28 Ιουλίου 2016

Περιπέτειες Διακοπών


    Η ζέστη είχε αρχίσει πλέον να γίνεται εκνευριστική.. Είχα ιδρώσει για τα καλά. Δε θυμάμαι από που ξεκίνησα, μα σίγουρα θυμάμαι, περπατούσα ώρες σ' αυτό το πολυάσχολο νησί.. Ο κόσμος ατελείωτος.. Άνθρωποι όλων των ηλικιών να πηγαίνουν πάνω κάτω λες και ήταν καμιά τοπική γιορτή, ή κάποια μέρα πολλών ταυτόχρονων εκδηλώσεων.. Ο πόνος στα πέλματά μου απ' τους πετρώδεις, ανηφορικο-κατηφορικούς δρόμους είχε αρχίσει να με κουράζει αφόρητα.. Σαν ένα χέρι στην πλάτη που δε σταματάει να σε χτυπάει ενοχλητικά με τον δείκτη και να σου υπενθυμίζει πως, φίλε, πρέπει να βάλεις κώλο κάτω επειγόντως.. Λίγο πιο πίσω ακολουθούσε και η γιαγιά μου μαζί μ' ένα ζευγάρι ηλικιωμένων αγνώστων, σ' ένα ιδιαίτερα εύθυμο κλίμα, παρατηρώντας τα πάντα γύρω τους, σχολιάζοντας και γελώντας.. Ήταν πραγματικά ένα πολύ όμορφο μέρος, με το πράσινο να ξεφυτρώνει από κάθε γωνιά και τον ήλιο να ξετρυπώνει άτακτα μέσα απ' τα στενά, ξεχασμένα θαρρείς, σοκάκια..
    Λίγο μετά φτάσαμε επιτέλους στην κεντρική (μάλλον) πλατεία της πόλης, έξω από ένα περίεργο μαγαζί, το οποίο στο εσωτερικό του έμοιαζε με ένα περιποιημένο, πολυτελές εστιατόριο, ενώ απ' έξω με μια μικρή, κλασσική καφετέρια της γειτονιάς.. Πλησίασα περίεργος προς τα σκαλοπάτια της εσόδου για να μπω μέσα.. Η πόρτα άνοιξε απότομα και αμέσως πετάχτηκε έξω μια καλοντυμένη γυναίκα, από πάνω ως κάτω στα μπλε, μεγάλης ηλικίας και μάλλον ξένης εθνικότητας, την οποία και βοήθησα να κατέβει πριν ακούσω τη φωνή της γιαγιάς μου, η οποία μου φώναζε να επιστρέψω, διότι τελικά αποφάσισαν πως θα καθόμασταν έξω.. Δυστυχώς, η περιέργειά μου έμεινε ανικανοποίητη, καθώς δεν είχα ποτέ την ευκαιρία ν' απολαύσω την πολυτέλεια του εσωτερικού χώρου αυτού του μαγαζιού. Γυρνώντας για να καθίσω στο τραπεζάκι μαζί με τους υπόλοιπους, αυτό που μου είχε κάνει εντύπωση ήταν πως οι παραγγελίες (που δεν έγιναν ποτέ) είχαν κιόλας φτάσει και όλοι μαζί έπιναν τον καφέ τους συζητώντας για μένα.. Δεν είπα τίποτα, κάθισα. Και τότε ήταν που κατάλαβα πως το άγνωστο αυτό ζευγάρι είχε έρθει μόνο και μόνο για να με γνωρίσει.. Πρέπει να ήταν Άγγλοι, ή Γερμανοί. Δεν έμαθα ποτέ, δεν έβγαλαν κουβέντα.. Μόνο άκουγαν, κοίταζαν και γελούσαν.. Πάντως σίγουρα είχαν ξένο αέρα.. "Πότε θα γυρίσεις πίσω?", με ρώτησε η γιαγιά μου, κοιτώντας με κατάματα, έχοντας μια ανεξήγητη αγωνία στο βλέμμα της.. Της εξήγησα πως μόλις είχα έρθει εκδρομή εκείνη τη μέρα (-Παρασκευή-) σ' αυτό το νησί μαζί με κάτι φίλους και πως τη Δευτέρα θα επιστρέφαμε.. Και καθώς της μιλούσα κατάλαβα... Σηκώθηκα απότομα προσπαθώντας να δείχνω όσο πιο ήρεμος και μη απότομος γινόταν. Πήρα το σάκο μου στα χέρια. Ετοιμάστηκα να φύγω, έσκυψα το κεφάλι και δεν το ξανα-σήκωσα.. Η γιαγιά μου δεν ήταν ποτέ εκεί.. Ούτε και οι ξένοι.. Ήταν απλώς η έγνοια της για το αν θα είμαι καλά και για το πότε επιτέλους θα γυρίσω πίσω στη Θεσσαλονίκη. Για ένα δευτερόλεπτο αγριεύτηκα, μ' ένιωσα ν' ανατριχιάζω. Κάτι δεν πήγαινε καλά.. "Πρέπει να φύγω. Πρέπει να πάω να πάρω μια φίλη απ' τα ΚΤΕΛ και έχω ήδη αργήσει", είπα συνεχίζοντας να κοιτάζω κάτω (το σάκο που κουβαλούσα) και πριν προλάβουν να δώσουν την όποια απάντηση γύρισα την πλάτη μου και έφυγα βιαστικός για το σταθμό των λεωφορείων..
    Την επόμενη στιγμή είχα κιόλας φτάσει. Ευτυχώς η Μάρω δεν είχε έρθει ακόμα, οπότε βρήκα ευκαιρία και τηλεφώνησα στα υπόλοιπα κορίτσια της παρέας, να δω που βρίσκονταν.. Αυτές ήταν ήδη στο νησί από ώρα και μας περίμεναν να πάμε για φαΐ.. Πριν προλάβω να κλείσω το τηλέφωνο την είδα να πλησιάζει από μακριά, χαμογελαστή και κατενθουσιασμένη. Αμέσως έσπευσα να την αγκαλιάσω με μια αίσθηση, λες και είχα να τη δω μήνες!.. Για καλή μας τύχη το αστικό έφτασε πάνω στην ώρα.. "Πάμε γρήγορα μην το χάσουμε, τα κορίτσια μας περιμένουν.. Θα χρειαστεί να πάρουμε και δεύτερο μάλλον μετά", της είπα και την άρπαξα απ' το χέρι τρέχοντας προς το βιαστικό αστικό που θα μας πήγαινε στην πόλη..
