31 Μαΐου 2018

Μια Περίεργη Γνωριμία

Όταν βγήκα απ' το σπίτι ήταν ήδη εκεί. Την είχα ξανά-δει μερικές φορές, δεν ξαφνιάστηκα καθόλου. Πατούσε στα τέσσερά της πόδια και κοιτούσε μπροστά, ίσια σ' εμένα. Ήταν ακίνητη, κοκαλωμένη και πολύ ήσυχη, όπως πάντα. Ποτέ δεν είχα ακούσει τη φωνή της.. Κλείδωσα την πόρτα πίσω μου και έφυγα βιαστικός προς τις σκάλες περνώντας ακριβώς από δίπλα της, αλλά και πάλι δεν κουνήθηκε. Δεν κοίταξα πίσω, δεν υπήρχε χρόνος ν' ασχοληθώ εκείνη τη στιγμή...
Ο χρόνος έμοιαζε να πέρασε τόσο γρήγορα, που θα έλεγε κανείς ότι δεν υπήρχε. Την επόμενη στιγμή ήμουν ήδη πίσω. Είχα ακούσει κι άλλες γάτες να νιαουρίζουν γκρινιάρικα έξω απ' την πολυκατοικία μας, αλλά αυτή η συγκεκριμένη δεν ήθελε να ακολουθήσει τη μάζα. Ήταν εκεί, στημένη κάγκελο ακριβώς έξω από την πόρτα του γείτονα, κοιτάζοντας ευθεία στο άπειρο..
Όταν έφτασα στην πόρτα και έβγαλα τα κλειδιά να βρω το ταιριαστό, άνοιξε απότομα η διπλανή πόρτα και μετά από ένα δευτερόλεπτο ξεπρόβαλε η φιγούρα του γείτονα, χαμογελαστή και ευδιάθετη όπως πάντα. Αυτό ήταν και το μαγικό τρικ για να "ξεκλειδώσει" απ' τη θέση του το ασπρόμαυρο τετράποδο. Αμέσως άρχισε να κινείται κανονικά και να νιαουρίζει σαν ζωντανό! Σε πολύ χαμηλή ένταση βέβαια, αλλά η πρόοδος ήταν εμφανής! Ο γείτονας έκανε προσεκτικά βήματα περνώντας από πάνω της για να μη την πατήσει, καθώς αυτή είχε αρχίσει να κινείται αργά προς το μέρος μου. Εγώ είχα ήδη ανοίξει από ώρα, αλλά είχα μείνει ακίνητος με το βλέμμα καρφωμένο πίσω. Μου είχε κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση για να προσποιηθώ ότι δεν τρέχει τίποτα. Παρ' όλα αυτά, συντόνισα άτακτα τον εαυτό μου και πήγα να κάνω κίνηση να μπω μέσα στο σπίτι αφήνοντας τη γάτα πίσω μου. "Μη τη φοβάσαι", μου φώναξε ο χαμογελαστός τύπος φεύγοντας. "Είναι πολύ ήσυχη και άκακη, άσ' την να μπει μέσα και αυτή". Και πριν προλάβω να σκεφτώ και να του δώσω κάποια έξυπνη απάντηση για να τ' αποφύγω, η ασπρόμαυρη γάτα με τα καταπράσινα μάτια είχε διασχίσει ήδη τη μισάνοιχτη πόρτα...
Για κάποιο λόγο έπρεπε να κάνω γρήγορα, δεν είχα ν' αφιερώσω τον απαραίτητο χρόνο στον επισκέπτη μας. Πήγα στο δωμάτιο ν' αλλάξω, γύρισα πίσω στο χολ ν' αφήσω τα παπούτσια, ξανά-πήγα στο δωμάτιο και μετά ξανά πάλι πίσω.. Τα πρώτα 5-10 λεπτά πέρασαν κάπως έτσι, με τη γάτα να κάθεται ήσυχη στην είσοδο του σπιτιού και τους δικούς μου να ρίχνουν κλεφτές ματιές από μέσα, χωρίς όμως κανείς να παίρνει το θάρρος να ρωτήσει τι και πώς.. Στο σπίτι είχαμε κι άλλο ζωάκι. Κάτι μικρό, μάλλον σε χάμστερ ή κάτι τέτοιο, δεν θυμάμαι ακριβώς. Ήξερα όμως ότι βρισκόταν κάπου στο σαλόνι, εκεί όπου καθόταν ο αδερφός μου, κολλημένος πάνω στην οθόνη του υπολογιστή για πολλές ώρες, αν έκρινε κανείς από τη στάση του στην πολυθρόνα.. Μόλις βολεύτηκα, έκατσα λίγο με το γατί να του πιάσω κουβέντα. Την έφερα σιγά σιγά προς το σαλόνι και κάθισα στο πάτωμα μαζί της. Ήθελα να την καλοπιάσω γιατί δεν είχαμε κάνει και την καλύτερη αρχή. Αυτή έδειχνε δεκτική στα χάδια, αλλά και αδιάφορη ταυτόχρονα. Το ευχαριστιόταν, αλλά δεν το είχε και ανάγκη θα έλεγες. Σε κάποια φάση, της τράβηξε την προσοχή η φασαρία του παλιότερου μικρού