24 Δεκεμβρίου 2013

Me, Myself or I? (part: 2)

"Είσαι όλοι τους μαζί, τα πάντα γύρω σου. Του καθενός η γνώμη για το άτομό σου είναι τα κομμάτια του παζλ που κρύβεις μέσα σου.", έγραφε χαρακτηριστικά ξεδιπλώνοντας τις σκέψεις του.. Ναι, όμως είσαι μόνο αυτά τα κομμάτια? Το παζλ τείνει να ολοκληρωθεί, ολοκληρώνεται όμως ποτέ?.. Η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Ας καθίσουμε να σκεφτούμε λίγο με τη σειρά τα πράγματα. Είπαμε ξεκινώντας πως "...για τον καθένα είμαι αυτά που του δείχνω..." καταλήγοντας τελικά στο ότι η απάντηση για το "εσύ" κρύβεται μάλλον στη γνώμη του καθενός για το άτομό σου. Η πραγματικότητα όμως φαίνεται να είναι αρκετά πιο σύνθετη...
Η όλη αυτή σκέψη για να δίνει ολοκληρωμένο και αντικειμενικό αποτέλεσμα προϋποθέτει τη γνώση του εαυτού σου εξ αρχής. Και αυτό γιατί, η γνώμη του καθενός, όπως είπαμε, είναι ένα απ' όλα εκείνα τα κομμάτια, όμως το αυθεντικό παζλ είναι αυτό που έχει όλα του τα κομμάτια στη θέση τους. Κατά συνέπεια, πρέπει στους ανθρώπους εκεί έξω, λίγο στον έναν λίγο στον άλλο, συνειδητά η ασυνείδητα, να έχεις δώσει/δείξει κάθε σου πλευρά. Και αυτό το "κάθε" θα πρέπει να είναι απόλυτο. Διότι σε διαφορετική περίπτωση, ακόμη και αν υπήρχε η ανύπαρκτη δυνατότητα να μαζέψουμε όλους αυτούς, όλες τις γνώμες ως προς το πρόσωπό σου προσπαθώντας να βγάλουμε τη γενική-πραγματική εικόνα, θα ήμασταν ψεύτες και ατελείς αν λέγαμε πως είσαι αυτά και μόνο, όταν αυτή η εικόνα δε θα συμπεριλάμβανε όλα (μα όλα) τα μέρη/κομμάτια σου. Για να δείξεις λοιπόν κάθε σου πλευρά θα πρέπει να τις γνωρίζεις, αλλιώς πως μπορείς να ξέρεις και να πεις ότι τις έχεις δείξει όλες? Πάντα θα υπάρχει η πιθανότητα να ισχύει κάτι για τον εαυτό σου που δεν το έχεις ανακαλύψει ακόμα, όχι? Εφόσον λοιπόν οι γνώμες τους προκύπτουν από αυτά που εσύ δείχνεις, αν δε γνωρίζεις ότι τα δείχνεις όλα τότε ταυτόχρονα δε μπορείς να ξέρεις αν αυτές οι γνώμες είναι αρκετές για την αλήθεια του "εσύ".. Και απ' την άλλη αν δε γνωρίζεις όλες αυτές τις γνώμες δε μπορείς να ξέρεις τι δείχνεις, πόσο μάλλον αν τα δείχνεις όλα.. Και το λέω έτσι, διότι το θέμα εδώ γίνεται ακόμη πιο σύνθετο..
Πρόσφατα άκουσα μια φράση σε μια σχετική συζήτηση μ' ένα φίλο, της οποίας τις σκέψεις είχα κάνει και εγώ λίγο καιρό νωρίτερα (αρχές φθινοπώρου), αναθεωρώντας κάποια πράγματα τα οποία τα είχα για χρόνια τοποθετημένα κάπως στο μυαλό μου.. Πάντα υπήρχε το ερώτημα αν είσαι αυτά που σκέφτεσαι η αυτά που κάνεις/δείχνεις. Όλοι μας πιστεύω ερχόμαστε, με τον έναν η τον άλλο τρόπο, κάποια στιγμή στη θέση ν' απαντήσουμε σ' αυτήν την απορία. Τελικά μάλλον εκεί που καταλήγω είναι πως "είσαι αυτό που φαίνεται στα μάτια των άλλων". Το οποίο φυσικά προκύπτει απ' αυτά που κάνεις που με τη σειρά τους προκύπτουν απ' αυτά που σκέφτεσαι, έχοντας όμως μια, ίσως μικρή παρ' όλα αυτά, σημαντική απόκλιση απ' αυτό που τελικά φαίνεται.. Διότι το πως θα εκλάβει ο άλλος κάτι δεν είναι μόνο θέμα του πως εσύ θα το πεις/κάνεις/δείξεις, έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό και με την αντίληψή του, όπως επίσης και με το πόση σημασία σου δίνει ακόμα και αν η αντίληψή του είναι επαρκής.. Και η παγίδα εκεί είναι καμιά φορά επικίνδυνη, γιατί πολλές φορές (αν όχι τις περισσότερες), χωρίς να χρειαστεί να κάνουμε κάποια συνειδητή σκέψη, νομίζουμε ότι γινόμαστε σαφείς και ότι έχουμε δώσει ακριβώς την εικόνα την οποία θα θέλαμε στον άλλον για το πρόσωπό μας, όμως δυστυχώς δε συμβαίνει πάντα με την ίδια ακρίβεια. Πράγμα το οποίο επιβεβαιώνεται κιόλας όταν καμιά φορά βλέπεις τον ξαφνιασμό και την εντύπωση του άλλου σε πράγματα που κάνεις τα οποία δεν τα περίμενε από σένα, ενώ εσύ θα το θεωρούσες πολύ φυσιολογικό να τα φανταστεί.
Συμπληρωματικά/Πληροφοριακά:
Ο Ι.Καντ επίσης (πολύ σωστά) έλεγε πως δε μπορείς να μιλάς για την αλήθεια ενός πράγματος αν δε γνωρίζεις την αρχή και το τέλος του.. Είναι σαν να βλέπεις ένα μισοτελειωμένο παζλ και να λες "μμ, μέχρι τώρα ωραίο φαίνεται" και τελικά να μαθαίνεις πως στο υπόλοιπο απεικονίζεται κάτι τελείως αποκρουστικό, σιχαμένο ή χυδαίο (ή και όλα μαζί), πράγματα εντελώς έξω απ' τα γούστα σου, που ξαφνικά σου δημιουργούν άλλη άποψη για την αλήθεια του.. Πράγματι λοιπόν, πως μπορείς με σιγουριά να πεις πως σε/τον/την ξέρεις πριν "δεις το τέλος σου/του/της"? Μπορείς μόνο ν' αναρωτιέσαι και ν' αναλύεις το πριν έως το τώρα και αυτά μ' επιφυλάξεις και ερωτηματικά (λόγο των όσων προείπαμε), το μετά είναι στη συνέχεια της "ταινίας" την οποία οφείλεις να δεις πριν (δίκαια) κρίνεις..