    Δεν είχε πολύ κόσμο, αλλά δεν είχε και λίγο.. Μπροστά, δίπλα στον οδηγό, στεκόταν κι ένα παιδάκι όρθιο -μάλλον ο γιος του- το οποίο έπαιζε με τα κουμπιά, ανοιγοκλείνοντας τις πόρτες του αστικού, χωρίς κανείς να του λέει τίποτα.. Λες και ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο!.. Οι μόνες κουβέντες που άκουγες εκεί μέσα ήταν κάτι κοροϊδευτικά σχόλια από διάφορους επιβάτες για τους πεζούς του έξω κόσμου και έπειτα τα μαζικά γέλια των υπολοίπων, που έμοιαζαν να περιμένουν τα επόμενα σχόλια με τέτοια λαχτάρα, σαν ένα ιδιαίτερα ενθουσιασμένο κοινό σε θεατρική παράσταση -κωμικού πάντα χαρακτήρα-.. Και υπήρχε μια τέτοια οικειότητα μεταξύ τους, που θα ορκιζόταν κανείς πως ήταν όλοι γνωστοί, όλοι τους μια μεγάλη οικογένεια που πήγαιναν μια σύντομη "εκδρομή" με το ιδιωτικό αστικό της πόλης.. Τι περίεργος κόσμος, σκέφτηκα.. "Τι ωραία μέρα", είπα.. "Ναι..", απάντησε αδιάφορα και σε χαμηλό τόνο η Μάρω.. Ήμουν σίγουρος, κάτι την έτρωγε.. Έμοιαζε να είχε πια αλλάξει τελείως διαθέσεις.. Το πρόσωπό της είχε σοβαρέψει και παρόλο που κοίταζε παραξενεμένη όλο αυτό γύρω της, δεν αντιδρούσε καθόλου, δεν έβγαζε κουβέντα... Την επόμενη στιγμή, το λεωφορείο σταμάτησε απότομα.. Η πόρτα πίσω μας άνοιξε και ξεπρόβαλαν δύο αποκρουστικοί τύποι οι οποίοι περίμεναν (μάλλον για κάποιο άλλο αστικό) στη στάση.. Είχαν περίεργα, ασύμμετρα κουρέματα σε ύφος πανκ, φορούσαν κάτι βασανισμένα απ' το χρόνο δερμάτινα γιλέκα και παντελόνια και ήταν και οι δύο αηδιαστικά υπέρβαροι, με τεράστια μάτια, ελαφρώς διογκωμένα προς τα έξω και μεγάλες, βρώμικες οδοντοστοιχίες με αρκετές, ευδιάκριτες ελλείψεις.. Η όσφρησή μου για καλή μου τύχη δεν έδωσε καμία αναμενόμενη ένδειξη, αλλά ήμουν σίγουρος πως αν τους πλησίαζες οι μυρωδιές τους δε θα εξαιρούνταν του πακέτου.. Η πόρτα ξανα-έκλεισε χωρίς κανείς να κατέβει ή ν' ανέβει, αλλά τα σχόλια -προφανώς- δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους... Είχε αρχίσει να γίνεται πολύ ενοχλητικό και άβολο αυτό το κλίμα πλέον.. Επιτέλους, μετά από λίγο φτάσαμε..
    Κατεβήκαμε απ' το τροχόσπιτο της παράνοιας απελευθερώνοντας ένα έντονο ξεφύσημα ανακούφισης.. "Βασικά, δε χρειάζεται να περιμένουμε και το δεύτερο αστικό τώρα αν θες. Το μέρος που θα συναντηθούμε με τα κορίτσια φαίνεται και με το μάτι από 'δω, δεν είναι και τόσο μακριά..", της είπα κοιτάζοντας και δείχνοντας προς τον ανηφορικό δρόμο μπροστά-δεξιά μας που εξαφανιζόταν πίσω από μια μεγάλη εκκλησία, δίπλα στη στάση "ψαροκασέλα" στην οποία θα κατεβαίναμε.. "Ε πάμε και με τα πόδια τότε", είπε, καθώς δεν είχε παρά μια μικρή, σειρόμενη βαλίτσα και μια τσάντα στην πλάτη.. Όταν φτάσαμε τα κορίτσια, η Ιωάννα, η Νιόβη και η Λένα, ήταν ήδη εκεί και μας περίμεναν πως και πως.. Ήταν τόσο ωραία που επιτέλους θα καταφέρναμε να κάνουμε μια ομαδική εκδρομή έτσι, σχεδόν όλοι μαζί.. Θα μας έμενε σίγουρα αξέχαστη.. Θα ήταν ένα τέλειο Σαββατοκύριακο!..
    Τελικά, αποφασίσαμε πριν κάνουμε το οτιδήποτε να πάμε να φάμε κάτι γιατί ήμασταν όλοι αρκετά πεινασμένοι και ύστερα να πηγαίναμε για ένα σύντομο καφέ πριν επιστρέψουμε στο σπίτι/ξενοδοχείο -δε θυμάμαι- που θα διανυκτερεύαμε.. Ακολουθήσαμε το δρόμο που οδηγούσε πίσω απ' την εκκλησία και βγήκαμε σε έναν μεγάλο κεντρικό με πολλές καφετέριες και μερικά φαγάδικα στη σειρά.. Κάποια απ' της κοπέλες είχε μία γνωστή-φίλη που δούλευε σ' ένα απ' αυτά, έτσι λοιπόν πήγαμε να χαιρετήσουμε και ν' αφήσουμε προσορινά εκεί τα πράγματα, για να μην τα κουβαλάμε πέρα δώθε μέσ' στη ζέστη.. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα, δεν είχαμε και αρκετό χρόνο για χάσιμο εξάλλου, θα μέναμε μόλις τρεις μέρες..
    "Πάμε να κάτσουμε σ' ένα απ' αυτά εδώ?", είπε η Νιόβη μόλις βγήκαμε απ' το μαγαζί της γνωστής τύπισσας.. "Όχι ρε, πάμε να ψάξουμε τίποτα πιο καλό.. Μέσ' στα στενά σίγουρα θα 'χει κάτι καλό που να μας αρέσει", της απάντησα ελαφρώς απότομα και συνέχισα λέγοντας "άντε πάμε!, να δούμε και λίγο το μέρος..". Δε δυσκολεύτηκα και ιδιαίτερα να τις πείσω.. Την επόμενη στιγμή είχαμε ήδη χωριστεί σε 2 ομάδες (για να κερδίσουμε χρόνο και καλά) -εγώ, η Ιωάννα και η Μάρω και οι άλλες δύο μαζί- και αφεθήκαμε στα σοκάκια του νησιού ψάχνοντας για την ιδανική καφετέρια.. Το πρόβλημα της πείνας δε θυμάμαι να το λύσαμε ποτέ..
