποπνικτικό αυτό λαβύρινθο, η μόνη μου ελπίδα ήταν αυτή η
"πεταλούδα", η οποία -ευτυχώς για μένα- φαινόταν να ξέρει καλά που πηγαίνει.. Όμως δεν έδειχνε να έχει χρόνο για χάσιμο.. Προσπαθούσα να την προλάβω, αλλά μάταια.. Πετούσε γρήγορα και ασταμάτητα.. Μόνο σε κάθε διακλάδωση, σταματούσε στιγμιαία -έμοιαζε να θέλει να επιβεβαιώσει πως δεν την έχω χάσει- και έπειτα συνέχιζε και πάλι φουριόζα τη διαδρομή της..
Δεν πέρασε πολύ ώρα όταν ξαφνικά βρεθήκαμε σ' ένα περίεργο δωμάτιο.. Ήταν ένας ψηλοτάβανος χώρος -για την ακρίβεια ήταν τόσο ψηλό το ταβάνι που δεν φαινόταν καν- και ενδιάμεσα, στο κέντρο του δωματίου, είχε κάτι σαν βιβλιοθήκες, με βιβλία πνιγμένα στον κισσό, οι οποίες χώριζαν το δωμάτιο σε διαδρόμους, όπως στα σούπερ μάρκετ ένα πράγμα.. Και κάπου στο ενδιάμεσο του κάθε διαχωριστικού, ξεπρόβαλαν μικρά φωτάκια μέσα απ' το πράσινο, όχι πολύ δυνατά, ίσα ίσα να επιδεικνύουν την παρουσία τους και να δίνουν μια περίεργη ατμόσφαιρα στο χώρο..
Την είδα να στρίβει βιαστικά σε μια στενή διέξοδο στ' αριστερά μου,
(χωρίς αυτήν τη φορά να σταματήσει καθόλου) μέχρι που τελικά την έχασα απ' το οπτικό μου πεδίο.. Εγώ είχα μείνει εκεί, μαγεμένος και γεμάτος απορία για την ύπαρξη του μυστήριου αυτού μέρους.. Ποιος θα έχτιζε κάτι τέτοιο μέσα σ' ένα δέντρο!?.. Έκανα μερικά αργά βήματα προς τα μπρος κοιτώντας αναλυτικά το χώρο, με το κεφάλι ψηλά και το στόμα μισάνοιχτο, όπως ο τουρίστας περιεργάζεται με τα μάτια του τα άψυχα πετρώματα, πριν αρχίσει να πυροβολεί τα πάντα γύρω του με τη φωτογραφική του μηχανή.. Και τότε ξαφνικά, ένας απόκοσμος ήχος αφύπνισε τη μέχρι τότε απόλυτη σιωπή..
Ήταν κάτι σαν μια βεβιασμένη προσπάθεια για εισπνοή, κάποιου που μόλις είχε επιστρέψει στη ζωή.. Τρόμαξα. Τα πόδια μου ακινητοποιήθηκαν αυτόματα και τ' αυτιά μου τεντώθηκαν σαν κεραίες.. Ύστερα από λίγο ξανα-ακούστηκε.. Δεν ήταν ιδέα μου.. Έμοιαζε να βγαίνει απ' τα βάθη μιας σπηλιάς.. Και όμως, ήμουν σίγουρος πως ήταν κάπου πολύ κοντά μου.. Φοβόμουν να κουνηθώ.. Περίμενα υπομονετικά.. Αμέσως μετά, βήματα από κάποιον/κάτι που έσερνε τα πόδια του σε ρυθμούς χελώνας, άρχισαν να πλησιάζουν απειλητικά μαζί με τον περίεργο αυτό ήχο.. Το αφύσικο πλάσμα δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή του.. Σε λίγα δευτερόλεπτα, ένα γιγάντιο δύσμορφο τέρας ξεπρόβαλε απ' το τέλος του διαδρόμου στον οποίο βρισκόμουν..
Το πρόσωπό του ήταν ανύπαρκτο.. Δε θυμάμαι να είχε μύτη, ούτε πολλά μαλλιά και οι κόγχες των ματιών του έμοιαζαν σαν δυο μεγάλες, μαύρες τρύπες, λες και δεν υπήρχαν μάτια
!.. Το στόμα του ήταν μεγάλο και τραβηγμένο προς τα κάτω στις πλευρές, ξεχειλωμένο θα έλεγε κανείς μονολεκτικά.. Δόντια και γλώσσα δε φαινόταν να έχει.. Ένα μαύρο κενό και εκεί.. Με ύψος πάνω από δυο μέτρα, ντυμένο με κάτι ξεσκισμένα κουρέλια και σκυμμένο μπροστά λόγω καμπούρας, το ανθρωπόμορφο θηρίο, κυριολεκτικά, σερνόταν προς το μέρος μου, σε μια απελπιστική προσπάθεια να με φτάσει, κουνώντας ταυτόχρονα σπασμωδικά το κεφάλι του ανά διαστήματα -όπως το καταδικασμένο ψάρι που μόλις έχει μπει στον κουβά του τυχερού ψαρά-..
Έκανα δυο βήματα προς τα πίσω χωρίς να πάρω τα μάτια μου από πάνω του και τότε ξαφνικά, εκείνη πετάχτηκε μπροστά μου
!... Ήταν η ίδια γιαγιά που είχα συναντήσει και νωρίτερα, κατά τη διάρκεια της τούρκικης αιχμαλωσίας μας.. Μόνο που αυτήν τη φορά είχε πολύ πιο σοβαρό και αποφασιστικό βλέμμα στα μάτια της.. Φύγε τώρα, έμοιαζε να θέλει να μου πει, όταν την επόμενη στιγμή μου γύρισε την πλάτη και άρχισε να κουνάει προκλητικά ένα φαναράκι στα χέρια της, σαν να ήθελε να του αποσπάσει την προσοχή και να τον καθυστερήσει.. Παρ' όλη την αρνητική προδιάθεση που είχα γι' αυτήν, δεν έβλεπα άλλη επιλογή απ' το να συνεργαστώ.. Αμέσως, άρχισα να τρέχω προς το σκοτεινό μονοπάτι που είχε πετάξει και η νεραιδο-πεταλούδα, δίχως να κοιτάξω ξανά πίσω μου.. Αυτό ήταν. Σε λίγο έφτασα κιόλας σ' ένα νέο δωμάτιο, που έμοιαζε πολύ πιο ειρηνικό.. Ο ήχος του θηρίου και το ηχοτοπίο της μάχης είχαν πλέον εξαφανιστεί για τα καλά..