??/11/2013

13 Δεκεμβρίου 2013

Usual Sickness (part: 3)

Η ασθένεια της χαζομάρας (και πάλι).
Τι, νομίζατε και εσείς ότι προσβάλει μόνο τους ανθρώπους ε?
Δυστυχώς το πρόβλημα δε σταματάει εκεί..
Ορίστε τ' αγαπημένα μου πιο χαζά σκυλιά του διαδικτύου.



Αντίδοτο?
Ε, είπαμε,
no clue.

1 Δεκεμβρίου 2013

Το Μυστήριο Πίσω απ' το Πέτρινο Τείχος

Είχαμε μπει λαθραία μέσα.. Κρυφτήκαμε ανάμεσα στα κιβώτια και στα τεράστια, μεταλλικά βαρέλια που μόλις είχαν φορτωθεί μέσα σ' ένα παλιό, βρώμικο φορτηγό, έτοιμο για επιβίβαση.. Δε θυμάμαι πως τα καταφέραμε μέχρι εκεί.. Ήταν δυο-τρεις ακόμα μαζί μου, δεν τους ήξερα, ίσως ούτε αυτοί γνωριζόντουσαν μεταξύ τους, αλλά είχαμε γίνει μια μικρή ομάδα, ελπίζοντας να τα καταφέρουμε όλοι..
Ο προειδοποιητικός ήχος ακούστηκε, η υδραυλική πόρτα σηκώθηκε. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχε χαθεί και η τελευταία δεσμίδα φωτός.. Δεν τους έβλεπα πια, τα πάντα γύρω μου είχαν πνιγεί στο μαύρο. Προσπάθησα να κουλουριαστώ για να κρατήσω τη θερμοκρασία της έντασης που σιγά σιγά είχε αρχίσει να μ' εγκαταλείπει.. Ήμουν σίγουρος, ήρεμος πλέον, ξεκινήσαμε,
(ξε)φύγαμε. Σύντομα ήρθε και η επιβεβαίωση με τον εναρκτήριο ήχο του πλοίου.. Ένας ήχος, άλλες φορές τόσο λυπητερός, μα τώρα τόσο ελπιδοφόρος..
Ήταν τόσο άβολα εκεί μέσα, αλλά τελικά κατάφερα να πείσω τον ύπνο να 'ρθει να με πάρει. Πως είναι να κοιμάσαι στον ύπνο σου άραγε
?... Όταν άνοιξα τα μάτια μου είχαμε φτάσει ήδη. Ξημέρωσε. Ένιωσα λες και είχε περάσει μόνο ένα δευτερόλεπτο.. Ξαφνικά βρισκόμουν σε μια, κάτι σαν αποθήκη, (ίσως παλιό σαλόνι) τετράγωνη και αρκετά μεγάλη, μαζί με όλο το φορτίο, τα κιβώτια κλπ.. Έριξα μια γρήγορη ματιά γύρω μου πριν πάρω την απόφαση να σηκωθώ. Κούτες παντού, γεμάτες ποιος ξέρει τι, στοιβαγμένες πάνω σε ξύλινες καρέκλες και αναποδογυρισμένα τραπέζια, τυχαία τοποθετημένα στο χώρο. Μια σαλονο-αποθήκη όπου βασίλευε η αταξία! Τα έπιπλα είχαν όλα ένα σκούρο καφέ χρώμα, το ίδιο και το πάτωμα και οι τοίχοι, ίσως και το ταβάνι. Ήταν όλα ασορτί. Και πρέπει να ήταν αρκετά ψηλά το δωμάτιο, γιατί τα παράθυρα είχαν όλα σε πανοραμικό φόντο την ακτή και τη θάλασσα.
Και τότε θυμήθηκα τα άτομα που είχαμε ξεκινήσει μαζί. Που να ήταν άραγε, κατέβηκαν και αυτοί, τα κατάφεραν, δεν είχα ιδέα.. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δεν υπήρχε κανείς στο χώρο, ήμουν τελείως μόνος. Σηκώθηκα.
Είχε σίγουρα δύο, ίσως και τρεις πόρτες. Διάλεξα μία και την άνοιξα προσεκτικά.. Κανείς. Ένας επίσης μεγάλος χώρος, ψηλοτάβανος με τα ίδια χρώματα και σχεδόν τα πάντα ξύλινα. Με μόνη διαφορά ότι εδώ το 'βλεπες με την πρώτη ματιά, είχε περάσει γυναικείο χέρι. Όλα στη θέση τους. Μια καθώς πρέπει τραπεζαρία. Δεν έμεινα πολύ, συνέχισα στο επόμενο δωμάτιο επιλέγοντας πάλι μία απ' τις δυο-τρεις πόρτες που υπήρχαν. Τώρα ήμουν σε μια, εξίσου μοναχική, βιβλιοθήκη. Το ίδιο βαρετή, το ίδιο ήσυχη και με πολλές εισόδους-εξόδους όπως και τα προηγούμενα δωμάτια. Αυτήν τη φορά όμως κατευθύνθηκα προς το παράθυρο πριν ασχοληθώ με τις πόρτες.. Το άνοιξα προσεκτικά και πετάχτηκα έξω παρατηρώντας καλά καλά ό,τι μπορούσα να δω από 'κει..
Όντως ήμουν πολύ ψηλά. Τι περίεργο μέρος, σκέφτηκα. Σίγουρα όχι όπως το περίμενα. Όμως δε μπορούσα να κάνω κι αλλιώς, δεν υπήρχε περιθώριο επιλογής, ούτε είχα χρόνο για χάσιμο. Σε πρώτη φάση έπρεπε ν' αναγνωρίσω το κτήριο.