    Κάποια στιγμή τριγυρνώντας, βρεθήκαμε μπροστά από ένα μικρό, απόμερο λόφο γεμάτο από ψηλά δέντρα (μάλλον πεύκα). Έμοιαζε με ένα πολύ ιδιαίτερο, περιορισμένο δάσος, καθώς τα δέντρα ήταν τόσα πολλά, αλλά φυτρωμένα μόνο πάνω σ' αυτή την πλαγιά. Σκανάροντας πρόχειρα το χώρο με τα μάτια, σύντομα διαπιστώσαμε πως κάπου εκεί χωμένο ανάμεσα στους κορμούς, υπήρχε και ένα στενό πέτρινο μονοπάτι, το οποίο δε φαινόταν να έχει περπατηθεί και πολύ τελευταία. Πλησιάσαμε επιφυλακτικά όντας περίεργοι. Τα κορίτσια ήταν μπροστά και εγώ ανηφόριζα τελευταίος. Οι πέτρες κατέληγαν σε μια ορθογώνια, ξύλινη καλύβα με τούβλινη σκεπή, η οποία ήταν αρκετά μεγάλη και όλως περιέργως χτισμένη ανάποδα. Η είσοδος δηλαδή, ήταν απ' την πίσω πλευρά όπως ακολουθούσες το μονοπάτι. Η Ιωάννα, ενθουσιασμένη απ' τον εντοπισμό της μυστήριας αυτής τοποθεσίας, αφέθηκε στον παρορμητισμό της και αμέσως έτρεξε προς τα εκεί. Στρίβοντας κατευθυνόμενη  προς την μπροστινή όψη του κτηρίου, την έχασα απ' το οπτικό μου πεδίο. Λίγο μετά, τη μισανοιχτή, ξύλινη πόρτα διαπέρασε και η Μάρω, μπαίνοντας προσεκτικά και αθόρυβα μέσα στο κτήριο, ενώ εγώ στάθηκα για μια στιγμή ακίνητος και ελαφρώς τρομαγμένος, μερικά μέτρα έξω απ' την είσοδο, βλέποντας πως λίγο πάνω απ' το κατόφλι της πόρτας, ακριβώς εκεί όπου ξεκινούσε η σκεπή, υπήρχε ένας μεγάλος ανάποδος σταυρός. Μάλλον ίσως έπρεπε ήδη να έχουμε φύγει από αυτό το μέρος, σκέφτηκα.. Αμέσως, ο νους μου πήγε στα κορίτσια που είχαν ήδη μπει μέσα και φοβήθηκα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, έτρεξα να τις βρω με σκοπό να βγούμε έξω το συντομότερο..
    Μπαίνοντας μέσα η καλύβα έμοιαζε μεγαλύτερη. Τα πάντα ήταν αρκετά σκοτεινά και όλοι οι ορατοί διάδρομοι χάνονταν στο μαύρο.. Στ' αριστερά μου, υπήρχε στον τοίχο μια ξύλινη (μα σε καλή κατάσταση) σκάλα, η οποία δυστυχώς δε φαινόταν που κατέλειγε. Όλα ήταν βαμμένα μ' ένα πολύ σκούρο, καφέ χρώμα και θύμιζαν όλα εκείνα τα ωραία, αλλά και ανατριχιαστικά ταυτόχρονα αρχοντικά της εποχής των παππούδων μας. Παράλληλα με όλα αυτά, συνειδητοποίησα πως για κάποιο άγνωστο λόγο, το οπτικό μου πεδίο είχε περιοριστεί αφύσικα. Λες και φορούσα κάποιου συγκεκριμένου είδους γυαλιά που περιόριζαν την περιφεριακή όραση, κόβοντας έτσι ό,τι μπορούσε να δει κανείς πάνω και κάτω. Ήταν σαν να ήμουν μια σκηνοθετική κάμερα σε ανάλογη ταινία τρόμου.
    Τα κορίτσια δεν τα έβλεπα πουθενά, ούτε άκουγα τίποτα. Τελικά αποφάσισα ν' ακολουθήσω τη σκάλα. Ανεβαίνοντας, πολύ σύντομα βρήκα τη Μάρω, η οποία έμοιαζε χαμένη και τρομαγμένη. Μάλλον κι αυτή περίμενε μια διαφορετική υποδοχή μπαίνοντας. "Πάμε να φύγουμε γρήγορα", της φώναξα πλησιάζοντάς την. Ανεβήκαμε μερικά σκαλοπάτια ακόμα κάνοντας μια τελευταία προσπάθεια να βρούμε την Ιωάννα. Μάταια, δεν ήταν πουθενά.. Εκείνη τη στιγμή ένας αδιευκρίνιστος, προειδοποιητικός θόρυβος ακούστηκε από την είσοδο, αφυπνίζοντας το καμπανάκι κινδύνου μέσα μου. Αμέσως, αρχίσαμε να κατεβαίνουμε τρέχοντας προς την έξοδο. Φτάνοντας στην πόρτα, είδα το σώμα ενός μαυροφορεμένου άντρα να εισβάλει στο χώρο απειλιτικά. Δεν πρόλαβα να δω το πρόσωπό του, όταν ξαφνικά ένιωσα να με χτυπάει δυνατά με κάτι σαν ρόπαλο στο κεφάλι.. Ήταν πολύ περίεργο συναίσθημα, δεν ένιωσα πόνο, μόνο έσβησα πέφτοντας στο έδαφος.. Στιγμιαία, έχασα τις αισθήσεις μου. Όταν πια ξανάνοιξα τα μάτια, το μόνο που έβλεπα ήταν ένα ζευγάρι πόδια να με κουβαλάνε τραβώντας με απ' τη μπλούζα (στο σβέρκο) προς τα πάνω, αναιβαίνοντας και πάλι τα σκαλιά. Ευτυχώς για μένα, η Μάρω ήταν αρκετά πιο πίσω-πάνω και έχοντας πάρει χαμπάρι τον επικίνδυνο τύπο, είχε κρυφτεί και περίμενε.. Λίγο μετά, ένιωσα το χέρι που με τραβολογούσε να μ' ελευθερώνει και είδα τον άντρα να σοριάζεται κάτω λιπόθυμος, μάλλον από ακαριαίο χτύπημά της. Χωρίς ν' αναταλλάξουμε άλλη κουβέντα και να χάσουμε άλλο χρόνο, κατεβήκαμε τρέχοντας, βγαίνοντας επιτέλους έξω απ' την καλύβα της παράνοιας.. Η Ιωάννα δε μάθαμε ποτέ τι απέγινε.