μας φίλου.. Ταράχτηκα στιγμιαία και ο νους μου πήγε αμέσως στο κακό. "Όχι, όχι, ηρέμησε, δεν είναι τίποτα", της είπα χαϊδεύοντάς την λίγο πιο επιτακτικά και συνέχισα "Είναι φίλος μας, είναι καλός".. Ο ενθουσιασμός της έσβησε γρήγορα. Έστριψε το βλέμμα της καταπάνω μου, σαν να κάτι ήθελε να μου πει. "Θέλεις να φας τίποτα, πείνασες? Να σου φέρω λίγο νεράκι?", είπα με χαρά. Δεν ανταποκρίθηκε, όμως δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία. Αμέσως σηκώθηκα και πήγα προς την κουζίνα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχα επιστρέψει μ' ένα τασάκι νερό. "Ορίστε", είπα και το ακούμπησα δίπλα της, ενώ ταυτόχρονα συνειδητοποιούσα κάποιες σημαντικές αλλαγές στα δεδομένα. Η γάτα είχε γυρίσει πίσω στο χολ και το πιο περίεργο, τα μάτια μου δεν έβλεπαν πια γάτα...
Στη θέση της, καθισμένη στο πάτωμα με την πλάτη στον τοίχο και τα γόνατα μαζεμένα στο στήθος, καθόταν μια γυναίκα. Μια κοπέλα, κοντά στα 30, πολύ λυτά ντυμένη, με μακριά ελεύθερα μαλλιά και μια μισό-φορεμένη παντόφλα στο δεξί της πόδι. Ήταν ήσυχη και φαινόταν σαν να κάτι την έτρωγε μέσα της. Ήταν αυτή, δεν υπήρχε αμφιβολία. Μάλιστα ένιωθα τόσο σίγουρος, που προσαρμόστηκα άμεσα στα νέα δεδομένα και πολύ γρήγορα "ξέχασα" τη μαγική αυτή μεταμόρφωση του ζώου σε άνθρωπο..
"Τι έχεις, είσαι καλά? Θέλεις κάτι άλλο?", ρώτησα ακουμπώντας την μαλακά και προσεκτικά στον ώμο. Καμία απάντηση. Κοιτούσε στα χαμένα. Πρώτα ευθεία μπροστά, μετά έστριψε για λίγο προς το μέρος μου και έπειτα πάλι πίσω στο πουθενά. "Να σου φέρω και κάτι να φας? Ίσως νιώσεις καλύτερα", επανέλαβα. "Δεν μπορείς να με καταλάβεις... Δεν μπορείς να καταλάβεις", είπε δυνατά με μια δόση απογοήτευσης και κατηγορίας προς το πρόσωπό μου. Σταμάτησα να την ακουμπάω και τραβήχτηκα λίγο πίσω, προσπαθώντας να την κάνω να νιώσει λίγο πιο άνετα. "Πάρε εκείνη την παντόφλα και βάλ' την σε ζεστό νερό μέχρι να βράσει. Και φέρ' την μου", σχεδόν πρόσταξε δείχνοντας την αριστερή της παντόφλα, η οποία βρισκόταν πεταμένη ακριβώς μπροστά απ' την εξώπορτα. Κοίταξα το αφόρετο υπόδημα μπερδεμένος. Τώρα αυτό το εννοεί, σκέφτηκα και έπειτα γύρισα προς το μέρος της με μια ελπίδα να μου λύσει την απορία, χωρίς να χρειαστεί να ρωτήσω. Δεν μίλησε. Πλησίασα την παντόφλα και την πήρα στα χέρια μου να την επεξεργαστώ καλύτερα. Όπως το περίμενα. Δεν είχε τίποτα το φυσιολογικό πάνω της. Ήταν ιδιαίτερα βαριά και με υπέρ-διπλό πάτο. Για την ακρίβεια, ο πάτος της αποτελούνταν από 3 στρώματα. 2 μαλακά πάνω-κάτω και στη μέση ήταν ένα ενιαίο μεταλλικό στρώμα, φτιαγμένο από συμπιεσμένα μικρά κομμάτια απροσδιόριστης προελεύσεως. Κάτι σαν παστέλι, μα από μέταλλο.
Τι είναι, αμέσως σκέφτηκα. Μήπως τελικά δεν είναι άνθρωπος, μήπως είναι μηχανή?!.. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δεν ήταν γάτα, όχι πια τουλάχιστον. Θα το έκανα. Λίγα δευτερόλεπτα ήταν αρκετά για να πείσω τον εαυτό μου πώς δεν είχα να χάσω τίποτα. Θα έβραζα την παντόφλα και θα της την έφερνα στο πιάτο. Έτσι θα μάθαινα και τι συμβαίνει! Θα μάθαινα.. Θα... Και εκεί έμεινε, στο θα. Δυστυχώς ο εγκέφαλός μου δεν άντεξε άλλο τον ανεξέλεγκτο αυτό παραλογισμό και αντέδρασε "καλημέρα"...