Έμοιαζε κυκλικό και τεράστιο, κάτι σαν παλιό αρχοντικό, αλλά ιδιαίτερα περιποιημένο. Μετρώντας τα παράθυρα υπολόγισα το λιγότερο
4-5 ορόφους κάτω από μένα και άλλους τόσους από πάνω. Ήταν όλο χτισμένο πάνω -ίσως και μέσα- σε γιγάντια απότομα βράχια, τα οποία ήταν περιτριγυρισμένα από αμμουδιές που, μέσα από πολύχρωμα δέντρα, κατέληγαν στη θάλασσα. Παντού θάλασσα. Τίποτα άλλο στον ορίζοντα. Κανένα ίχνος ανθρώπινης ζωής. Και το νεκρό αυτό τοπίο ερχόταν να επιβεβαιώσει η κυριαρχία μιας τρομακτικής άπνοιας. Λες και ήταν κανένα από 'κείνα τα μικρά, ξεχασμένα απ' τον χάρτη νησάκια, στο κέντρο του Ειρηνικού, που ούτε ο ίδιος ο ωκεανός δεν τα θέλει.. Όμως τίποτα απ' αυτά δεν ήταν τόσο περίεργο και ανεξήγητο όσο οι ήχοι που ξαφνικά ακούστηκαν και προκλητικά διέκοψαν τη μέχρι τότε υπνωτιστική βασιλεία της ησυχίας..
Δε μπορούσα να προσδιορίσω ακριβώς την πηγή τους. Ερχόντουσαν από κάπου όχι και τόσο μακριά, αλλά πουθενά στα πλαίσια του οπτικού μου πεδίου. Ήταν μουγκρητά ζώων και συγκεκριμένα ελεφάντων. Ναι, ελεφάντων. Και δεν ήταν απ' την κούραση ή από κάποιο παιχνίδι του μυαλού, ήμουν σίγουρος ότι τους άκουγα. Ήταν κάπου εκεί έξω..
Η εικόνα δεν ήταν πλήρης. Έπρεπε να βρω τρόπο να δω και απ' την άλλη πλευρά του κτηρίου. Μπήκα πάλι μέσα και διάλεξα μια πόρτα για να συνεχίσω την εξερεύνηση. Πάλι κανείς, ένα πανομοιότυπο δωμάτιο. Είχε αρχίσει να μ' ενοχλεί αισθητά αυτή η απουσία.. Το προσπέρασα γρήγορα και πήγα στο επόμενο και ύστερα στο επόμενο... Μετά από ώρα κατάφερα να βρω το παράθυρο που έψαχνα για να επιβεβαιωθώ.. Όπως το περίμενα. Το παλιό αυτό αρχοντικό ήταν ουσιαστικά ένας γιγαντιαίος κύλινδρος καρφωμένος στο κέντρο ενός αρκετά μικρού και αποξενωμένου, κυκλικού νησιού, χωρίς φαινομενικά κανένα νόημα ύπαρξης.. Και η εικόνα συνέχιζε να μην εναρμονίζεται με τον ήχο. Πλέον άκουγα και γλάρους, χωρίς όμως να βλέπω πουλιά πουθενά. Άκουγα και τον αέρα, μα δεν κουνιόταν φύλλο.. Και οι ελέφαντες εκεί...όμως που
? Δεν τους έβλεπα πουθενά, δε μπορούσα να καταλάβω..
Γύρισα πάλι μέσα. Λάθος πόρτα αυτήν τη φορά. Πίσω στην τραπεζαρία... Πέρασε αρκετή ώρα ώσπου να προσανατολιστώ μέσα σ' αυτόν το λαβύρινθο.. Απ' τον ένα χώρο στον άλλο και πίσω σε κάποιον άλλο, σκάλες πάνω, σκάλες κάτω και ύστερα όλα πάλι απ' την αρχή.. Είχα αρχίσει ν' απογοητεύομαι αισθητά όταν ξαφνικά, κάπου απ' τα βάθη του κτηρίου ακούστηκαν έντονα γέλια. Επιτέλους κάποιος
! Πρέπει να ήταν σε κάποιο άλλο όροφο, αρκετά πιο κάτω, υπέθεσα.. Αμέσως ξεκίνησα την κάθοδο.. Περιέργως, βρήκα πολύ γρήγορα τα σωστά δωμάτια και τη διαδρομή και μέσα σε λίγα λεπτά, τους βρήκα...
Ένας τόσο μεγάλος και όμορφος χώρος, παραμυθένιος. Το ταβάνι έμοιαζε γυάλινο και είχε φόντο τον καταγάλανο ουρανό, γεμίζοντας το δωμάτιο με το πλούσιο φως της ημέρας. Κάτω γρασίδι και στη μέση ένα μικρό, πανέμορφο συντριβανάκι, κάτι σαν μια εσωτερική αυλή. Γύρω γύρω, παντού βιβλιοθήκες κολλημένες στους τοίχους και σε δύο απ' αυτούς, σε σχήμα ορθής γωνίας, σε απόσταση
3-4 μέτρων περίπου, υπήρχαν σκαλιστές, μαρμάρινες κολώνες οι οποίες στήριζαν ένα μικρό εσωτερικό, ξύλινο μπαλκονάκι το οποίο ήταν σε δεύτερο επίπεδο και στήριζε και αυτό με τη σειρά του τις επάνω βιβλιοθήκες. Και όλα αυτά χτισμένα πάνω σ' ένα πέτρινο μονοπάτι, το οποίο έκανε τον κύκλο του ορθογώνιου αυτού δωματίου, περιτριγυρίζοντας με γεωμετρική ακρίβεια το πράσινο.
Ήταν τέσσερις, άντρες και γυναίκες, καθισμένοι σ' ένα απ' τα
3 στρόγγυλα, ξύλινα τραπεζάκια, τα οποία ήταν τυχαία τοποθετημένα στην, κοντινότερη στο γάμα του μπαλκονιού, γωνιά μέσα στο γρασίδι. Γύρω στα 40 όλοι τους, ιδιαίτερα μικροκαμωμένοι και περίεργα ντυμένοι, μεσαιωνικά, θα έλεγα ιδανικά. Φαινόντουσαν υψηλής κοινωνίας προσωπικότητες.. Τους πλησίασα διστακτικά. Δε μου 'δωσαν σημασία. Τους χαιρέτησα πλησιάζοντας περισσότερο. Πάλι τίποτα, σαν να μην υπήρχα. Σαν να μην υπήρχαν..