Αυτό το μέρος, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, μου προκαλούσε ασφάλεια.. Ήταν σε σχήμα
"Τ" και θύμιζε τυπική σαλοκουζίνα -σαλόνι στον κάθετο άξονα, κουζίνα στον οριζόντιο- μιας μεγάλης νανο-οικογένειας.. Τα πάντα ήταν ξύλινα και παντού τριγύρω υπήρχαν μικρά φαναράκια, καθώς και κάτι πετούμενα έντομα, κάτι σαν, "φωτολαμπίδες", όπως τις λέει και μια φίλη, όπου όλα μαζί προσέδιδαν μια μαγευτική ατμόσφαιρα στο χώρο.. Εδώ το ταβάνι ήταν πολύ πιο χαμηλό, σχεδόν κανονικού σπιτιού, και με εξαίρεση το μεγάλο, μακρόστενο τραπέζι στο σαλόνι και τις κάμποσες καρέκλες, τα πάντα ήταν σε αρκετά μικρότερο μέγεθος του φυσιολογικού.. Φυσιολογικά, και τι πάει να πει φυσιολογικά?...
Πλησίασα δειλά δειλά το τραπέζι, πάνω στο οποίο υπήρχαν δεκάδες λιχουδιές και πειρασμοί, έτοιμοι να με κερδίσουν.. Κάτι όμως μέσα μου, μου έλεγε πως δεν έπρεπε να φάω τίποτα από εκεί.. Κρατήθηκα. Την ίδια στιγμή άρχισε σταδιακά να συμπληρώνει την εικόνα και ο ήχος.. Ήταν ψίθυροι που έμοιαζαν να έρχονται από παντού.. Δε μπορούσα να εστιάσω σε κάποια πηγή.. Ήταν κάτι σαν κουτσομπολιά και ακαταλαβίστικα σχόλια, πιθανότατα για την άφιξη του νεόφερτου.. Κοίταξα ξανά γύρω μου, αυτήν τη φορά πιο προσεκτικά και τότε τους είδα.. Ήταν χωμένοι σε κάθε γωνιά του δωματίου, πολλές φορές και δυο-δυο. Δίπλα στα έπιπλα, πίσω από σακιά και από κούτσουρα, μπροστά απ' τα ντουλάπια της κουζίνας, παντού
!.. Ήταν μικροκαμωμένοι, με τα κλασσικά, ριχτά σκουφάκια τους, ντυμένοι όλοι στα κόκκινα και στα πράσινα και κουλουριασμένοι σε εμβρυακή στάση, σαν να φοβόντουσαν από κάτι.. Ίσως από εμένα, ποτέ δεν έμαθα.. Τα πρόσωπά τους δεν τα έβλεπα. Είχαν όλοι γυρισμένη την πλάτη, με φορά προς τον τοίχο.. Κανείς τους δε γύρισε να με κοιτάξει, ούτε και εγώ τους κόντεψα.. Δεν είχα λόγο να τους τρομάξω περισσότερο..
Τότε ήρθε να διακόψει -επιτυχημένα και πάλι- την αμηχανία της στιγμής η Γαλλίδα γιαγιάκα.. Πάντα στην ώρα της... Ξαφνιάστηκα, δεν περίμενα να την ξαναδώ μετά τα τελευταία.. Αμέσως με πλησίασε βιαστικά και πριν προλάβω να πω λέξη μ' έπιασε απ' το χέρι προσπαθώντας να με καθησυχάσει και με παρότρυνε να καθίσουμε στο τραπέζι να μιλήσουμε.. Έτσι και έγινε.. Καθίσαμε σε δυο καρέκλες -που για βάση τους είχαν κορμό δέντρου
!- σε μια γωνία του τραπεζιού και αφού σιγουρεύτηκε πως δεν υπήρχε πια κίνδυνος τριγύρω, άρχισε να μου μιλάει με μια ήρεμη και γαλήνια φωνή, λέγοντάς μου πως ήταν κάτι πολύ σημαντικό που ήθελε να μου πει, κάτι που έπρεπε να μάθω.. Εγώ ακόμη προσπαθούσα να καταλάβω τι είχε συμβεί.. Τώρα πια ήταν χαμογελαστή και πολύ πιο χαλαρή, δεν ήταν σε καμία περίπτωση η γιαγιά που μέχρι τώρα είχα γνωρίσει.. Για κάποιο όμως ανεξήγητο λόγο, ο τρόπος της μου ενέπνεε εμπιστοσύνη τώρα πια.. Χαμήλωσε τον τόνο της και με κοίταξε κατάματα μ' ένα σχεδόν πονηρό βλέμμα.. "Τα πάντα γύρω σου είναι ψευδαισθήσεις, τίποτα δεν είναι αληθινό", μου είπε.. Μετά σιωπή. "Τίποτα δεν είναι πραγματικό, τα πάντα είναι ψευδαισθήσεις", επανέλαβε.. Ξανά σιωπή. Είχα μείνει άφωνος. Ήμουν τόσο προσηλωμένος στα λόγια της, λες και με είχες υπνωτίσει...
Δε θυμάμαι πόση ώρα είχε περάσει ακούγοντάς την να επαναλαμβάνει τις ίδιες αυτές λέξεις.. Ψευδαισθήσεις.. Τίποτα.. Δεν. Πραγματικότητα.. Και πάνω που είχα αρχίσει να την πιστεύω... Κρίμα που δεν τελειώσαμε ποτέ αυτήν την κουβέντα.. Το ρολόι χτύπησε, 09:05, έπρεπε να σηκωθώ... Έκλεισα το ξυπνητήρι και έπειτα τα μάτια μου και πάλι...



