18 Δεκεμβρίου 2020

Κανονικότητα

Μοιάζει με αδιάφορη και ακλόνητη έρημο.
Μια έρημο,
όπου ενώ περπατάς και νιώθεις τον εαυτό σου να κινείται,
να κάνει πρόοδο και να βρίσκεται τη μια στιγμή εδώ και την άλλη παρακάτω,
ενώ βλέπεις την ώρα να περνάει και από μέρα να γίνεται νύχτα,
όταν πια ξημερώσει,
νομίζεις πως είσαι πάλι εκεί,
στο ίδιο σημείο,
στην αόριστη αρχή ενός άπειρου,
μια μαύρη κουκκίδα μέσα στο μαύρο· η ίδια μαύρη κουκκίδα...

Μοιάζει με Κυριακή· ήσυχη κι ανούσια.
Μια Κυριακή που δεν ξημερώνει ποτέ Δευτέρα.
Όμως με κούρασε πια αυτή η αργία,
με κούρασαν οι διακοπές, χωρίς να κάνω διακοπές.
Θέλω Δευτέρα· θέλω Παρασκευή, για να δικαιολογήσω το ρεπό μου.

Κάνω υπομονή και συνεχίζω στην άτιμη αυτή έρημο,
μα ο αδίστακτός της ήλιος άρχισε να με λυγίζει...
Θέλω νερό, έστω σταγόνες δροσερές,
θέλω μια όαση στο φόντο!
Θέλω ένα πλαίσιο ξεκάθαρο και υπόσχομαι, θα συνεχίσω...
Μα δεν μπορώ άλλο αυτό το πάγωμα του χρόνου, ενώ όλα κινούνται.

Ξέρω, κανείς δε φταίει κι ας φαίνεται πως φταίνε όλα.
Αν υπήρχαν λύσεις κι απαντήσεις, σίγουρα, θα είχε αλλάξει το τοπίο.
Μα κάποιος ας με λυπηθεί, νιώθω, πλέον γονατίζω,
πόσο ακόμα να σαπίσω?

30 Νοεμβρίου 2020

Για μια "Άσκοπη Ανάρτηση"


...Το πώς ο αναγνώστης θα εκλάβει την ανάρτηση είναι μέρος αυτού που είπα, δεν είναι, όμως, αυτό που είπα. Εγώ μίλησα για αλληλεπίδραση.
Πώς επιδρά, δηλαδή, το κείμενο στον αναγνώστη και ταυτόχρονα πώς επιδρά αυτός στο κείμενο.
Με το δεύτερο σκέλος, λοιπόν, εννοούσα αυτό που είπες στο τέλος, περί φωτός σε μια αγνοημένη πτυχή.. Έτσι, δίνεις την ευκαιρία στο κείμενο να διαβαστεί και ν' αποκτήσει σκοπιμότητα ύπαρξης αργότερα, ακόμη κι αν αρχικά ήταν φαινομενικά άσκοπο.. Αυτό που είπες λέω και εγώ ουσιαστικά, απλώς επισημαίνω πως τελικά η λέξη "άσκοπη" είναι αρκετά άδικη για ένα κείμενο που έρχεται στην επιφάνεια.
Τώρα ως αναφορά το πρώτο σκέλος, ας ξεκαθαρίσουμε κάτι για αρχή. Η εξωτερίκευση σκέψεών μας δημόσια στο διαδίκτυο, αδιαμφισβήτητα προϋποθέτει την ανάγκη μας να διαβαστούμε, αλλιώς θα τα γράφαμε
(όπως πολλοί) σε τετράδια, σημιωματάρια και ημερολόγια, στο ράφι τού δωματίου μας. Αυτό πάλι, δε σημαίνει απαραίτητα ότι ο αυτοσκοπός μας είναι 100% αυτός· να διαβαστούμε, δηλαδή, από πολλούς και να πάρουμε την επιβράβευση "μπράβο, τι ωραία που τα λες", αλλά απ' την άλλη δεν μπορούμε ν' αρνηθούμε και το ότι η ανάγνωση είναι μέρος τού σκοπού (σε διαφορετικό ποσοστό στον καθένα, δεν έχει σημασία). Η ουσία είναι πως, όπως και εκεί έξω θα βγεις μ' έναν φίλο σου να του μιλήσεις, γιατί ξέρεις πως θα σ' ακούσει, έτσι κι εδώ, λες κάποια πράγματα και πάντα, ίσως και υποσυνείδητα, υπάρχει η κρυφή ανάγκη -έστω και αν σε διαβάσει μόνο ένας- να 'ρθει σαν να σου ακουμπούσε ένας φίλος το χέρι στον ώμο και να σου πει "ναι ρε φίλε, πόσο δίκαιο έχεις!" ή "την ίδια σκέψη είχα και εγώ...έτσι ένιωσα και εγώ τότε". Δεν είναι η επιβράβευση που επιζητάς, όχι, αλλά ίσως μια κάποια κατανόηση, μέσω της ταύτισης του αναγνώστη. Και όταν συμβαίνει, δεν είναι κακό, παρά μόνο ωραίο.
Συν το ότι εδώ εξωτερικεύεσαι πιο άφοβα, διότι είναι πιο απρόσωπη η κατάσταση· τι μια μέρα είσαι εδώ την άλλη χάθηκες. Καμία ζημία, σωστά
? Μα και αυτή η σκέψη ακόμα, προνοεί πως έχεις ήδη λάβει υπόψη σου το γεγονός ότι θα διαβαστείς...
Θέλω να πω, εγώ όλα αυτά δεν τα βλέπω καθόλου αρνητικά. Αν καθήσεις και το σκεφτείς θα δεις πως, πολλές φορές στη ζωή θα τύχει να πεις μια συμβουλή σε κάποιον
(γνωστό, φίλο ή οτιδήποτε) και τελικά να τον βοηθήσεις σε κάποια κατάσταση, μέσω των επιλογών που θα κάνει, έχοντας πράξει τα όσα του είπες· ακόμα και αν εσύ δεν το έμαθες ποτέ. Έτσι και εδώ, λοιπόν. Εσύ λες, γράφεις και διαβάζεσαι. Ίσως τύχει για κάποιον τα λόγια σου να έχουν πολύ μεγαλύτερη αξία απ' ό,τι έχουν ακόμα και για 'σένα τον ίδιο. Άρα, κάποιες φορές είναι πολύ σημαντικό το πώς θα επιδράσει το κείμενο στον αναγνώστη· ακόμα και αν εσύ δεν το μάθεις ποτέ.
Μέχρι, λοιπόν, να συμβούν
(ή να μη συμβούν) όλα αυτά, η ανάρτηση, θεωρώ, άδικα τιτλοφορείται άσκοπη.