Οι ήχοι τώρα πια έδιναν ζωή στο μέρος. Πλέον άκουγα κι άλλους να μιλάνε και να γελάνε από γειτονικούς χώρους και στο βάθος φασαρία από αντικείμενα, κουζινικά, μηχανές, πόρτες και άλλες απροσδιόριστες πηγές που επιβεβαίωναν την ύπαρξη άφθονης ζωής.. Σε ποιον ν' ανήκε όλο αυτό, και ποιος θα έχτιζε κάτι ανάλογο σ' έναν τέτοιο έρημο τόπο, σκέφτηκα, καθώς στεκόμουν μαγεμένος και απολάμβανα τα χρώματα και τις λεπτομέρειες που έντυναν τόσο προσεγμένα το χώρο. Και τότε ξαφνικά, επαληθεύτηκε η μέχρι τότε ανεξήγητη φαντασίωσή μου..
Το πάτωμα άρχισε να δονείται αισθητά σε τρομακτικό βαθμό και τα μουγκρητά πλησίαζαν απειλητικά όλο και περισσότερο.. Οι θορυβοποιοί δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους.. Ακριβώς κάτω από εκεί όπου άρχιζε και τελείωνε αυτό το εσωτερικό μπαλκόνι, υπήρχαν δύο μεγάλες καμάρες. Μπήκαν απ' τη μία και διασχίζοντας το πέτρινο μονοπάτι, περνώντας πίσω απ' τις κολώνες, έφτασαν και βγήκαν από την άλλη, χωρίς να προκαλέσουν καμία ζημιά στο διάβα τους. Και έτρεχαν πολύ. Πρώτη φορά έβλεπα τόσο προσεκτικούς ελέφαντες. Για την ακρίβεια, πρώτη φορά έβλεπα ελέφαντες και μάλιστα τόσους πολλούς μαζί.. Πρέπει να ήταν πάνω από
10 και δεν ήταν καθόλου μικροί και σίγουρα δε φαίνονταν να έρχονται με φιλικές διαθέσεις.. Ακόμη αναρωτιέμαι πως χώρεσαν εκεί μέσα.. Οι άνθρωποι πετάχτηκαν πάνω και αμέσως έτρεξαν να κρυφτούν όπου βρουν. Εγώ όμως ήμουν ασυνήθιστα περίεργος.. Χωρίς δεύτερη σκέψη ακολούθησα τα θηρία..
Έμοιαζαν να ξέρουν τι κάνουν, καθώς η πορεία τους ήταν πολύ συγκεκριμένη. Σε λίγο φτάσαμε σ' ένα εξωτερικό διάδρομο του αρχοντικού, ο οποίος κατέληγε σ' ένα αδιέξοδο σταματώντας σ' ένα περίεργο πέτρινο τείχος, το οποίο έδειχνε να σφραγίζει μια κάποια είσοδο.. Λες και κάποιος το είχε χτίσει επίτηδες για να κρύψει κάτι, ίσως σε κάποιο μυστικό χώρο του κτηρίου που κατέληγε πραγματικά ο διάδρομος.. Δεν πρέπει να ήταν καθόλου τυχαίο που ήρθαμε μέχρι εδώ..
Οι ελέφαντες ξεκίνησαν να κοπανάνε και να γκρεμίζουν το τείχος και ό,τι υπήρχε τριγύρω με όποιον τρόπο μπορούσαν. Απίστευτη η οργή των ζώων μερικές φορές.. Μαζεύτηκε κι άλλος κόσμος και όλοι παρακολουθούσαν έντρομοι. Σε λίγο κατέφθασε και η φρουρά..
Ήταν απ' την κορυφή ως τα νύχια φιγούρες βγαλμένες από κάστρο του μεσαίωνα. Με τα κράνη τους, τις πανοπλίες τους, τα δόρατα, τις ασπίδες, όλα κανονικά. Και όλοι τους μικροκαμωμένοι, όχι νάνοι, αλλά ένα ενδιάμεσο, αφύσικο για άνθρωπο μέγεθος. Μόλις που είχε αρχίσει να φαίνεται ένα φως πίσω απ' τα ερείπια -μάλλον από δάδα στον τοίχο- όταν μας απώθησαν όλους πίσω, μέσα στο κτήριο, εκεί όπου κανείς δε θα μπορούσε να δει τι γινόταν πια. Προσπάθησα να τους ξεγλιστρήσω και να βγω πάλι έξω, αλλά μάταια. Μέσα στον πανικό τους έχασα.. Οι περισσότεροι γύρισαν πίσω στις δουλειές τους λες και ήξεραν τη συνέχεια και μέσα σε μερικά λεπτά οι ελέφαντες επέστρεψαν πίσω από 'κει που 'ρθαν, ήρεμοι σαν ένα χαζό, υπνωτισμένο κοπάδι προβάτων.. Τους είδα να βγαίνουν, απ' την καμάρα της αυλής που είχαν μπει αρχικά, αλλά η φρουρά μας σταμάτησε για δεύτερη φορά. Πλέον είχαν κλείσει τελείως και τον εξωτερικό διάδρομο και είχαν ήδη ξεκινήσει εντατικά έργα ανόρθωσης του τείχους.. Κανείς δε μπόρεσε να μάθει από που, πως και γιατί... Αυτό ήταν. Έπρεπε να λύσω το μυστήριο άμεσα. Έπρεπε να μάθω από που έρχονται και για αρχή, να βρω τρόπο να βγω απ' το αρχοντικό.
Ξανανέβηκα στους πιο πάνω ορόφους για να έχω καλύτερη θέα. Γύρισα όλα τα δωμάτια -εκτός από τα κλειδωμένα- και κοίταξα απ' όλα τα παράθυρα. Ελέφαντες πουθενά κι όμως τους άκουγα παντού. Λες και ήταν όλα στο κεφάλι μου..