16/2/15

30 Ιουνίου 2016

Φτάνοντας στον "Παράδεισο"

    Η γειτονιά, μάλλον και η πόλη ολόκληρη ήταν χωρισμένη σε 2 μέτωπα. Τους απλούς κάτοικους και την εκφοβιστική συμμορία των μαύρων που προσπαθούσε να υποδουλώσει τους πάντες παίρνοντας τον έλεγχο στα χέρια της...


    Ήταν κατακαλόκαιρο, έσκαγε ο τζίτζικας πώς το λένε!. Εγώ είχα όπλο (κλασικά) και μια κιθάρα στην πλάτη. Έφυγα απ' το σπίτι μου βιαστικός και πήγα σε μία απ' τις βάσεις τους εκεί κοντά -μια μονοκατοικία που είχε υπόγειες εγκαταστάσεις-. Μπήκα μυστικά μέσα και εξερευνούσα τους διαδρόμους και τους χώρους προσπαθώντας να φτάσω κάπου, δεν ξέρω που.. Οι "φρουροί" δε με είχαν καταλάβει στην αρχή, όλα πήγαιναν καλά. Σκότωσα πολλούς και μπήκα πιο βαθιά.. Σύντομα με άκουσαν, με είδαν.. Το περίμενα, δεν αγχώθηκα. Αμέσως άρχισα να τρέχω. Με κυνήγησαν, με πρόλαβαν.. Ένας απ' αυτούς, αυτός που είχε την ευκαιρία να με σταματήσει, με πλησίασε τόσο που αναγκάστηκα και του έσπασα την κιθάρα στο κεφάλι για να τον σταματήσω.. Τελικά, πηγαίνοντας τυχαία από 'δω και από 'κει, βρέθηκα σ' ένα χώρο-δωμάτιο με διπλή πόρτα.. Την ίδια στιγμή, μπήκαν μέσα από απέναντι μου πολλά παιδιά με όπλα στα χέρια. Όχι παιδικά πιστολάκια, κανονικά και γεμάτα, σαν αυτά που δείχνουν στις ταινίες..
    Τα είχαν στρατολογήσει με το ζόρι οι μαύροι φαίνεται, γιατί δεν ήταν σε ηλικία να κάνουν τέτοιες επιλογές.. Πάραυτα, ψυχρός και αδίστακτος εγώ, προσπάθησα να τα σκοτώσω, μα τελικά ήταν πάρα πολλά.. Το όπλο μου, μετά από μερικούς άστοχους πυροβολισμούς είχε αδειάσει και κάπου εκεί κατάλαβα πως έφτανε το τέλος.. Βέβαια, για μια στιγμή ένιωσα ικανοποιημένος απ' όσα είχα καταφέρει και έτσι, αφήνοντας αυτό το συναίσθημα να με καταβάλει, παραδόθηκα χωρίς αντίσταση. Πέταξα το όπλο και έπεσα στα γόνατα λέγοντας "εντάξει, σκοτώστε με, ως εδώ έφτασα". Ένας μπόμπιρας πήγε να πυροβολήσει, αλλά μια κοπέλα φώναξε "όχι, σταμάτα!". Οι πυροβολισμοί έσκασαν μπροστά στα πόδια μου (όπως τυχαίνει να συμβαίνει πάντα στις ταινίες όπου δεν πρέπει να πεθάνει ο πρωταγωνιστής) και σταμάτησαν μετά το λόγο της κοπέλας, η οποία φαινόταν να έχει ρόλο αρχηγού. Είπαν πως δεν έφταιγα εφόσον ουσιαστικά μ' ανάγκασαν να φερθώ έτσι και με λυπήθηκαν. Αμέσως μετά, με βοήθησαν να σηκωθώ και χωρίς να χάσουμε άλλο χρόνο μου έδειξαν το δρόμο για την έξοδο. Καθώς κατεβαίναμε κάτι ορόφους -σαν διαδρόμους πολυκατοικίας ένα πράμα- εγώ πηδούσα σαν το κατσίκι και πιανόμουν απ' τις κολώνες για να κατεβαίνω πιο γρήγορα. Ήταν σαν να πετάω, ένιωθα πιο ευέλικτος, πιο άνετος να "τρέχω" έτσι..
    Σιγά σιγά το αδειάσαμε όλο, τους φάγαμε όλους εκεί μέσα και έπειτα βγήκαμε στην επιφάνεια οδεύοντας προς την έξοδο. Φτάνοντας στην είσοδο είχε κάτι εκρηκτικά στημένα, έτοιμα να κάνουν τη δουλειά τους.. Εκείνη τη στιγμή, ένας τύπος ο οποίος ήταν κρυμμένος από πάντα εκεί, μας βοήθησε δείχνοντάς μας το κουμπί της πυροδότησης, το οποίο και πατήσαμε χωρίς δεύτερη σκέψη. Τα ενεργοποιήσαμε. Αμέσως ακούσαμε το χρονοδιακόπτη να μετράει και διάσπαρτοι τρέξαμε έξω.. Βγαίνοντας στον μικρό κήπο που είχε στην είσοδο, κρύφτηκα πίσω από ένα θάμνο και περίμενα αγωνιωδώς το μπαμ. Με το που έσκασαν γέμισα χαρά, ο στόχος είχε ολοκληρωθεί. Βέβαια, ο θόρυβος ήταν αρκετά μεγαλύτερος απ' την ίδια την έκρηξη.. Κοιτώντας πίσω μου, διαπίστωσα ελαφρώς απογοητευμένος πως το μόνο που καταφέραμε να καταστρέψουμε ήταν η πρόσοψη του κτηρίου και τίποτα παραπάνω, αλλά δεν είχε σημασία. Το μόνο που είχε σημασία ήταν πως παρά τις αντιξοότητες τα είχα καταφέρει και ήμουν ακόμη σώος και αβλαβής. Τις στιγμιαίες εκείνες ευτυχισμένες σκέψεις, ήρθε να μου διακόψει ένας φίλος ο οποίος ήταν κι αυτός εκεί παρακολουθώντας την έκρηξη από ένα γειτονικό θάμνο, ο Άλφα. Απ' ό,τι κατάλαβα πρέπει να βρισκόταν και αυτός για τον ίδιο λόγο εκεί, απλώς προφανώς είχε φτάσει καθυστερημένος.. Αμέσως, μου έκανε νόημα και εγώ έτρεξα και κρύφτηκα μαζί του πίσω απ' το δικό του πράσινο τείχος. Μείναμε για μερικά δευτερόλεπτα εκεί, όταν πριν προλάβω να τον ρωτήσω πώς και γιατί, μια ομάδα της συμμορίας κατέφθασε εξαγριωμέν στη σκηνή της καταστροφής.. Αυτοί ήταν πιο μεγάλοι, δεν αστειευόντουσαν. Μόλις είδαν την είσοδο κατάλαβαν.. Αμέσως μπήκαν μέσα να δουν τι είχε γίνει, ενώ εμείς τρέξαμε προς την αντίθετη κατεύθυνση.. Όπου φύγει φύγει! Τα παιδιά τα έχασα για πάντα, δεν είδα τι έκαναν, ούτε που πήγαν.. Ο Άλφα μου έδωσε ένα δικό του πιστόλι και εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα πως κρατούσα και ένα δεύτερο, το οποίο θυμήθηκα ξαφνικά πως μου είχε δώσει ο τύπος που κρυβόταν μέσα στο κτήριο και μας έδειξε το κουμπί της πυροδότησης, λίγο πριν βγούμε και κρυφτώ πίσω απ' το θάμνο.