(...από μία συζήτηση)

31 Οκτωβρίου 2020

(Μη) Βαρετές Σκέψεις


Δε βαριέμαι, γενικά.
Βαριέμαι τη ζωή, μερικές φορές.
Αλλά όταν δεν τη βαριέμαι, δε βαριέμαι καθόλου.
Όχι, δεν κατάλαβες. 
Δηλαδή, θέλω να πω, 
δε βαριέμαι γενικά. Έχω τόσα πολλά που θέλω/πρέπει να προλάβω -πάντα- να κάνω, που δεν προλαβαίνω να βαρεθώ. Δεν προλαβαίνω να φτάσω στη στιγμή που κάθεσαι στ' αυγά σου και λες, ωραία, νωρίς ακόμα για ύπνο· και τώρα τι κάνω?
Απλά κάποιες μέρες ξυπνάω και δε θέλω να κάνω τίποτα απ' όλα αυτά, δε βρίσκω νόημα σε κανένα απ' όλα αυτά· και όχι επειδή θέλω να κάνω άλλα. Απλά επειδή δε θέλω. Τίποτα. 
Λες και δεν είμαι εγώ, λες και ξυπνάει ένα άλλο εγώ, αυτό το πιο βαρετό, που βαριέται που είμαι εγώ. Αυτό που δε θα 'θελε να είμαι εγώ, αλλά ούτε και τίποτα άλλο. Απλά, δε θα 'θελε. Μάλλον από βαρεμάρα. 
Ή πάλι, ίσως, από ζήλια. Από ζήλια στο άλλο εγώ, σ' αυτό που θέλει και κάνει τόσα πολλά και ποτέ δεν τα προλαβαίνει όλα. Σ' αυτό που δεν προλαβαίνει να βαρεθεί, παρά μόνο απογοητεύεται που κάνει κάθε φορά μόνο τόσα· όσα όχι-όλα-όσα-θα-ήθελε-να-είχε-προλάβει. 
Μερικές φορές βαριέμαι τη ζωή· μερικές φορές παλεύω. 
Δε βαριέμαι, γενικά. 
Βαριέμαι αυτήν τη μάχη. 
Αλλά όταν δεν τη βαριέμαι, δε βαριέμαι καθόλου.

31 Ιουλίου 2020

An adventure for the curious.


To be honest, I don't really remember how we got here. It's been a while now since we've been wandering in this forest, which I think was part of a high mountain; considering that most of it was set on a big slope. It had so many trees, you couldn't see anything else around but them. I couldn't even understand if it was day or night! And they were notably tall, like as if we were in a rainforest. Oh, also the ground was covered with leaves! Big and small, endless leaves in all the shades of green laying everywhere; except the path. The path was so clear of leaves, as if the forest, somehow, wanted to honor its guests.. Everything felt so alive in this place. Alive and aware of us being there...
Anyway, we were there for exploring and we were so excited that we wouldn't let anything scare us away that easily. Although, there were two strange things about this forest. First, there were some pretty dark entrance holes in the slope, which were all connected with each other by a weird, wooden labyrinth built underground; or that's what I thought, at least. The labyrinth's paths were probably not human-size made, considering the holes. Actually, they were so small, that you should stoop to walk inside there; if you were brave enough to enter. Now, the second strange thing about this place was that it had some giant spiders hidden in it. Big in the size of a cat, skulking underneath the leaves, behild trees and inside the labyrinth. Strangely, they were not moving around. Every spider had its own spot, waiting for you to come close enough so they could attack you. We were lucky to espy and detect most of them, before anything not-so-funny happen.
So doc, that was the basic data of the dream and all that we were doing there was just wandering and exploring, trying to spot the spiders, figure out all of the labyrinth's exits and how they connect with each other... Curiosity, you see; our mortal weakness... Well, at least that was my point of view as I was leading our way. My girlfriend was also enjoying the labyrinth puzzle-solving part, but she wasn't feeling that comfortable in that forest, as she's really afraid of spiders, let alone the giant ones. To conclude, the dream ended when I found out all these things I just mentioned, right at the time I was explaining them to her.
So, does anything interesting coming out of this story for you, doc? Is there any hidden message that I should be aware of?



20/2/16