Πρέπει να είχαν περάσει πάνω από δυο ώρες περιπλάνησης, -έτσι ένιωσα- όταν σε κάποια φάση συνειδητοποίησα πως ο κόσμος, η ζωή, είχαν χαθεί και πάλι.. Οι πόρτες συνεχώς δημιουργούσαν καινούρια, άδεια δωμάτια από πίσω τους, δε μπορούσα να το εξηγήσω αλλιώς, οι χώροι, η αρχιτεκτονική, τίποτα δεν έβγαζε νόημα.. Είχα χαθεί και ήμουν μόνος. Ένιωθα πλέον αδύναμος να συνεχίσω και πάνω στην απογοήτευσή μου, για καλή μου τύχη, βρέθηκα πάλι στο παραμυθένιο δωμάτιο με την αυλή. Το φως ακόμη εκεί, δε νύχτωνε ποτέ σ' αυτόν τον τόπο.. Κοίταξα γύρω μου, κανείς, απόλυτη ησυχία.. Πήγα και κάθισα για λίγο στα τραπεζάκια ν' απολαύσω την επιστροφή μου σε γνώριμο μέρος και φυσικά, τη μοναξιά μου.. Ξαφνικά, πριν καλά καλά το καταλάβω, ήρθαν όλα πίσω.. Πρώτα ένιωσα τη δόνηση και έπειτα ακολούθησαν τα μουγκρητά.. Φωνές αγωνίας και θόρυβος από πανοπλίες και ταχύ βηματισμό συμπλήρωσαν το ηχοτοπίο μέσα στα επόμενα δευτερόλεπτα.. Γύρισαν πάλι... Η διαδικασία επαναλήφθηκε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και το ίδιο ανεξήγητο τέλος.. Έπρεπε να βιαστώ, είχα ένα προαίσθημα ότι είχα αργήσει ήδη αρκετά..
Δεν είχα άλλη επιλογή, βούτηξα πάλι πίσω στον λαβύρινθο.. Αυτήν τη φορά ήταν πιο εύκολο απ' ό,τι περίμενα.. Ήμουν καθισμένος στο περβάζι ενός παραθύρου παρακολουθώντας τον κόσμο έξω, όταν απ' το πουθενά εμφανίστηκε η λύτρωσή μου.. Μπήκε στο δωμάτιο και ήρθε κατευθείαν προς το μέρος μου. Ήρεμη, άνετη, σαν να με έψαχνε και ήθελε να με βοηθήσει από πάντα.. Στάθηκε δίπλα μου και περίμενε ακίνητη. Δε θυμάμαι ακριβώς τα χαρακτηριστικά της, αλλά είχε μακριά μαλλιά και ήταν αρκετά νέα. Για κάποιο περίεργο λόγο την εμπιστεύτηκα απ' το πρώτο δευτερόλεπτο.. Της είπα τι έψαχνα χωρίς καμία υποτυπώδης γνωριμία -αγενέστατος, αλλά δικαιολογημένος- και αυτή αμέσως με καθοδήγησε στο κατάλληλο δωμάτιο. Δεν πρέπει να είχα ξαναπεράσει από 'κεί. Ήταν ένας χώρος με πολύ ιδιαίτερη θέα.

Εκεί, είπε και έδειξε με το δεξί της χέρι έξω απ' το παράθυρο πέρα απ' τα βράχια, σε μια περιοχή με τόσα πολλά, πολύχρωμα δέντρα και πυκνή βλάστηση που έμοιαζε με μια, σχετικά μικρή θα έλεγε κανείς, ζούγκλα. Και τότε τους είδα ξεκάθαρα (και έπειτα αποτρελάθηκα)...
Πίσω απ' αυτήν τη ζούγκλα υπήρχε ένα σχετικά κρυμμένο μέρος στην αμμουδιά, κάτι σαν τεράστιο γήπεδο, για κάποιο αφύσικο, θα έλεγε κανείς, παιχνίδι.. Είχε δύο ποδοσφαιρικά τέρματα στις απέναντι πλευρές του, μόνο που ήταν αρκετά μεγαλύτερα σε μήκος και σε ύψος και η μπάλα η οποία χρησιμοποιούσαν έμοιαζε με μπάλα του μπάσκετ, αλλά λευκή και με ανάλογο φυσικά για τα τέρματα μέγεθος.. Το παιχνίδι θύμιζε κάτι ανάμεσα σε
rugby και handball έχοντας ταυτόχρονα και δικά του στοιχεία. Το πιο περίεργο όλων όμως ήταν το ότι δεν έπαιζαν άνθρωποι.. Ναι, έπαιζαν όλοι αυτοί οι ελέφαντες που είχα δει, που άκουγα συνέχεια μέσ' στο κεφάλι μου και το πιο περίεργο όλων(?), έπαιζαν ενάντια σε άλλες τόσες καμηλοπαρδάλεις!.. Και έπαιζαν καλά. Χαρακτηριστικά μάλιστα θυμάμαι μία απ' αυτές να κρατάει τη μπάλα στο ένα "χέρι" και να τρέχει με τ' άλλα τρία πόδια, πηδώντας πάνω από δυο και τρεις ελέφαντες ταυτόχρονα! Ναι, ήταν κάπως παράξενοι για παίκτες, αλλά προσαρμόστηκα στην εικόνα πολύ γρήγορα. Άλλωστε, το θεώρησα αυτονόητο πως θα μπορούσε μια καμηλοπάρδαλη να κρατάει μια μπάλα τρέχοντας. Ποιος δε θα το θεωρούσε σ' ένα τέτοιο μέρος?..
Είχα μαγευτεί τόσο πολύ απ' το πόσο καλά έπαιζαν που έκατσα για λίγη ώρα στο παράθυρο και παρατηρούσα το παιχνίδι τους σχολαστικά.. Η κοπέλα ήταν ακόμη εκεί. Παρέμεινε δίπλα μου περιμένοντας υπομονετικά κάποια κίνηση, μέχρι που γύρισα απότομα προς το μέρος της και πριν προλάβει να πει οτιδήποτε, την ευχαρίστησα και έφυγα κατευθείαν για την έξοδο...
Κατέβηκα όσο πιο χαμηλά μπορούσα, αλλά έξοδος δεν υπήρχε πουθενά.. Πλέον συναντούσα πολύ κόσμο, αλλά και πάλι, κανείς δε
(μου) μιλούσε, δε μπορούσα να βρω βοήθεια από κανέναν. Έπρεπε να βρω δική μου έξοδο.. Η λύση ήταν εύκολη. Άμεση, θα έλεγα σωστότερα. Επιχείριση "καταρρίχηση"!..
Βρήκα το πιο βολικό σχετικά σημείο, βγήκα προσεκτικά απ' το παράθυρο και χωρίς άλλη επιλογή, πήδηξα.. Η πτώση ήταν επιτυχείς. Τα βράχια είχαν ομαλή σχετικά κλίση, οπότε η συνέχεια δεν ήταν και τόσο δύσκολη όσο φαινόταν από πάνω. Πάτησα άμμο χωρίς κάποιο σημαντικό τραύμα και αμέσως κατευθύνθηκα προς τη ζούγκλα..