    Προσπαθούσα να τρέξω, αλλά (κλασικά) δεν μπορούσα να κουνήσω τα πόδια μου. "Τρέξε όσο πιο γρήγορα μπορείς" μου φώναξε και αμέσως έβγαλα τις μπότες βλέποντας αισθητή πρόοδο.. Σύντομα φτάσαμε σ' ένα φαρδύ, μεγάλο μονοπάτι, κάτι σαν χωμάτινο πεζόδρομο με γύρω γύρω δέντρα που έκλειναν πάνω, κάνοντας όλο αυτό να μοιάζει με στοά δάσους. Υποτίθεται το ξέραμε αυτό το μέρος, είχαμε ξαναπάει. Εγώ, πάλι ένιωσα την ανάγκη ν' ανέβω στα δέντρα και να πηδάω από κλαδί σε κλαδί για να κάνω γρηγορότερα και έχω πιο ελεύθερη κίνηση. Ο μικρός Ταρζάν ξύπνησε και πάλι μέσα μου.. Ο άλλος έτρεχε στο έδαφος κανονικά, σαν κοινός θνητός που ήταν.. Σε κάποια φάση ήρθαν 2 άτομα και μας ζήτησαν να κάνουν μια ερώτηση. Νόμιζα πως ήταν η αστυνομία της πόλης, πως έμαθαν... Τελικά είπαν πως τους είχαν καλέσει για να 'ρθουν να ελέγξουν την κατάσταση του γιγαντιαίου φυτού στο τέλος της στοάς, το οποίο φήμες των πολιτών έλεγαν πως είχε φτάσει σε σημείο να προσπαθεί να φάει ανθρώπους. Τους είπαμε πως όντως είναι πολύ επικίνδυνο, πως όντως είχε μεγαλώσει τόσο και τους προειδοποιήσαμε να είναι προσεκτικοί. Δεν τους είπαμε ψέματα, το φυτό ήταν αλήθεια υπαρκτό!. Εκείνη την ώρα ταυτόχρονα, είχαμε βρει και μια τεράστια στολή μεταμφίεσης, κάτι σαν μεγάλο κολοκύθι. Ο Άλφα μπήκε μέσα και προχωρούσε κάνοντας μικρά αλματάκια, όπως κάναμε παλιά στις σχολικές επιδείξεις μπαίνοντας μέσα σ' εκείνα τα παν-βρώμικα σακιά προσπαθώντας να φτάσουμε πρώτοι στην απέναντι πλευρά της αυλής (ωραίες εποχές)..
    Ενώ εγώ μιλούσα με τους άλλους, ξαφνικά εμφανίστηκε ένας εξίσου τεράστιος χιονάνθρωπος (με πόδια), τον οποίο γνωρίζαμε επίσης από κάπου και ήμουν σίγουρος πως δε συμπαθούσαμε καθόλου. Το κολοκύθι άρχισε να τον πειράζει και ο χιονάνθρωπος εκνευρισμένος έκανε κύκλους γύρω του προσπαθώντας μάταια να τον πιάσει. Βλέποντας αυτή τη γελοία σκηνή αποφάσισα να παρατήσω για 1 δευτερόλεπτο τους ανθρώπους και να "παίξω" με τις μασκότ του δάσους αυτού.. Ως δια μαγείας, βρήκα ένα σκοινί και το τύλιξα γύρω απ' το κεφάλι του χιονανθρώπου, καθώς περιστρεφόταν και το τράβηξα απότομα. Το κεφάλι έπεσε και από κάτω ξεπρόβαλε το κεφάλι του ανθρώπου που ήταν μέσα. "Του έκοψα το κεφάλι" φώναξα στον Άλφα χαρούμενος και αρχίσαμε να γελάμε εντυπωσιασμένοι. Οι άλλοι 2 μας κοιτούσαν παραξενεμένοι. Ήταν τόσο αστείο και διασκεδαστικό όλο αυτό. Για μια στιγμή ξανάνιωσα παιδί..
    Ο τζιβιάρης, μαύρος (ο χιονάνθρωπος) νευρίασε και γούρλωσε τα μάτια του κοιτώντας με απειλητικά. Την ίδια στιγμή ακούσαμε τις φωνές της συμμορίας πιο πίσω να πλησιάζουν.. Είχαμε καθυστερήσει, είχαμε χάσει αρκετό χρόνο με όλα αυτά και δε μας έπαιρνε άλλο.. "Τρέχα" είπα φωναχτά στον Άλφα και αμέσως το έβαλα στα πόδια.. Παρατήσαμε τους ανθρώπους, τα πάντα και τρέχαμε σαν τρελοί. Ο χιονάνθρωπος μας κυνήγησε κι αυτός, ο οποίος ξαφνικά για κάποιο λόγο είχε πάψει να είναι αργοκίνητος λες και περπατάει στο φεγγάρι..
    Βγήκαμε απ' τη στοά, ήμασταν πια έξω απ' την πόλη σχεδόν. Συνεχίσαμε να τρέχουμε με όλη μας τη δύναμη στη μέση του δρόμου, προς την έξοδο.. Ο δρόμος κατέληγε σε αδιέξοδο σβήνοντας όμορφα μέσα στη θάλασσα, ενώ δεξιά ήταν το προαύλιο και η είσοδος ενός πολυτελέστατου ξενοδοχείου. Στα αριστερά, υπήρχε λίγο πιο πέρα ένα κάθετο, υπερυψωμένο, καφέ τείχος που έμοιαζε με χωμάτινο λόφο. Εκεί μπροστά κολυμπούσε αρκετός κόσμος, όμως εγώ με την ταχύτητα που είχαμε δεν κατάλαβα που ξεκινούσε το νερό και φτάνοντας, προσπαθώντας να σταθώ κάπου για να πάρω μια ανάσα, μπλουπ!, βούλιαξα. Δεν πρόλαβα να καταλάβω τι έγινε, όλα συνέβησαν τόσο απότομα. Τρόμαξα, νόμιζα θα πνιγώ, όμως δεν άφησα το φόβο να με κυριεύσει. Αμέσως συγκεντρώθηκα και ηρέμησα. Τελικά κατάφερα να κολυμπήσω και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ήμουν και πάλι έξω στο τέλος του δρόμου πατώντας στεριά. Ο Άλφα απλώς περίμενε, δεν έκανε κάποια κίνηση, ούτε είπε τίποτα, λες και είχε γίνει κάτι αναμενόμενο.. Χωρίς να χάσω άλλο χρόνο του είπα να κρυφτούμε μέσα στο νερό μέχρι να σιγουρευτούμε πως είμαστε ασφαλείς. Έτσι, όπως ήμασταν ντυμένοι, βουτήξαμε και πήγαμε σε μια άκρη, όπου κολυμπούσε μια χαζοχαρούμενη τύπισσα μόνη της (μάλλον τουρίστρια αν κρίνω από τον αέρα της)..