23/5/18

31 Μαρτίου 2018

In your head, in your head...

Πάνε δυο μήνες και κάτι. Δεν ξέρω γιατί άργησα τόσο να το μάθω. Κανένας φίλος, καμία τυχαία είδηση, κανείς να πει κάτι.. Κι όμως απ' ό,τι αποδείχθηκε τελικά, όλοι γνώριζαν, όλοι έμαθαν εκτός από μένα...


Στις 15 Ιανουαρίου μία αγαπημένη τραγουδίστρια και καλλιτέχνις, και σίγουρα η ωραιότερη γυναικεία χροιά που έχω ακούσει, μας άφησε έτσι ξαφνικά και απροσδόκητα. Ο λόγος για την 46χρονη Dolores O' Riordan των The Cranberries, οι οποίοι άφησαν αξέχαστες μουσικές αναμνήσεις, πίσω στη δεκαετία του '90 και φυσικά προσωπικές αναμνήσεις, στα σημαντικότερα εφηβικά μου/μας χρόνια. Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνα τα πρωινά που ξεκινούσαν με καφέ-μέλι-κανέλα, φτιαγμένο από τις χερούκλες του φίλου Πασχάλη στο Joy, και το "Linger" ή το "Ode to my Family" στην playlist να παίζει και να μας χτίζει τη διάθεση, συνδυαστικά με τον κατάλληλο πάντα ήλιο!

Πριν από μερικές μέρες έπεσα τυχαία πάνω σ' ένα βίντεο με τίτλο "Zombie" στο YouTube και  από περιέργεια το κλίκαρα γιατί μου φάνηκε απ' την πρώτη εικόνα πώς θα ήταν κάποιο parody-cover, ή κάτι αντίστοιχο.. Δυστυχώς, ήταν εντελώς σοβαρό το βίντεο και αληθή τα όσα είχε να μου πει..


Παρακάτω είναι μερικές δηλώσεις και πληροφορίες που διέρρευσαν στο διαδίκτυο μετά την τελευταία εκπνοή της Dolores, αν και τα ουσιαστικά αίτια θανάτου της δεν δημοσιεύτηκαν ποτέ μέχρι και σήμερα...

Two years ago, music icon Dolores O’Riordan said she would use music, dancing and performing to improve her mental health.

The Cranberries star, who was diagnosed with bipolar disorder, spoke openly about how she had struggled with her mental health throughout her life.

In February 2016, she was ordered to pay €6,000 to charity following an air rage incident.

The singer had previously admitted three assaults and obstructing a garda after being taken off an Aer Lingus flight from New York’s JFK on November 10, 2014.

Medical reports produced for the trial at Ennis District Court revealed she had been suffering from mania, mental illness and severely impaired judgment at the time of the incident, and that she remembered nothing about it.

Speaking to Barry Egan of the ‘Sunday Independent’ in 2014, the Limerick star said she was not drunk on the flight but that she was dealing with “demons”.

She revealed that she had been diagnosed with bipolar disorder.


Medicating:

The former ‘Voice of Ireland’ judge told how much of her difficulty started after she moved to New York, following her split from husband Don Burton in August.

“I didn’t sleep for four months. I was self-medicating. I was taking over-the-counter sleeping tablets. I felt cut off”, she said.

The mother-of-three said she felt glad that people did not rush to judge her after the ordeal.

“I know I am not 100% there yet, but I am happy. I will need to keep on my meds to sleep and to be somewhat normal in a mad world”, she said at the time.