Όλα έμοιαζαν τόσο διαφορετικά από εκεί κάτω. Γλυκιά η γεύση της
(ας πούμε) ελευθερίας.. Το αρχοντικό φαινόταν ακόμη μεγαλύτερο τώρα, ένα κανονικό ξύλινο κάστρο και τα δέντρα ψηλότερα από πριν. Ακόμη και τα χρώματα ήταν πιο έντονα. Όλο το τοπίο πλέον ήταν πιο ζωντανό..
Όλως παραδόξως, προσπέρασα τη ζούγκλα με ιδιαίτερη ευκολία, -ίσως τελικά δεν ήταν και τόσο ζούγκλα, όπως τη φανταζόμουν- και βγήκα στην παραλία, στο γήπεδο.. Φυσούσε. Φυσούσε πολύ, αλλά ήταν δροσερό αεράκι για τη ζέστη που έκανε. Τα θηρία -οι παίκτες- ήταν εκεί όπως τους είχα αφήσει, καμία αλλαγή. Έτρεχαν και έπαιζαν με το ίδιο πάθος όπως και πριν, λες και ήταν το τελευταίο τους παιχνίδι.. Η οπτική γωνία απ' το σημείο αυτό ήταν τρομακτική. Οι καμηλοπαρδάλεις είχαν απίστευτο όγκο για το είδος τους, κάτι σαν μικροί δεινόσαυροι και οι ελέφαντες έμοιαζαν πολύ μεγαλύτεροι απ' ό,τι όταν τους πρωτοείδα.. Για μια στιγμή φοβήθηκα, μα ταυτόχρονα ένιωθα πολύ σίγουρος για το ρίσκο που έπαιρνα, δε θα το έβαζα κάτω έτσι απλά.. Δεν πλησίασα πολύ, κρύφτηκα πίσω απ' τα τελευταία δέντρα και αποφάσισα να περιμένω εκεί μέχρι να δω κάποια αλλαγή.. Για τα επόμενα λεπτά ήμουν ο μοναδικός θεατής του αγώνα, μέχρι τη στιγμή της ξαφνικής διακοπής του..
Δε μπόρεσα να καταλάβω τι τους αφύπνισε.. Εκεί που όλα πήγαιναν ρολόι, τελείως αψυχολόγητα, οι ελέφαντες, όλοι μαζί συγχρόνως, παράτησαν το παιχνίδι και άρχισαν να ωρύονται κατευθυνόμενοι προς το καφέ κάστρο, καθώς οι καμηλοπαρδάλεις έμειναν εκεί, ακίνητες στις θέσεις τους, σαν να μην έγινε τίποτα που δεν περίμεναν.. Αυτή ήταν η ευκαιρία μου. Η ευκαιρία της γνώσης, της λύσης του περίεργου αυτού μυστηρίου.. Τους ακολούθησα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Τα βήματά μου βούλιαζαν στην άμμο και επιβράδυναν εκνευριστικά την ταχύτητα μου. Οι ελέφαντες κινήθηκαν παραπλεύρως του κτιρίου και μοιραία κάποια στιγμή χάθηκαν απ' το οπτικό μου πεδίο, ένας ένας πίσω απ' τα βράχια.. Όταν έφτασα ήταν πια πολύ αργά. Δεν τους έβλεπα πουθενά, πιθανότατα θα είχαν μπει ήδη μέσα.. Κοίταξα βιαστικά γύρω μου ψάχνοντας κάτι που να μοιάζει με είσοδο.. Βρήκα ένα πολλά υποσχόμενο μονοπάτι που δυστυχώς όμως κατέληγε σε αδιέξοδο. Μια ψεύτικη είσοδος, ποιος ξέρει γιατί άραγε, αναρωτήθηκα.. Συνέχισα να κάνω τον κύκλο του κτηρίου με την ελπίδα να βρω τίποτα παρακάτω.. Και βρήκα. Μια πανομοιότυπη είσοδος, ψεύτικη και αυτή.. Το ίδιο και λίγο παρακάτω. Παντού αδιέξοδα. Δεν το έβαζα κάτω όμως, θα έκανα ακόμα και το γύρω του νησιού αν χρειαζόταν.
Σε κάποια φάση, κατά τη διάρκεια της περιπλάνησης, πέρασα δίπλα από ένα μέρος που θύμιζε παιδικό πάρκο. Χωρίς παιδιά. Η περιέργεια με νίκησε και πάλι. Πλησίασα να δω καλύτερα.. Παράξενο, πως δεν το είχα εντοπίσει κοιτώντας από ψηλά νωρίτερα, απόρησα.. Ίσως τα δέντρα... Τίποτα ιδιαίτερο, ήταν όντως παιδικό πάρκο, αλλά τίποτα παραπάνω. Καθώς όμως γύρισα να φύγω πάλι προς τα βράχια, μια απρόσμενη, δυσάρεστη έκπληξη με περίμενε..
Ένας κανίβαλος
! Και μάλιστα, αν κατάλαβα καλά δηλαδή, πρέπει να ήταν γυναίκα. Φορούσε μια πολύχρωμη, άσχημη, ξύλινη μάσκα και ανάμεσα στα πυκνά, αχτένιστα μαλλιά της είχε καρφιτσωμένα κάμποσα ασπρόμαυρα φτερά, σαν αυτά των ινδιάνων που βλέπουμε στις ταινίες.. Ήταν σκουρόχρωμη, σχεδόν μαύρη, κοκαλιάρα, ντυμένη μ' ένα κοντό, ας το πούμε παντελονάκι, μέχρι τα γόνατα, το οποίο ήταν φτιαγμένο από φύλλα δέντρων και μόνο και όλο αυτό έδενε και στηριζόταν κάπως -δεν κατάλαβα πως- στο εσώρουχο, το οποίο είχε ένα περίεργο σκούρο καφέ (μάλλον) χρώμα.. Από πάνω φορούσε πάλι κάτι ανάλογο. Κάτι σαν εφαρμοστό, ας το πούμε μπλουζάκι, στο ίδιο χρώμα, το οποίο ξεκινούσε απ' το λαιμό και τελείωνε στο ύψος του στομαχιού, (ίσως και λίγο πιο κάτω) και ήταν επίσης στολισμένο με φύλλα δέντρων, λες και τα είχες κολλήσει στο ρούχο με uhu stick. Αν θυμάμαι καλά, πρέπει να ήταν και αμάνικο. Όλο το υπόλοιπό της σώμα ήταν καλυμμένο με διάφορα ανούσια τατουάζ.