    Αυτή στον κόσμο της, δεν είχε πάρει χαμπάρι τίποτα και μας κοιτούσε επίμονα, έτοιμη να πιάσει κουβέντα. Την πλησιάσαμε επιφυλακτικά και καθίσαμε για λίγο δίπλα της, κάνοντάς της νόημα να μείνει ήσυχη και χαλαρή σαν να μην είμαστε εκεί και έπειτα περιμέναμε υπομονετικά, με τα βλέμματά μας καρφωμένα στην άκρη του δρόμου. Σε λίγο, ακούσαμε φωνές. Ήταν οι μαύροι. Αμέσως, πήραμε βαθιά ανάσα και βουλιάξαμε κρατώντας τις αναπνοές μας. Ήρθαν κοντά, πολύ κοντά. Ήταν 2. Ο ένας μπήκε στο νερό μέχρι τη μέση και στάθηκε μπροστά μου στα 3 μέτρα.. Έψαξαν αριστερά δεξιά, όμως δεν μπήκαν πιο βαθιά.. Ευτυχώς κανείς δεν είπε τίποτα, λες και όλοι ήταν στο κόλπο.. Ατύχησαν, δε μας βρήκαν και άπρακτοι έφυγαν πίσω.. Εμείς περιμέναμε κι άλλο. Μείναμε μέσα όσο άντεχαν τα πνευμόνια μας.. Όταν πια σιγουρευτήκαμε πως όλα ήταν εντάξει βγήκαμε και πάλι στην επιφάνεια του νερού, μαζεύοντας σαν λυσσασμένοι το οξυγόνο του αέρα.
    Ενώ σιγά σιγά επανερχόμασταν στους φυσιολογικούς ρυθμούς απολαμβάνοντας τη δροσερή θάλασσα, κοίταξα για λίγο γύρω μου απορώντας για το από που έρχονταν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που κολυμπούσαν σ' αυτά τα νερά.. Δεν μπορούσα να χωνέψω το ότι έβγαιναν απ' το ξενοδοχείο και βουτούσαν στο νερό έτσι απλά. Καθώς λοιπόν σκάναρα με το γεμάτο περιέργεια βλέμμα μου την περιοχή, διαπίστωσα ξαφνικά πως υπήρχε λίγο πιο δίπλα και μία 2η έξοδος απ' αυτήν την πισίνα-θάλασσα. Ήταν ένα στενό μονοπάτι που χώριζε το χωμάτινο τείχος στα 2 και μάλλον ήταν του ξενοδοχείου δημιούργημα.. Κανείς δε μας είδε, κανείς δε μας εμπόδισε. Ανεβήκαμε τα σκαλάκια και εισβάλαμε κύριοι, λες και ήμασταν κι εμείς τουρίστες που απλώς απολάμβαναν το μέρος. Τα νερά είχαν κιόλας στεγνώσει από πάνω μας και η διάθεσή μας ήταν πλήρως τουριστική. Πλέον ήμασταν ήρεμοι, δε θα μας έβρισκαν εδώ, ήμασταν ασφαλείς, ένιωθα..
    Τώρα πώς να το περιγράψω, ήταν τεράστιο και πολύ περίεργο.. Όλο αυτό ήταν χτισμένο πάνω στην πλαγιά και ανάμεσα στα βράχια. Τα πάντα ήταν από ξύλο, τα μικρο-καταστήματα, οι καφετέριες, οι γεφυρούλες στους ανώμαλους διαδρόμους, τα διαχωριστικά τειχάκια, όλα, ενώ μικρά και μεγάλα φοινικόδεντρα ξεπρόβαλαν σε διάφορα σημεία σκιάζοντας το χώρο από 'δω κι από 'κει, συμπληρώνοντας έτσι το υπέροχο κλίμα. Όπου κι αν κοίταζες έβλεπες πανέμορφα τοπία με φόντο τη θάλασσα και τα πέρα βουνά, καθώς ταυτόχρονα ακουγόταν τσιλ-άουτ μουσικούλα να παίζει από παντού, με τους τουρίστες να πηγαίνουν πάνω κάτω, να κάθονται για καφέδες και φαΐ σε διάφορα μέρη και ξαπλώστρες και να χαλαρώνουν. Όλα ήταν τόσο ήρεμα, τόσο γαλήνια. Έμοιαζε παράδεισος. Λίγο αργότερα, βρεθήκαμε έξω από ένα κάτι σαν μαγαζάκι με διάφορα φαγώσιμα και άλλα καλούδια, που στον ξύλινο τοίχο έξω απ' την είσοδο είχε κρεμασμένες μπανάνες. Πήραμε από μία μπανάνα με τον Άλφα χωρίς να ρωτήσουμε κανέναν λες και ήταν εκεί για δοκιμή, ή τουλάχιστον αυτό θα ισχυριζόμασταν πως πιστεύαμε αν μας έλεγε κανείς τίποτα. Γνωρίζαμε πως μάλλον θα έπρεπε να μείνουμε για αρκετές ώρες (ίσως και μέρα-μέρες) σ' αυτό το μέρος, οπότε θα έπρεπε να μαζεύουμε εφόδια απ' αυτά που βρίσκαμε αριστερά-δεξιά για να επιβιώσουμε.. Μετά το μαγαζάκι με τις μπανάνες, ακολουθήσαμε ένα γκρουπ που τους ξεναγούσαν στους χώρους δείχνοντάς τους τα διάφορα μέρη και τοπία. Ό,τι φαγώσιμα και άλλα άφηναν πίσω οι τουρίστες ή μας έδιναν κατά τη διάρκεια της ξενάγησης, εμείς τα μαζεύαμε. Ευτυχώς, δε μας είχε καταλάβει κανείς και όλα κυλούσαν όμορφα.. Οι φόβοι και το στρες της προηγούμενης κατάστασης είχαν εξαλειφθεί τελείως. Σύντομα μας μετέφεραν σ' έναν εσωτερικό κλειστό χώρο για ν' ανέβουμε μια παλιά, κυλινδρική σκάλα η οποία θα μας έβγαζε κάπου ψηλά με ωραία θέα. Αυτή η σκάλα, όλως περιέργως ήταν το μόνο μεταλλικό στοιχείο στο χώρο, αλλά εκείνη τη στιγμή μου πέρασε απαρατήρητο.. Όλοι έμοιαζαν τόσο χαρούμενοι. Δυστυχώς, φτάνοντας πάνω μας είπαν πως για κάποιο λόγο ήταν κλειδωμένη η πόρτα και πως θα έπρεπε να φύγουμε, επιστρέφοντας ίσως αργότερα. Ο κόσμος απογοητεύτηκε. Εμείς δεν καταλάβαμε τι είχε γίνει ακριβώς, δε δίναμε και ιδιαίτερη σημασία, καθώς την ίδια στιγμή μαζεύαμε από κάτω κάτι διαφημιστικά γιαουρτάκια με γεύσεις και κάτι εισιτήρια για κάποιο event της ημέρας. Είναι τόσο ωραίο και εύκολο να κάνεις τον τουρίστα. Σε λίγο αρχίσαμε να οδεύουμε όλοι μαζί άτακτα προς την έξοδο. Φωνές από αρκετές διαφορετικές γλώσσες που ακούγοντας από 'δω και από 'κει ταυτόχρονα, δημιουργούσαν μια ακατάπαυστη βαβούρα που πλέον είχε αρχίσει να πλημμυρίζει το κεφάλι μου. Καθώς περνούσαν τα δευτερόλεπτα γινόταν όλο και πιο έντονο.. Ως εκεί ήταν, παρότι περνούσαμε υπέροχα στο μικρό αυτό παράδεισο, δεν άντεξα παραπάνω.. Η τουριστική φασαρία μάλλον με κέρδισε, ξύπνησα.



