Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Zel. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Zel. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15 Μαΐου 2026

The human experience


-Θέλω να ταξιδέψω, να γυρίσω όλο τον κόσμο!

-Φίλη μου, μπερδεύεσαι. Στην πραγματικότητα δεν μπορείς να πας πουθενά, γιατί βρίσκεσαι παντού. Μόνο το σώμα σου έχει όρια, οπότε και την πολυτέλεια της μετακίνησης.

-Μα για αυτό συγκεκριμένα μιλούσα!

-Α, με συγχωρείς τότε. Αυτό να το πας όπου θέλεις και να θυμάσαι πάντα να το προσέχεις. Γιατί είναι αυτό που σου εξασφαλίζει την ανθρώπινη εμπειρία που τόσο λαχταράς και, μέσα από ταξίδια και χιλιάδες άλλα πράγματα, τόσο πολύ απολαμβάνεις!

19 Αυγούστου 2023

Η Πορεία τους.


Ήταν Σάββατο. Ή μήπως Κυριακή. Εκείνη τη στιγμή δεν είχε ακόμη την απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα, αλλά για το μόνο που ήταν σίγουρος ήταν πως είχε ρεπό, γιατί δε σηκώθηκε από κάποιο απ' τα ξυπνητήρια του. Ένιωθε το κεφάλι του αρκετά βαρύ για να σηκωθεί αμέσως. Άπλωσε το χέρι του και έψαξε στα τυφλά το κινητό του, εκεί που το αφήνει πάντα. Τεντώθηκε λίγο παραπάνω, αλλά το βρήκε. Με το ένα μάτι ανοιχτό -κι αυτό όχι εντελώς- ξεκλείδωσε την οθόνη και τσέκαρε τα βασικά. Έξω ήταν μέρα, απ' ό,τι κατάλαβε. Το ρολόι έδειχνε σχεδόν 4:10 και με τη θερμοκρασία να πλησιάζει απειλητικά τους 35, δεν είχε και πολύ διάθεση για υπερβολές· θα ήταν μια ήσυχη μέρα.

Εκείνη αντιθέτως, είχε ξυπνήσει από πολύ πρωί. Ήταν γεμάτη ενέργεια και διάθεση ήδη από χθες το βράδυ, γιατί θα ξημέρωνε όμορφη μέρα για αυτήν και την παρέα της. Ετοίμασε βιαστικά τα πράγματά της και ίσα που πρόλαβε να αποχαιρετήσει τη νυσταγμένη γάτα της, όταν γύρω στις 8πμ ήρθαν τα παιδιά και την πήραν με το αμάξι. Φωνές, γέλια και χαρές, πάντα παρέα με ένα καφεδάκι· ο καθένας τους. Ξεκίνησαν το μικρό τους ταξιδάκι από νωρίς για να μην τους προλάβουν οι πολλές πολλές ζέστες στη διαδρομή. Φτάνοντας του έστειλε ένα χαμογελαστό καλημέρα. Φυσικά και ήθελε να του στείλει από νωρίτερα, αλλά ήξερε πως εκείνος το είχε ξενυχτήσει και δεν ήθελε να αφήσει την πιθανότητα να τον ξυπνήσουν τα μηνύματά της σε "υπερβολικά ακατάλληλη" ώρα. Τελικά, δεν τον ξύπνησαν ποτέ, άδικα το φοβόταν.