27/2/14

29 Ιουνίου 2014

Chipaffy's Journey (Extended)

Και επιστρέφω μετά από κάμποσο καιρό λοιπόν, με μια αναδημοσίευση ενός παραμυθιού που είχα γράψει πριν χρόνια (2010), έχοντας προσθέσει σ' αυτό την αφήγηση! :) Και με μόνη ουσιαστική διαφορά το κλείσιμο.. Όλα αυτά, στα πλαίσια ενός μαθήματος που έχουμε στη σχολή ονόματι "Μουσική Παιδαγωγική Θεωρία και Πράξη" σαν τελική εργασία στην εξεταστική Φεβρουαρίου το 2013.. Δεν είναι κάτι ιδιαίτερο, αλλά αφού έκανα τον κόπο και το ετοίμασα τότε, είπα να το μοιραστώ και μαζί σας τώρα. :) Μπορείτε να δείτε και το original εδώ αν θέλετε. Καλή ακρόαση και καλό μας καλοκαίρι!

Μια φορά και έναν καιρό, σ' ένα μαγεμένο δάσος όπου βασίλευε η αγάπη, υπήρχε μια μικροσκοπική καλύβα στην οποία ζούσαν τρεις γέροι νάνοι και ένας πελεκάνος. Το δάσος αυτό δεν υπήρχε σε κανένα χάρτη, με αποτέλεσμα κανείς να μη μπορεί να ενοχλήσει τη γαλήνια ζωή των πλασμάτων που ζούσαν εκεί. Οι νάνοι λοιπόν, με τη βοήθεια του πελεκάνου, πραγματοποιούσαν ευχές στα ζώα του δάσους που τους χρειάζονταν...
Ένα κρύο βράδυ του χειμώνα ένα περίεργο γράμμα έφτασε στην πόρτα του φτωχικού τους. "Παρακαλώ πολύ, θα ήθελα ν' αποκτήσω ένα αδερφάκι", έγραφε. Ήταν σταλμένο απ' την οικογένεια κουνελιών, Πίτμπερρυ. Βέβαια, το γράμμα ήταν μάλλον από το μικρό, κίτρινο κουνελάκι Μπέννυ, που ήταν και το μοναδικό παιδί τους, αλλά οι νάνοι είχαν την υποχρέωση να πραγματοποιούν κάθε ευχή που τους ερχόταν. Έτσι, το επόμενο πρωί ο πελεκάνος ξεκίνησε με ένα σακούλι δεμένο στο δεξί του πόδι να πάει στην οικία Πίτμπερρυ. Μόλις έφτασε εκεί, το άφησε γρήγορα και αφού χτύπησε τρεις φορές την πόρτα έφυγε. Όταν όμως η μητέρα του Μπέννυ άνοιξε την πόρτα αντίκρισε κάτι που την ξάφνιασε... Αμέσως έτρεξε μέσα ν' ανακοινώσει τα νέα και στους υπόλοιπους. Ο Μπέννυ δεν μπορούσε να σταματήσει να χοροπηδάει απ' τη χαρά του και να κάνει κύκλους γύρω απ' το τραπέζι. Πρέπει να 'χει γίνει κάποιο λάθος, είπε η μητέρα σιγανά και άνοιξε το σακούλι πάνω στο τραπέζι. Αμέσως, τα χοροπηδητά σταμάτησαν. Έμειναν για λίγη ώρα σκεπτικοί όταν ακούστηκε η φωνή του πατέρα να λέει: "Όπως και να 'χει θα το κρατήσουμε. Δεν μπορούμε ν' αρνηθούμε ένα δώρο της φύσης."
Ήταν ένα μικρό πιθηκάκι που μάλλον είχε μπει κατά λάθος στο σακούλι που προοριζόταν για τους Πίτμπερρυ. Αυτό βέβαια είχε στεναχωρήσει λίγο το κίτρινο κουνελάκι στην αρχή, αλλά υποσχέθηκε να μάθει ν' αγαπάει τον Τσιπαφφί, όπως τον ονόμασαν, σαν να ήταν πραγματικός του αδερφός. Οι μέρες περνούσαν όμορφα και τα δύο αδερφάκια είχαν αρχίσει να δένονται όλο και πιο πολύ όσο μεγάλωναν. Μια μέρα όμως, ο μικρός Τσιπαφφί παρατήρησε κάτι που του δημιούργησε μία απορία. Κοιτάζοντας μια οικογενειακή φωτογραφία στο σπίτι είδε πως όλοι έμοιαζαν μεταξύ τους εκτός από αυτόν και αμέσως έτρεξε στη μητέρα του. Μαμά, εγώ γιατί δε μοιάζω μαζί σου, ρώτησε. Τότε η μητέρα του τον κοίταξε κατάματα με το πιο γλυκό της βλέμμα και μη μπορώντας να του πει ψέματα, του διηγήθηκε όλη την ιστορία απ' την αρχή... Ο Τσιπαφφί αρνήθηκε λίγο να το πιστέψει, αλλά ξανα-κοιτώντας την φωτογραφία κατάλαβε πως η μητέρα του του έλεγε την αλήθεια. Της χαμογέλασε και αφού την αγκάλιασε έφυγε σιωπηλός προς το δωμάτιό του. Το επόμενο πρωινό πήρε μια σοβαρή απόφαση. Θα έπαιρνε μερικά απαραίτητα πράγματα μαζί του και θα πήγαινε να βρει τους πραγματικούς του γονείς, χωρίς να το μάθει κανείς. Όμως δεν μπορούσε να πάει μόνος του σ' ένα τόσο μεγάλο ταξίδι, έπρεπε κάποιος να τον βοηθήσει. Και ήξερε ποιον μπορούσε να εμπιστευτεί. Πριν καλά καλά ξημερώσει λοιπόν, πήγε και ξύπνησε το Μπέννυ και του είπε βιαστικά το σχέδιό του... Ο Μπέννυ αγαπούσε τόσο πολύ το μικρό του αδερφάκι που δέχτηκε αμέσως. Έτσι, ξεκίνησαν να περιπλανιούνται μέσ' στο δάσος με πρώτο σκοπό να βρουν την καλύβα των νάνων..