3/4/16

31 Μαΐου 2016

Γιαγιά, άλλη αξία.

Είχε ώρα που είχα ανάψει το θερμοσίφωνο και πλέον πήγαινα πάνω κάτω πηγαινο-φέρνοντας ρούχα, πετσέτες, ό,τι χρειαζόμουν.. Το μεσημεριανό τραπέζι μόλις είχε στρωθεί, χωρίς το δικό μου πιάτο. "Το παιδί δε θα φάει?", ρώτησε ο παππούς.. "Αυτός τώρα αν δεν κάνει μπάνιο να ετοιμαστεί δεν κάθεται στο τραπέζι", του απάντησε η γιαγιά και συνέχισε: "Θα πλυθεί, θα σκουπιστεί πρώτα, θα στεγνώσει τα μαλλιά του, θα βάλει το παντελόνι του και μετά θα 'ρθει να φάει και θα φύγει".

...έτσι ακριβώς. :)

28 Απριλίου 2016

The Woman and her "Dog".

   Στεκόμουν ακίνητος σ' ένα μεγάλο φαρδύ, παραθαλάσσιο πεζόδρομο και τους παρατηρούσα.. Πρέπει να βρισκόμασταν κοντά σε λιμάνι. Ο σκύλος της ήταν πολύ περίεργος για σκύλος. Ήταν υπερβολικά χοντρός και γέρικος με μπεζ, πυκνή και σγουρή τρίχα, σαν ένα μεγαλόσωμο πρόβατο ας πούμε, με σκυλίσια μουσούδα και άκρα. Έμοιαζε επίσης να πάσχει από κάποια αρκετά ιδιαίτερη ασθένεια, καθώς ήταν πολύ υπερκινητικό, έχοντας ταυτόχρονα απότομες και στιγμιαίες διαφοροποιήσεις στις διαθέσεις του.. Πρώτη φορά έβλεπα ένα τόσο αλλοπρόσαλλο προβατόσκυλο! Αυτή, ήταν ψηλή και λεπτή, γύρω στα 45-50. Φορούσε ένα καπέλο -αν και δεν είχε ουσιαστικό ήλιο- και φαινόταν πολύ ανήσυχη, σαν να περίμενε να συμβεί κάτι από στιγμή σε στιγμή. Δεν πέρασε πολύ ώρα, όταν ξαφνικά το σκυλί σάλεψε και χωρίς φαινομενικά κάποιο λόγο, τράβηξε το λουρί απ' το χέρι της γυναίκας και άρχισε να τρέχει ίσια προς τη θάλασσα. Η γυναίκα τρόμαξε, δεν πρόλαβε να καταλάβει τι είχε γίνει, όταν ο σκύλος της με ένα σάλτο βρέθηκε μέσα στο νερό. Ο κόσμος εκεί γύρω ξαφνιάστηκε και οι πιο τολμηροί έσπευσαν αμέσως να βοηθήσουν. Μάταια.. Απ' ό,τι φάνηκε ήταν ήδη αργά. Αμέσως μετά, παρατήρησα έναν άντρα ο οποίος ήρθε και στάθηκε παραδίπλα της κοιτάζοντάς την. Ήταν περιποιημένος. Φορούσε ένα καφέ, ισιωμένο κουστούμι με γραβάτα και ένα ζευγάρι μικρά γυαλιά. Ήταν φαλακρός και ξυρισμένος κόντρα, με λίγο μαλλί στα πλάγια πάνω από τ' αυτιά και έμοιαζε λίγο πιο νέος απ' αυτήν, γύρω στα 35-40 θα έλεγε κανείς. Φαινόταν τόσο ήρεμος και απαθής στο γεγονός που μόλις συνέβη. Δεν είπε κουβέντα, απλώς την κοίταζε με ένα κάπως περιφρονητικό βλέμμα, απογοήτευσης και βαρεμάρας. Ήταν ένα πολύ περίεργο συναίσθημα, αλλά πραγματικά, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, μου άφησε την εντύπωση πως αυτός ήταν ο σκύλος που έπεσε νωρίτερα στο νερό και τώρα επέστρεψε με την κανονική του μορφή πίσω στο "αφεντικό" του..
   Την επόμενη στιγμή βρισκόμουν κιόλας σε μια παραλία, σε μια αμμουδιά με πολύ κόσμο. Ήμουν στη Χαλκιδική, κάπου λίγο πιο πέρα απ' το εξοχικό της γιαγιάς μου ένιωθα. Περιφερόμουν μόνος αριστερά-δεξιά, περιμένοντας μια φίλη, τη Μη, και ταυτόχρονα παρατηρούσα τον κόσμο που διασκέδαζε ανέμελος και απολάμβανε ξένοιαστα τον καυτό ήλιο και την καλοκαιρινή θάλασσα. Όλοι έμοιαζαν τόσο ευτυχισμένοι, λες και ήταν η μοναδική στιγμή της ζωής.. Λίγο μετά, καθώς περπατούσα κατά μήκος της παραλίας, έπεσα πάνω σ' έναν άλλο πολύ καλό μου φίλο, τον Γάμα, ή αλλιώς "ψηλό", όπως συνηθίζουμε να τον αποκαλούμε.. Αυτός ήταν εκεί με παρέα, όμως οι δικοί του ήταν όλοι μέσ' στο νερό, αυτός άραζε στις ξαπλώστρες μόνος και λιαζόταν. Ξαφνιασμός, χαρές, αγκαλιές και χαμόγελα, λες και είχαμε να ιδωθούμε χρόνια. Όλα ήταν όπως πάντα, τα ίδια, χαλαρά και σαν να μην πέρασε μια μέρα, αμέσως μόλις μου είπε τα δικά του νέα, εγώ άρχισα να του εξιστορώ το γεγονός που μόλις πριν λίγο είχα ζήσει.. Δεν εντυπωσιάστηκε ιδιαίτερα θα έλεγα, εκτός απ' την ξαφνική αντίδραση-βουτιά του σκύλου στη θάλασσα, απορώντας τελικά γενικότερα με το τι μπορεί να συμβαίνει μέσ' στο κεφάλι των ζώων.. Πάνω στην κουβέντα ένιωσα το κινητό μου να δονείται και τη συζήτηση τώρα ήρθε να διακόψει ένα τηλεφώνημα από κάποιον που είχα να μιλήσω μήνες μαζί του. Ήταν ο Δέλτα, ένας παλιός, καλός φίλος απ' το δημοτικό, ο οποίος έτυχε εκείνες τις μέρες να βρίσκεται Χαλκιδική. Ανταλλάξαμε μερικές βιαστικές κουβέντες και συνεννοηθήκαμε να βρεθούμε σε λίγη ώρα εκεί κοντά, σ' ένα χωμάτινο σταυροδρόμι, κομβικό σημείο της περιοχής.. Η Μη δε θυμάμαι τι απέγινε...