Αυτό το περίεργο πλάσμα λοιπόν, εμφανίστηκε ξαφνικά απ' το πουθενά μπροστά μου, κρατώντας στο ένα χέρι ένα σχοινί και δείχνοντάς με απειλητικά με το άλλο.. Εγώ έμεινα ακίνητος και αμίλητος για μερικά δευτερόλεπτα, περισσότερο ίσως από αμηχανία παρά από φόβο. Δεν ήξερα τι να πω, ούτε και αν θα με καταλάβει ακόμη και αν μιλήσω.. Προς μεγάλη μου έκπληξη, αφού πρώτα βέβαια έβγαλε κάτι απροσδιόριστους ήχους, βρήκε τη φωνή της και μου είπε ξεκάθαρα πως, την έστειλαν για να με πιάσει και να με πάει πίσω σ' αυτούς και πως η μόνη περίπτωση για να μην το κάνει αυτό θα ήταν να αφιερώσω τη ζωή μου σ' αυτήν. Με το
"πίσω σ' αυτούς" θεώρησα πως εννοούσε τους κατόχους του αρχοντικού και πως ταυτόχρονα αυτό υπονοούσε πως έμαθαν για τις βλέψεις μου.. Άρα όντως δεν έπρεπε να μάθει κανείς...
Εκλεκτές λοιπόν οι επιλογές που μου δόθηκαν.. Η απάντηση μέσα μου δεν άργησε να έρθει.
"Τρέξε", μου έλεγε. Και αυτό έκανα. Αφού ζύγισα στο περίπου τις δυνατότητες της γυναίκας και μη έχοντας άλλη πρόχειρη λύση, γύρισα την πλάτη μου και άρχισα να τρέχω, συνεχίζοντας τον κύκλο του νησιού (που έτσι κι αλλιώς υπολόγιζα να κάνω, απλώς σε άλλες ταχύτητες).. Στην αρχή την άκουσα να μ' ακολουθεί φωνάζοντας ακατανόητες απειλές, έπειτα από κάποια ώρα άκουγα μόνο πατήματα στην άμμο.. Δεν κοίταξα ούτε μία φορά πίσω. Έτρεχα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, μέχρι να ξεφύγω ή να πέσω κάτω.. Και τελικά, δε ξέρω πως, δε ξέρω γιατί, τα κατάφερα. Ξέφυγα.
Ήταν τότε, τη στιγμή εκείνη που έρχεται αυτό το αναπάντεχο βάρος και ξαφνικά νιώθεις να σε καταπίνει ολοκληρωτικά η κούραση σε συνδυασμό με την απελπισία, γιατί γνωρίζεις πως δε θα τα καταφέρεις τελικά και δεν αντέχεις άλλο τον άδικο αυτόν κόπο.. Τότε που πραγματικά αναγνωρίζεις τις ατέλειες της ύλης και αδύναμος πια παραδίνεσαι στο έλεος της τύχης σου.. Και εκεί η τύχη μου χαμογέλασε. Σταμάτησα. Γονάτισα ακουμπώντας τα χέρια μου κάτω και αφήνοντας τον ιδρώτα απ' το μέτωπό μου να ποτίσει την ηλιοκαμένη άμμο, μέχρι την τελευταία σταγόνα. Έπειτα κοίταξα για μια στιγμή πίσω μου και ύστερα έγειρα πάλι το κεφάλι μου στη γη. Η τρελή δεν ήταν πουθενά, απλώς, εξαφανίστηκε..
Μάζεψα τις δυνάμεις μου και μετά από λίγο σηκώθηκα, κατευθυνόμενος πάλι προς τα βράχια για να ψάξω, εντατικότερα και σχολαστικότερα πλέον, την είσοδο του κτηρίου.. Δε θα με σταματούσε τίποτα αυτήν τη φορά. Η προσπάθεια απέδωσε καρπούς και πολύ σύντομα έφτασα σε μία νέα ανακάλυψη περί αρχοντικού, αλλά σίγουρα το αποτέλεσμα δεν ήταν ακριβώς αυτό που περίμενα.. Για την ακρίβεια ήταν αρκετά μακριά...
Ήμουν κάπου εκεί κοντά στη ζούγκλα, αναλογιζόμενος το χρόνο που είχε περάσει, συνειδητοποιώντας πως είχα πολύ ώρα ν' ακούσω τους ελέφαντες και πως δεν τους είδα ποτέ να βγαίνουν και να επιστρέφουν στο γήπεδο, όταν ξαφνικά αντίκρισα κάτι, σχετικά κρυμμένο, ανάμεσα στα βράχια, που μου τράβηξε την προσοχή.. Ήταν σκουριασμένα κάγκελα, κάγκελα φυλακής, φυτεμένα γερά στην άμμο και στους βράχους. Αυτό που με προσέλκυσε όμως πραγματικά δεν ήταν τα ίδια τα σίδερα, αλλά αυτό το μαύρο κάτι που υπήρχε πίσω απ' αυτά.. Πλησίασα. Πλησίασα αρκετά. Ακόμη δεν είχα καταλάβει τίποτα, μέχρι που ένας βαθύς, και απ' ό,τι φάνηκε, προειδοποιητικός ήχος με προϊδέασε σημαντικά.. Ήταν κάτι σαν ξεφύσημα ή χασμουρητό γίγαντα, -δεν κατάλαβα ακριβώς τι- αλλά δε μου φαινόταν και για καλό.. Έκανα μερικά μικρά, προσεκτικά βήματα προς τα πίσω και κοίταξα ψηλότερα, προσπαθώντας να διακρίνω μια γενικότερη εικόνα ανάμεσα στους ογκόλιθους και στα κάγκελα. Και τότε τον είδα.. Πάγωσε το αίμα μου...