Πέρασαν ώρες κάνοντας κύκλους χωρίς αποτέλεσμα και είχαν εξαντληθεί αρκετά, όταν για καλή τους τύχη πέτυχαν στο δρόμο τον πελεκάνο, ο οποίος τους έδειξε το δρόμο για το σπίτι των σοφών. Όταν έφτασαν εκεί, ο Τσιπαφφί μπήκε διστακτικά μέσα έτοιμος ν' αντικρίσει την όποια αλήθεια για το παρελθόν του. Οι σοφοί μόλις τον είδαν κατάλαβαν αμέσως το λόγο για τον οποίο τους είχε επισκεφτεί. Μπορείτε να μου πείτε που βρίσκονται οι αληθινοί μου γονείς, ρώτησε. Ο πιο γέρος απ' τους νάνους τότε του είπε με βροντερή φωνή: "Η απάντηση στο ερώτημα σου είναι άγνωστη. Οι πραγματικοί σου γονείς ζουν κάπου έξω απ' το δάσος και πέρα απ' τη θάλασσα. Πρέπει να ταξιδεύεις μήνες και μήνες κολυμπώντας αν θες να τους βρεις. Σου ζητούμε συγγνώμη για το λάθος που κάναμε τότε, αλλά αυτό είναι πέρα απ' τις δυνάμεις μας και δε μπορούμε να σε βοηθήσουμε περισσότερο. Καλή σου τύχη." Μόλις άκουσε αυτά τα λόγια ο μικρός Τσιπαφφί στεναχωρήθηκε πάρα πολύ και έφυγε απ' την καλύβα με σκυφτό το κεφάλι. Μη έχοντας άλλη επιλογή, τα δύο αδερφάκια πήραν το δρόμο της επιστροφής... Οι γονείς τους είχαν ανησυχήσει και μόλις τους είδαν έβαλαν τις φωνές, αλλά κανείς τους δεν είπε τίποτα για ό,τι συνέβη.
Πέρασε αρκετός καιρός απ' το γεγονός, αλλά ο Τσιπαφφί δεν το 'βγαζε απ' το μυαλό του. Και ένα πρωί κάτι ξαφνικό συνέβη στην οικογένεια Πίτμπερρυ. Έψαχναν παντού, αλλά ο Τσιπαφφί δεν ήταν πουθενά. Μα που να 'χει πάει, σκέφτηκε ο Μπέννυ, όταν ξαφνικά θυμήθηκε... Αμέσως, έτρεξε έξω απ' το σπίτι και έξω απ' το δάσος, εκεί όπου ξεκινούσε η θάλασσα. Και τότε τον είδε. Φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε, αλλά είχε ήδη φτάσει πολύ μακριά για να επιστρέψει πια. Και πλέον ο μικρός Μπέννυ δε μπορούσε να κάνει τίποτα. Ήξερε όμως ότι αυτό ήταν που πραγματικά ήθελε ο αγαπημένος του αδερφός. Έτσι λοιπόν, του ευχήθηκε καλή τύχη και καλό ταξίδι με όλη του την καρδιά και έμεινε να τον κοιτάζει μέχρι που χάθηκε στο φως του ήλιου...
Οι επόμενες ημέρες κύλησαν πολύ δύσκολα για το κίτρινο κουνελάκι και την οικογένειά του. Δεν ήταν δα και εύκολο να ξεχάσουν έτσι απλά τον Τσιπαφφί που τόσο αγάπησαν! Έπρεπε όμως να σεβαστούν την απόφασή του. Και έτσι έκαναν.
Και οι μήνες περνούσαν όταν μια περίεργη βροχερή νύχτα ο Μπέννυ ξύπνησε μέσ' στον ύπνο του ακούγοντας τη φωνή του μικρού του αδερφού να τον καλεί από μακριά! Πετάχτηκε πάνω και δίχως να το σκεφτεί πολύ έτρεξε με ορμή στην είσοδο του σπιτιού και άνοιξε την πόρτα. Δυστυχώς όμως δεν είδε τίποτα, απόλυτη ησυχία επικρατούσε στο δάσος. Μετά από λίγο, βγήκαν έξω και οι γονείς του που μόλις είχαν ξυπνήσει λόγο της φασαρίας και ανησύχησαν. Και τότε ξαφνικά, εμφανίστηκε! Ήταν ο Τσιπαφφί, αλλά δεν ήταν μόνος του. Είχε επιστρέψει μαζί με τους γονείς του! Ο Μπέννυ πέταξε απ' τη χαρά του και αμέσως έτρεξε να τον αγκαλιάσει. Ήταν ένα ταξίδι που έπρεπε να κάνω, μα τώρα γύρισα και δε θα σας αφήσω ποτέ ξανά, είπε το μικρό πιθηκάκι. Η βραδιά γέμισε χαμόγελα και μετά ακολούθησε οικογενειακό γλέντι που συνεχίστηκε μέχρι το ξημέρωμα! Την επόμενη μέρα δε, έχτισαν μια ακόμα καλύβα δίπλα ακριβώς στην οικεία Πίτμπερρυ και αποφάσισαν πως θα μείνουν εκεί όλοι μαζί, χαρούμενοι για πάντα! Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