   Την επόμενη στιγμή τα δεδομένα είχαν πάλι αλλάξει τελείως. Φτάνοντας στο σταυροδρόμι είχα ακόμη ένα τηλέφωνο, αυτή τη φορά από την Πι, μια πολύ παλιά γνωστή, πρώην ενός φίλου.. Ούτε που θα περίμενα πως θα είχε ακόμη τον αριθμό μου.. Ήταν σοβαρό, είπε. Έπρεπε όλοι να μαζευτούμε στη βάση της και θα μας εξηγούσε εκεί.. Σύντομα, κατέληξα σ' ένα κτήριο μαζί με διάφορους άλλους που είχαν έρθει από διάφορα μέρη ο καθένας τους, όλοι φυσικά για τον ίδιο σκοπό. Εγώ πήρα το περίεργο ασανσέρ μόνος και τελευταίος απ' όλους, το οποίο σε ανέβαζε υποχρεωτικά πάνω πάνω στον τελευταίο όροφο και μετά εσύ έπρεπε να κατέβεις όπου ήθελες να πας με τα πόδια. Μπαίνοντας μέσα συνάντησα την Πι, σοβαρή και οργανωμένη, να αναλύει στους υπόλοιπους που είχαν μαζευτεί το πως θα πρέπει να κινηθούμε. Πρέπει να ήταν ντετέκτιβ και ήταν αυτή η οποία είχε οριστεί υπεύθυνη για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Σκοπός μας ήταν η παρακολούθηση ενός τύπου, ο οποίος προς έκπληξή μου, αργότερα έμαθα πως ήταν αυτός που είχα δει στον πεζόδρομο.. Ήταν ο ίδιος χοντρός και η τύπισσα που είχε επικοινωνήσει με την Πι προς παρακολούθησή του ήταν εκείνη η ψηλή, λεπτή κακόμοιρη κυριούλα που έχασε το σκύλο της.. Τι περίεργο σενάριο να συμβαίνει πίσω απ' αυτούς τους δύο, σκέφτηκα. Η Πι δεν είπε τίποτα παραπάνω και αμέσως κατέβηκα και πάλι κάτω..
   Στην ομάδα μας μαζί με τους άλλους ήταν και ο Γιώτα, πανεπιστημιακός συμφοιτητής και φίλος, με τον οποίο όμως βάση των παραπάνω δεν είχαμε και ιδιαίτερο χρόνο να ανταλλάξουμε και πολλές κουβέντες. Ο χώρος εκτός κτηρίου ήταν πολύ ιδιαίτερος. Ήταν μια πανέμορφη, ευρωπαϊκή γειτονιά, που παρότι θύμιζε Ιταλία, είχα την εντύπωση πως βρισκόμασταν στη Γαλλία. Τα πάντα γύρω μας ήταν στολισμένα με κάθε λεπτομέρεια και οι άνθρωποι κυκλοφορούσαν ντυμένοι με ρούχα αναγεννησιακής εποχής.. Είχε νυχτώσει πια και ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος, καθώς παντού έβλεπες να λάμπουν τ' αστέρια αριστερά και δεξιά. Δυστυχώς δεν είχαμε χρόνο για να το απολαύσουμε όλο αυτό. Η παρακολούθηση ξεκίνησε απότομα, όταν πολύ σύντομα είδαμε τον μυστήριο τύπο να προχωράει αμέριμνος στο δρόμο, πηγαίνοντας βόλτα μαζί με τη γνωστή γυναίκα... Αυτή, όλως περιέργως κρατούσε ένα δερμάτινο, λεπτό λουρί με το οποίο τον είχε δεμένο απ' το χέρι, λες και ήταν κάποιος κρατούμενος. Λίγο μετά, αφού είχαμε πια πλησιάσει αρκετά, ο άντρας μας αντιλήφθηκε και άρχισε να περπατάει πιο γρήγορα τραβολογώντας μαζί του και τη γυναίκα, η οποία φυσικά το έπαιζε ανήξερη.. Τα βήματα όλων επιταχύνθηκαν και πολύ σύντομα ξεκίνησε η δράση.. Ο χοντρός τράβηξε βίαια το λουρί απ' τα χέρια της γυναίκας που μάταια προσπαθούσε να τον καθυστερήσει και αμέσως άρχισε να τρέχει στα στενά της πόλης. Χωρίς δεύτερη σκέψη, ακολουθήσαμε και εμείς από πίσω.. Τον κυνηγούσαμε για ώρα, όταν σε κάποια φάση είχαμε μείνει οι δυο μας, καθώς οι υπόλοιποι είχαν ξεμείνει αρκετά πιο πίσω. Προσπαθώντας να με σταματήσει με κάθε κόστος, άρχισε να μου πετάει διάφορα κλεμμένα μαχαίρια που κουβαλούσε πάνω του. Για καλή μου τύχη τα απέφυγα χωρίς κάποιο τραυματισμό, όμως πλέον φοβόμουν να πλησιάσω περισσότερο. Δεν ήξερα το τι άλλο θα ήταν ικανός να κάνει στη συνέχεια.. Λίγο παρακάτω συναντήσαμε κάτι σκαλιά και εκεί βρήκα την ευκαιρία μου.. Καθώς αυτός τα κατέβαινε βιαστικά ένα ένα, εγώ με μια βουτιά τον κλότσησα από πίσω στα πόδια ρίχνοντάς τον κάτω.. Ο ήχος από τα υπολειπόμενα μαχαίρια του που σκόρπισαν εδώ κι εκεί στο τσιμέντο, ήταν το τελευταίο πράγμα που άκουσα πριν τον χάσω τελείως απ' τα μάτια μου.. Όταν σηκώθηκα είχε πια εξαφανιστεί. Το μόνο πράγμα που είχε απομείνει ήταν τα ρούχα του πάνω σε κάτι κάγκελα, δίπλα στο τοιχάκι στο οποίο είχε καταλήξει πέφτοντας.. Εκείνη τη στιγμή κατέφθασαν και οι υπόλοιποι. Τους εξήγησα πολύ βιαστικά τι είχε συμβεί και αμέσως όλοι μαζί αρχίσαμε να ψάχνουμε.. Τότε ήταν που πλησίασα προσεκτικά στο τοιχάκι και άρχισα να σκαλίζω σχολαστικά το χώμα που υπήρχε τριγύρω στο έδαφος. "Έχω την εντύπωση πως συρρικνώθηκε", είπα τραβώντας την προσοχή όλων. "Πρέπει να συρρικνώθηκε για να τον χάσουμε, γι' αυτό και ξέμειναν τα ρούχα του εδώ", συνέχισα.
   Η παρακολούθηση είχε λάβει τέλος. Όπως ήταν αναμενόμενο, δεν τον βρήκαμε και άπρακτοι επιστρέψαμε και πάλι στο κτήριο-βάση της Πι. Εγώ, μπήκα και πάλι τελευταίος στο ασανσέρ, εκτελώντας την ίδια διαδικασία. Κατεβαίνοντας στον 3ο, μπήκα στο διαμέρισμα όπου όλοι ήταν σκεπτικοί και απασχολημένοι στους υπολογιστές τους. Πληκτρολογούσαν, διάβαζαν, έψαχναν.. Τι κάνουμε όλοι εμείς ακόμα εδώ, αναρωτήθηκα. Έπρεπε να το πάρουμε απόφαση, ο μυστηριώδης χοντρός είχε πια εξαφανιστεί για τα καλά και δε θα τον ξανα-βλέπαμε ποτέ.



18/3/15