Όταν είδε το μήνυμά της, παρότι προφανέστατα δεν είχε την ίδια ενέργεια με εκείνη, της απάντησε με ένα εξίσου ευδιάθετο καλησπέρα. Σηκώθηκε να ρίξει λίγο νερό στα μούτρα του. Ετοίμασε πρωινό και κάθισε στο λάπτοπ του να συνέλθει. Κάτι λιγότερο από δύο ώρες αργότερα, έλαβε μήνυμα. "Πού είσαιιι?", του έγραφε εμφανώς ενθουσιασμένη. "Ξύπνησες, κατάφερες να ξεκουραστείς?", τον ρώτησε. Δεν έχασε δευτερόλεπτο, σταμάτησε ό,τι έκανε, πήρε το κινητό στα χέρια του και άρχισε να της γράφει. Ανταλλάξανε τα νέα τής ημέρας -ή μάλλον της νύχτας, για αυτόν- και του μοιράστηκε τη χαρά της για τις εμπειρίες που ζούσε τις τελευταίες ώρες με τους φίλους της. "Έπρεπε να ήσουν και εσύ εδώ μαζί μας", του είπε με μια (όχι και τόσο) κρυφή δόση παραπόνου, σε συνδυασμό με λίγο ναζί. Δεν είχε ξαναπάει σ' αυτά τα μέρη, όπως και οι περισσότεροι απ' τα παιδιά. Δεν ήθελε με τίποτα να τελειώσει αυτή η μέρα. Τι ειρωνεία, εκείνος με τον πονοκέφαλο που είχε δεν έβλεπε την ώρα να τελειώσει αυτή η Κυριακή! (Ναι, τελικά αποφάσισε, Κυριακή ήταν.) Παρ' όλα αυτά, την άφησε ελεύθερα να συνεχίσει να του γράφει για τις περιπετειώδεις διαδρομές τους μέσα στο πυκνό δάσος και γύρω απ' τη μικρούλα λίμνη. Χαιρόταν πάρα πολύ που του έστειλε, αλλά ταυτόχρονα έκρυβε και λίγο τον ενθουσιασμό του. Ήθελε να το αφήσει να περάσει σαν μια πιο καθημερινή τους επικοινωνία, γιατί ώρες ώρες την έπιαναν τα δικά της όταν συνειδητοποιούσε ότι ερχόντουσαν αισθητά πιο κοντά... Μια τέτοια σκέψη τώρα θα της ταρακουνούσε τη διάθεση ίσως και σίγουρα, απ' τη μεριά του, δε θα ήθελε να της το χαλάσει. Όχι, καλύτερα έτσι, πιο χαλαρά και ήρεμα.

Ο ήλιος είχε αρχίσει να πέφτει σιγά σιγά. "Έχει πόση ώρα που περπατάμε σε ένα μικρό μονοπάτι που βρήκαμε τυχαία! Μου αρέσει πολύ η συγκεκριμένη διαδρομή αλλά, μάλλον, δε μοιάζει να βγάζει κάπου", του έγραψε αστειευόμενη, ταυτόχρονα με μια μικρή δόση ανησυχίας. "Δεν πειράζει", της απάντησε εκείνος ψύχραιμα, συνοδεύοντας τις λέξεις του με ένα χαμογελάκι. "Δε χρειάζεται κάθε ταξίδι να έχει ξεκάθαρο προορισμό· αρκεί που έχει πορεία και που την απολαμβάνεις."

30 Νοεμβρίου 2022

Μεταξύ Καθαρμάτων


Δε θυμάμαι γιατί με είχαν κλείσει εκεί μέσα. Πόσος καιρός να πέρασε άραγε από τότε που είδα για τελευταία φορά το φως τού ήλιου απ' το μπαλκόνι μου? Το φως του, πίσω από δικά μου κάγκελα· όχι κρύα και αφιλόξενα... Σίγουρα πολύς, για να μη θυμάμαι τίποτα πια.. Δεν υπήρχε γιατί, δεν υπήρχε πότε. Ήμουν απλά εκεί. Μα για να είμαι ειλικρινής, παρότι άκακος άνθρωπος, δεν ένιωθα αθώος. Είχα μια αίσθηση πως έτσι ήταν το σωστό.

Και μετά ξυπνήσαμε όλοι μαζί ένα πρωί, βλέποντας τα νέα στις ειδήσεις. Κάποιος είχε διαπράξει έγκλημα, φώναζαν ενθουσιασμένοι οι δημοσιογράφοι, και μόλις τον είχανε πιάσει. Όχι έγκλημα, εγκλήματα, απ' ό,τι διαπιστώσαμε στη συνέχεια. Και ήταν αποτρόπαια εγκλήματα. Αρρωστημένες σφαγές ζώων και ανθρώπων, λες και ήταν αναλώσιμα αντικείμενα. Και ο ίδιος, ήρεμος στις κάμερες, δε δήλωνε μετανιωμένος. "Κάθαρμα", είπε μέσα απ' τα δόντια του ένας που καθόταν παραδίπλα. Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να συμπεριφέρεται με τόσο τερατώδη τρόπο, σκέφτηκα. Πόση αρρώστια κυκλοφορεί εκεί έξω?