19 Μαΐου 2014

Did you know...

Κάπου σ' ένα άρθρο -δεν θυμάμαι που- διάβασα:
Βλαβερό για την υγεία μπορεί να αποδειχτεί το χαμόγελο στη δουλειά, όταν αυτό είναι προϊόν εξαναγκασμού, όχι βεβαίως επειδή ο προϊστάμενος ή ο πελάτης το απαιτεί, αλλά επειδή σας καταπιέζει κι εσείς απλώς χαμογελάτε για να μην εκραγείτε. Ο καθηγητής Ντίτερ Ζαπφ, του Πανεπιστημίου Γκαίτε στη Φρανκφούρτη, μελέτησε 4.000 εθελοντές και διαπίστωσε ότι το βεβιασμένο χαμόγελο και οι καλοί τρόποι όταν δεν είναι αληθινοί αυξάνουν το στρες, με ό,τι αυτό μπορεί να σημάνει για την υγεία. Ο Γερμανός καθηγητής λέει μάλιστα ότι οι άνθρωποι που αναγκάζονται να χαμογελούν αντί να απαντήσουν στην πίεση, απ’ όπου κι αν αυτή προέρχεται, στο χώρο της δουλειάς θα πρέπει να κάνουν διαλείμματα, ώστε να βγάζουν τα αληθινά τους συναισθήματα και να μειώνεται έτσι το στρες τους.