Ήταν οριζόντια, ξαπλωμένος στο πλάι και μάλλον κοιμόταν ώρες, ίσως μέρες.. Και ήταν τεράστιος. Μικρή λέξη το
"τεράστιος" μπροστά του. Ήταν για την ακρίβεια ένας γιγαντιαίος (και κάτι), κατάμαυρος γορίλας. Ναι, σαν εκείνον της ταινίας, μόνο που τίποτα δε θύμιζε ταινία μόλις είδα αυτό το τέρας μπροστά μου, σε απόσταση λιγότερη των 5 μέτρων.. Η αλήθεια είναι ότι από εκεί που ήμουν έβλεπα μόνο τον αριστερό του ώμο και λίγο απ' το πρόσωπο, υποθέτοντας πως όλο το υπόλοιπο ήταν κάπου εκεί, σκεπασμένο κάτω απ' τα βράχια.. Και τι να έκανε ένας τεράστιος, κοιμισμένος γορίλας, χωμένος εκεί μέσα!? Πρέπει να ήταν ο φύλακας του αρχοντικού και ειδικότερα της εισόδου του, της πραγματικής εισόδου, σκέφτηκα. Και μάλλον είχα δίκιο, δεν υπήρχε άλλη εξήγηση που να χωνέψει το μυαλό μου εκείνη τη στιγμή..
Αυτό αμέσως μου αναζωογόνησε τις ελπίδες. Πολύ γρήγορα οι θετικές σκέψεις παραμέρισαν το φόβο και σύντομα είχα ήδη ξεχάσει τον όγκο του θηρίου παντελώς. Αν όντως είχε να κάνει με την είσοδο του κτηρίου, τότε σίγουρα πρέπει να ήμουν πολύ κοντά, έτσι πίστευα τουλάχιστον.. Δυστυχώς όμως, δεν πρόλαβα να ψάξω ούτε λεπτό, ο χρόνος μου τελείωνε και πλέον ήταν η ώρα να τρέξω και πάλι..
Οι φωνές ερχόντουσαν από μακριά, όμως δεν ήταν μια και δυο αυτήν τη φορά.. Ήταν πάρα πολλοί και τους ένιωθα να πλησιάζουν όλο και περισσότερο. Δεν τους έβλεπα πουθενά, αλλά ήξερα πολύ καλά για πιο λόγο είχαν έρθει. Οι φωνές απευθύνονταν σ' εμένα και μόνο, το ίδιο και οι γνωστές πανοπλίες που σιγά σιγά προστέθηκαν στον εχθρικό θόρυβο που κόντευε απειλητικά..
Γύρισα πλάτη στο φυλακισμένο τέρας και στο ξύλινο κάστρο της παράνοιας και ξεκίνησα να τρέχω ευθεία, με κλίση προς τα δεξιά, -αφού στ' αριστερά μου είχα τη ζούγκλα και τις καμηλοπαρδάλεις- με τελικό στόχο τη θάλασσα.. Το έδαφος σ' αυτήν την πλευρά είχε μια ανοδική κλίση, η οποία γινόταν εντονότερη από ένα σημείο και μετά και κατέληγε σ' ένα στενό σχετικά λόφο, που κοβόταν απότομα, στηριζόμενος σ' ένα κάθετο, πέτρινο τείχος, χτισμένο μέσα στο νερό.. Ό,τι πρέπει για θεαματικές βουτιές τα καλοκαίρια. Καθώς πλησίαζα, εντόπισα ξαφνικά κάτι πέτρινα, καθοδικά σκαλοπάτια απ' τη δεξιά μεριά του λόφου, τα οποία, χτισμένα πάνω στο τείχος και παράλληλα στην ελαφριά καμπύλη που έκανε, οδηγούσαν κάπου στο βυθό, χωρίς να μπορείς να δεις που ακριβώς τελείωναν..

Έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και με την ελπίδα πως δε με είχε δει κανείς, κρύφτηκα εκεί, πίσω απ' το τείχος, με τα δυο μου πόδια μέχρι το γόνατο στη θάλασσα και την πλάτη ακουμπισμένη στις πέτρες.. Περίμενα ακίνητος. Πράγματι, κανείς δε με ακολούθησε. Ύστερα από λίγο, ο ήχος του στρατού και της φασαρίας απομακρύνθηκαν αισθητά, ώσπου κάποια στιγμή έσβησαν τελείως.
Είχα ήδη αρχίσει να κοιτάζω περίεργος τα σκαλοπάτια, προσπαθώντας να τους δώσω κάποιο νόημα ύπαρξης,
(χωρίς να τα καταφέρνω ιδιαίτερα) όταν ξαφνικά ένιωσα μια μικρή, απρόσμενη δόνηση πάνω μου..
Ήταν το κινητό μου
! Είχα ξεχάσει τελείως πως το είχα ακόμη μαζί μου και παρόλο που άργησα να το αντιληφθώ, χτυπούσε τόσο επίμονα που πρόλαβα και το σήκωσα άμεσα.. Η κλήση ήταν απ' το άτομο το οποίο υποτίθεται πως θα συναντούσα κατεβαίνοντας απ' το πλοίο..
"Έλα, που είσαι? Κατέβηκες?", είπε ελαφρώς λαχανιασμένα η γυναικεία φωνή. "Εγώ? Εγώ έχω φτάσει εδώ και ώρες στο νησί, εσύ(!) που είσαι?", απάντησα μ' έντονο τόνο, χωρίς όμως να δείξω τα νεύρα μου ιδιαίτερα -λόγω κούρασης περισσότερο-. "Ε!? Δεν είναι νησί εδώ πέρα και το πλοίο που ήσουν μόλις πριν λίγο έφτασε... Εεε, που είσαι ακριβώς?", ήταν τα τελευταία, αγωνιώδη λόγια που θυμάμαι ν' άκουσα.. Έπειτα έπεσε η γραμμή και ταυτόχρονα μου 'ρθε ειδοποίηση μηνύματος, το οποίο δεν πρόλαβα να διαβάσω, καθώς στο επόμενο δευτερόλεπτο το κινητό έκλεισε από μπαταρία.. Οι σκέψεις μου θόλωσαν και ένιωσα τον εγκέφαλό μου να μουδιάζει ολοκληρωτικά.. Το άφησα αδιάφορα να πέσει απ' τα χέρια μου στο νερό και έμεινα εκεί να κοιτάζω τα σκαλοπάτια και τη θάλασσα, βυθισμένος πια στην απόγνωση... Και ήταν ακόμη μέρα. (Αμέσως μετά ήρθε και η επιβεβαίωση, τη στιγμή που άνοιξα τα μάτια μου και συνειδητοποίησα συγχρόνως πως είχα χάσει και το μάθημα...).



19/11/13