The death of her father in 2011 also had a profound affect on the Irish singer.

Speaking on the Billboard’s ‘Soul Sisters’ podcast, she said: “I felt when he passed away he didn’t actually leave this world fully. I felt him around me a lot for a while. I could feel him trying to protect me and communicate with me. And there was a lot of weird little coincidences and stuff that made me think that maybe he was somewhere in between, not necessarily crossed over properly. And we all wonder about death, where people go and what happens. But certainly, they cross over from this dimension to another one.”

While chatting about her love of trawling stores in New York for stage outfits, she also revealed she had a “manic” episode a few years previously.

“When I was manic I dressed really weird for a while”, she said.

“I was manic for four months and I was wearing all kinds of metal things and masks and all kinds of weird stuff. That was two years ago.”

In 2013, the Cranberries singer was praised by a rape crisis support group for her “tremendous courage” in speaking out about the childhood sexual abuse she suffered.

She said the molestation took place for four years, between the age of 8 and 12, and that her abuser was in a position of trust in her home county of Limerick.

The musician said that it took years of counselling to recover.

“It is something that I carried forever”, O’Riordan said.

“There is a great sense of a great burden off my shoulders. I feel it is going to help me by opening up and just confessing to all of those people who bought my albums and that love me”, she added.


R.I.P Dolores O' Riordan,
You will be missed.

31 Ιανουαρίου 2018

Το Stop


    Ο οδηγός γρύλισε νευριασμένος. «Δεύτερη φορά που το πατάτε κυρία μου! Επίτηδες το κάνετε 
    Η καημένη η γριούλα έδειχνε μπερδεμένη. Χωρίς να το καταλάβει, ξαναπατάει για τρίτη φορά το stop με αποτέλεσμα να εξοργίσει ακόμα περισσότερο τον οδηγό του λεωφορείου. 
    «Αυτό ήτανφώναξε, «Θέλετε να σταματήσω; Με κοροϊδεύετε μπροστά στα μούτρα μου; Ορίστε. Με ένα θαυμάσιο τετ-α-κε το λεωφορείο βγήκε στην άκρη του δρόμου και σταμάτησε απότομα. «Εγώ τον ανεμιστήρα ήθελα...» ψέλλισε η γιαγιά.
    Αφού έβρισε για κάνα 5λεπτο τη δύστυχη γιαγιά, χρησιμοποιώντας όλο του το (περιορισμένο κατά τ’ άλλα) λεξιλόγιο, ο οδηγός ξαναέβαλε μπροστά τη μηχανή και ξεκίνησε. «Ε, τον πούστη, τον αλήτη», ψιθύρισε ένας γεράκος που καθότανε δίπλα μου. «Έ, τον πούστη», επανέλαβε. Εγώ τον κοίταξα, ένας μαραζωμένος κύριος  με τρεμάμενα χέρια, πάνω από ογδόντα με ένα πρόσωπο που είχε γίνει κατακόκκινο από τα νεύρα. Έγνεψα δείχνοντας ότι συμφωνώ με τα λεγόμενά του.
    Συμφωνούσα, η αλήθεια να λέγεται. Δεν είχε περάσει ένα λεπτό και ο ήχος του stop ξανακούστηκε μέσα στο λεωφορείο. Αυτή τη φορά συνεχόμενος. «Stop ρε αλήτη γαμώ το Χριστό σου, stop, ούρλιαξε ο γεράκος. 
    Ακολούθησε ένας φοβερός καυγάς. Ο οδηγός απειλούσε ότι θα μας γαμήσει και θα μας δείρει όλους, όχι μόνο τον παππού, ενώ τον κράτησαν δύο άτομα για να μη χειροδικήσει απέναντι στον απροστάτευτο γέροντα. Εγώ, στη θέση μου, έκπληκτος να παρακολουθώ δίχως να αντιδρώ. Τελικά ο παππούς κατέβηκε εκεί, στη μέση του δρόμου, μόνος του. Προσπαθούσα να θυμηθώ τι μου είχε ψιθυρίσει προτού πατήσει το κουμπί. «Έτσι αρχίζει η επανάσταση γιε μου», θυμήθηκα. Κοίταξα το κουμπί του stop. Τέντωσα το χέρι μου και ακούμπησα εκεί το δάχτυλό μου.
    Δεν το πάτησα. Είχαμε αργήσει μωρέ. Δε θα φτάναμε ποτέ με τον κάθε περίεργο, σκέφτηκα και κάθισα αναπαυτικά στη θέση μου.





(Από ένα φίλο, τον Μπλε..)