Γι' αυτό χαμογελάτε με μέτρο, αλλιώς ξύλο στα κλεφτά οι υπάλληλοι μεταξύ σας, μπας και γλιτώσουμε το στρες! xD Τι άλλο θα μάθουμε σ' αυτή τη ζωή πια!.. Ορίστε κι ένα τραγουδάκι, έτσι για το καλησπέρα. :)

8 Μαΐου 2014

A Special Story

Και τι να πω μετά από τόσο καιρό, τι να ελπίζω μ' ένα τηλεφώνημα?
Και αν δεν έχει ακόμη τον ίδιο αριθμό?
Θα με θυμάται άραγε? Θα είναι ακόμη αυτή που ήταν, αυτή που θυμάμαι?
Μήπως εγώ έμεινα ο ίδιος..
Και αν δε θέλει να μου μιλήσει πια
? Αν δε θέλει να με θυμάται?
Θα είναι άραγε έτοιμη για ένα τέτοιο τηλεφώνημα? Θα είμαι?
Και αν τελικά δεν είναι η κατάλληλη στιγμή?.. Και πότε θα είναι?
Και τι θα πει κατάλληλη στιγμή...μετά από τόσο καιρό?
Μετά από 4 χρόνια έχεις πια συνηθίσει στην αποχή, στη σκέψη ότι έτσι είναι πια, έτσι θα είναι.. Όμως ποτέ δεν ήταν έτσι, όχι από μεριάς μου.. Και δεν έφταιξα τόσο, απλώς οι συνθήκες, οι καταστάσεις, όλα ήρθαν τόσο...λες και έπρεπε να εξαφανιστώ, λες και έπρεπε να χαθείς απ' τη ζωή μου.. Και πως να το εξηγήσω τώρα... Ο αδερφός μου κάποτε μου είχε γράψει: "Don't worry that much about the people in your past... There is always a reason they didn't make it to your future..." και είχε δίκιο. Έχει δίκιο, αλλά όχι εδώ, όχι σ' αυτήν την περίπτωση. Αυτή είναι αλλιώς, αυτή είναι ξεχωριστή.. Ξεχωριστή περίπτωση, ξεχωριστή ιστορία.. Είναι μια ιστορία βγαλμένη από ταινία που ακόμη δεν έχει δοθεί τέλος. Μια ιστορία στην οποία έγιναν λάθη. Έκανα λάθη. Λάθη που μετά από 4 χρόνια ελπίζω να μην είναι αργά για να διορθώσω...
"...που είσαι και έχεις χαθεί?...Θα περιμένω...", μου είχες γράψει μετά από μήνες στο τελευταίο mail.. Και οι μήνες έγιναν χρόνια.. Θα το θυμάσαι ακόμη άραγε εκείνο το "θα περιμένω"?...




...4 months later

30 Απριλίου 2014

Η βόλτα "τους"...


Κοίταξε μια φορά το κινητό του μπας και είχε καμιά κλήση, αλλά τίποτα.. Το ήξερε πως δε θα έχει.. Έπειτα κοίταξε την ώρα, έτσι για να πείσει τον εαυτό του πως δεν το έβγαλε απ' την τσέπη άσκοπα.. Άδικος κόπος, μετά από λίγο είχε ξεχάσει κιόλας τους αριθμούς που είδε.. Συνέχισε να κοιτάζει την υπέροχη θέα πέρα από τη θάλασσα "μέσα" από 'κείνο το περίεργο κτήριο, προσπαθώντας ταυτόχρονα ν' ακούσει μέσα του το πιο ταιριαστό για εκείνη τη στιγμή κομμάτι.. Μάταια, δεν το 'βρισκε, απέτυχε και σ' αυτό.. Σταμάτησε και άφησε τον εαυτό του ελεύθερο να σκεφτεί αυτό που ήθελε.. Αυτήν που ήθελε...
Το είχε κανονίσει από καιρό αυτό με τους εαυτούς του.. Δε θα προσπαθούσε ν' αποφύγει τίποτα ποτέ πια. Θα ζούσε ό,τι είχε ανάγκη να ζήσει, όπως είχε ανάγκη να το ζήσει.. Και αν δεν είχε διάθεση, δε θα προσπαθούσε του τη φτιάξει, θα σκεφτόταν αυτό που τον έτρωγε, μέχρι να μη θέλει πια να το σκέφτεται, μέχρι η ίδια η σκέψη να βαρεθεί να τον τρώει και να τον αφήσει.. Και έτσι και γινόταν.. Έτσι έγινε και τότε.. Μα ήταν μια χαρά πλέον, τον βοηθούσε αυτός ο τρόπος.. Και μ' αυτόν τον τρόπο είχε καταφέρει να την ξεπεράσει.. Όμως ώρες ώρες, ώρες όπως αυτήν, είχε την ανάγκη να κοιτάζει πίσω, είχε την ανάγκη να ρωτάει γιατί.. Χωρίς όμως να επιζητά κάποια απάντηση.. Η απάντηση θα του στερούσε το λόγο για να σκεφτεί...το αν, το ίσως, το μάλλον.. Όχι, εκείνη τη στιγμή ήθελε μόνο το
"γιατί".. Για να είναι ελεύθερος να θέσει οποιαδήποτε απάντηση του ταίριαζε, ακόμη και αν δεν ήταν αληθής, ακόμη και αν δεν τον κάλυπτε απόλυτα.. Το ήξερε πως δε θα τον κάλυπτε. Μα έτσι θα μπορούσε την επόμενη φορά, αν χρειαζόταν, να δώσει άλλη απάντηση... Ώρες ώρες, είχε την ανάγκη να κοιτάζει πίσω.. Να θυμάται.. Να νοσταλγεί.. Να επιβεβαιώνει πόσο όμορφη ήταν/είναι η ζωή του.. Γιατί ήξερε, ξέρει, πως μέσα σ' όλη αυτήν την ομορφιά κρύβονται και όλα αυτά τα αναπάντητα "γιατί" που αφέθηκαν ελεύθερα να πλέουν ξεχασμένα -ή μη- για το υπόλοιπο της θύμησής τους, στους ωκεανούς της ασήμαντης για όλους τους άλλους αυτής μνήμης... Σταμάτησε και άφησε τον εαυτό του ελεύθερο να σκεφτεί αυτό που ήθελε.. Αυτήν που ήθελε... Θυμήθηκε όλες τις όμορφες στιγμές τους, όλη εκείνη τη μαγεία στον αέρα, όλη τη γοητεία του απαγορευμένου φλερτ, όλη την αστάθεια των συναισθημάτων τους.. Όλα αυτά τα τόσα πολλά μέσα στον τόσο λίγο χρόνο που είχαν, που έζησαν..
Ο ήλιος είχε πια πέσει και είχε βγάλει ψύχρα.. Ξανά-κοίταξε το κινητό του και πάλι, αυτήν τη φορά για την ώρα.. Έπειτα έβαλε τη ζακέτα του και λίγο μετά έφυγε από 'κει συνεχίζοντας τη βόλτα του... Αυτά μας είπε μόνο όταν τον ρωτήσαμε την επόμενη μέρα..

3 Απριλίου 2014

Sunny Mood!

Τι όμορφες που είναι αυτές οι μέρες! Είναι που βγαίνει αυτός ο ήλιος και σου τρώει όλη τη διάθεση για διάβασμα, αλλά ταυτόχρονα δεν σε λιώνει όπως ο καλοκαιρινός ήλιος.. Είναι που ξαφνικά ανθίζουν τα χαμόγελα, οι βόλτες στα πάρκα, οι τουρίστες και..γκχμ, γκχμ..οι τουρίστριες... ^^ Είναι αυτές οι λίγες, τέλειες μέρες του χρόνου, οι μέρες μετά τα κρύα και λίγο πριν τις αλλεργίες, οι μέρες που αν δεν τις απολαύσεις τώρα στο έπακρο, έφυγαν...του χρόνου πάλι..
Το λοιπόν.
Επειδή έχει αρχίσει να ζεσταίνει ο καιρός επίσημα και επειδή μαζί με τον καιρό έχει αρχίσει να στρώνει και η διάθεσή μου (όπως θα φαντάζεστε ήδη), ορίστε κάποια ομορφοαστειοπερίεργα βιντεάκια των κλασσικών μας φίλων.. ^^




Άντε και καλό μας μήνα! :)


(Ps: Δεν ξέρω γιατί ανεβάζω βιντεάκια μόνο με σκύλους τελευταία, όχι δεν είναι ο σκύλος το αγαπημένο μου ζώο.. ^^")

13 Μαρτίου 2014

τι κόκκινο, τι μπλε...


Πόσο γρήγορα έγιναν "όλα"?...
Και όμως τόσο αρκετά, τόσο δυνατά για να θυμίζουν ακόμα... Και για πόσο ακόμα
?.. Και για όσο ακόμα.. Να θυμίζουν πως, δεν κάναμε κάτι, μα...δεν κάναμε και τίποτα.. Τόσο δυνατά όλα... Πάντα έτσι γινόταν "εδώ" γύρω.. Πάντα, αστεία λέξη (και αυτή) για το λίγο μας.. Με κούρασε πια το βάρος του όγκου της.. Αν ήμασταν μπαλόνια θα είχαμε ήδη σκάσει, μοιρασμένοι σε κομμάτια ξεχασμένα, εδώ και εκεί.. Κομμάτια που δεν πρόλαβαν να γευτούν το πως είναι να μην είσαι κομμάτια, το πως είναι να είσαι ένα... Αλλά όχι, όχι δεν θα μπορούσαμε να είμαστε μπαλόνια.. Αυτά είναι χαρούμενα, πάντα χαρούμενα. Ακόμη και σκασμένα υποδηλώνουν την ύπαρξη μιας κάποτε χαράς.. Γι' αυτό φτιάχνονται άλλωστε. Όχι, δεν θα μπορούσαμε.. Εμείς θα 'μασταν κεριά.. Από 'κείνα που φτιάχνονται για ν' ανάψουν και να δώσουν φως.. Από 'κείνα που φτιάχνονται για ν' ανάψουν, να καούν και να σβήσουν. Από 'κείνα που φτιάχνονται να ζήσουν.. Ναι, θα ήμασταν κεριά που φτιάχτηκαν μ' αυτόν το σκοπό, μα δεν άναψαν ποτέ.. Ξεχάστηκαν -η και όχι- σ' εκείνον τον πάγκο της πιο μικρής εκκλησίας, δίπλα στα καμμένα και τελικά πετάχτηκαν μαζί μ' αυτά.. Σίγουρα τέτοια θα 'μασταν.. Τόση φωτιά μέσα μας, μα το φιτίλι άθικτο.. Κάποιος είπε κρίμα, κάποιος μαλακία.. Άλλοι βλέπουν μα δεν λένε τίποτα.. Άλλοι πάλι δεν θα μάθουν ποτέ... Ούτε εμείς θα μάθουμε, παιδιά σαν είμαστε (ακόμα)..
Πως τα φέρνει καμιά φορά η ζωή... Και που να ξέραμε εμείς που θα κατέληγε εκείνο το "...καλώς ήρθες λοιπόν!"?.. Και θυμάμαι και όλο τον υπόλοιπο διάλογο, επί λέξη. Τι περίεργο για μια τέτοια μνήμη.. Αστείες ειρωνείες, κουραστικές πια.. Δεν το μπορώ άλλο αυτό το χιούμορ, πόνεσαν τα μάγουλά μου.. Φτάνει. Άλλωστε, το γέλιο είναι για να το μοιράζεσαι, όχι?.. Και δεν λέω, τουλάχιστον αυτό το καταχραστήκαμε επάξια.. Και σ' ευχαριστώ γι' αυτό, το είχα ανάγκη.. Το είχαμε μάλλον και οι δυο μας.. Μα τίποτα δεν κρατάει για πάντα.. Και τώρα ήρθε ο καιρός να πούμε ψέματα με τη σιωπή μας.. Να λέμε, μέχρι αυτά να γίνουν η αλήθεια.. Ήρθε ο καιρός να γελάμε ψέματα, μέχρι να μας φανούν αστεία, μέχρι το μέχρι να γίνει σύντομα και συντομότερα επιτέλους..
Πόσο γρήγορα έγιναν
"όλα", πόσο λάθος?..
Λάθος τόπος, λάθος τρόπος.. Λάθος εποχή, ίσως άργησα πολύ.. Μα που να 'ξερα ο καημένος, άνθρωπος και εγώ.. Και εκεί που νομίζεις ότι γλίτωσες, έστω για μια κλεφτή ανάσα, να 'τος πάλι μπροστά σου... Σου είχα πει κάποτε πως, είναι πολύ κρίμα, σαν έρχεται η στιγμή που συνειδητοποιείς πως, κάποιους ανθρώπους τους γνώρισες στο τόσο λάθος μέρος, τον τόσο λάθος χρόνο και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι' αυτό.. Ο χρόνος...ούτε για μια κλεφτή ανάσα μακριά.. Και σ' είχα αφήσει με την απορία τότε, μα... Τουλάχιστον τώρα ξέρεις.. Τώρα ο χρόνος πέρασε.. Και σχεδόν το ζήσαμε, όπως και για όσο μας δόθηκε.. Και δεν κάναμε κάτι, μα δεν κάναμε και τίποτα.. Η γεύση ήταν αρκετή για να μοιάζει αληθινό, ήταν αρκετή για να ξέρουμε πως, ήταν αληθινή και ας μη μάθαμε ποτέ το πως είναι να είσαι ένα..
Πως είναι άραγε να νιώθεις την απώλεια αυτού που δεν είχες ποτέ?.. Νόμιζες δεν υπάρχει συναίσθημα γι' αυτό? Και εγώ έτσι νόμιζα.. Έκανα λάθος. Άργησα, μα τώρα κατάλαβα.. Είχες δίκιο τελικά. Κόκκινο ήτανε...τώρα έγινε μπλε.. :)
Μακάρι να ήμασταν μπαλόνια, από 'κείνα του λούνα παρκ, και να γλιστρούσαμε "κατά λάθος" απ' τα χέρια τους, απ' τους κανόνες τους, και να πετούσαμε ψηλά.. Ψηλά και μακριά, μέχρι να σκάσουμε παρέα και τα κομμάτια μας να χαθούν εδώ και εκεί στο κάπου, χαρούμενα..




Πόσο γρήγορα περνάει ο καιρός?..
Ήδη μια βδομάδα...