Την επόμενη στιγμή μάθαμε ότι θα τον έφερναν σ' εμάς. Ήταν λες και είχαν περάσει ήδη μέρες, αλλά όλα έγιναν τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβα ν' αμφισβητήσω τον χρόνο.. Όλοι έξω, φώναξαν απ' το βάθος επιθετικά. Σίγουρα δεν ήταν η ώρα μας να βγούμε στην αυλή.. Μας έβαλαν σε μια σειρά και μας οδήγησαν βιαστικά σ' ένα μεγάλο, γκρι βανάκι. Έμοιαζε σαν σχολικό, μόνο που το συγκεκριμένο ήταν για μεγάλα παιδιά. Μέσα υπήρχαν ήδη άτομα, μάλλον από διαφορετικές μονάδες, όλοι με τα κεφάλια σκυμμένα και τα χέρια δεμένα. Κάθισα κι εγώ με τη σειρά μου κάπου προς τις πίσω θέσεις, παρατηρώντας τεμπέλικα κάθε καινούριο πρόσωπο γύρω μου. Σύντομα, διαπίστωσα ότι είχαμε κάθε καρυδιάς καρύδι, που λένε, αλλά για κάποιον λόγο δε μου έκανε ποτέ εντύπωση που όλοι μιλούσαν τη γλώσσα μου. Ξαφνικά, ανάμεσα στους υπόλοιπους, είδα κι αυτόν! Το κάθαρμα. Ήταν εντελώς ψύχραιμος, με τα χέρια κρεμασμένα ανάμεσα στα πόδια και είχε ένα αμυδρό, σταθερό χαμογελάκι, λες και κάποιος του είχε καρφιτσώσει πινέζα στο ένα μάγουλο για να το διατηρεί μόνιμα. Το μαλλί του ήταν κοντό και περιποιημένο, λες και μας πήγαιναν για βραδινή έξοδο. Και πού μας πήγαιναν, μήπως μας ενημέρωνε και ποτέ κανείς? Ανταλλάξαμε ένα εχθρικό βλέμμα και αυτό ήταν όλο· έπειτα έστριψε το κεφάλι του, κοιτάζοντας μόνιμα έξω.

Σε κάποια φάση, το λεωφορείο έκοψε ταχύτητα. Σταμάτησε και ο οδηγός σηκώθηκε απ' τη θέση του ανοίγοντας την πόρτα βιαστικά. "Περάστε όλοι έξω, θα κάνουμε ένα διάλειμμα μερικά λεπτά", ενημέρωσε... Κοίταξα εντυπωσιασμένος γύρω μου, παίρνοντας μια βαθιά εισπνοή καθαρού αέρα. Μύριζε φύση. Ήμασταν στη μέση τού πουθενά, ανάμεσα σε τροπικά δέντρα και πυκνή βλάστηση. Κανείς δεν μπήκε στον κόπο να ρωτήσει πού βρισκόμασταν ή πού πηγαίναμε, όλοι παρέμεναν ιδιαίτερα σιωπηλοί. Μονάχα ένας ζήτησε άδεια-βοήθεια για να κάνει την ανάγκη του και δύο τύποι τον οδήγησαν κάπου πίσω απ' το βαν. Στα αριστερά μου, ίσια μπροστά όπως κατεβαίνεις από την πόρτα τού λεωφορείου, υπήρχε απότομος γκρεμός και στο τέλος του, ένα ορμητικό ποτάμι. Πλησίασα προσεκτικά. Ακολούθησα την αρχή του με τα μάτια μου και κάπου ανάμεσα στις φυλλωσιές αυτής της ζούγκλας βρήκα τον καταρράκτη που τόση ώρα ακουγόταν στο ηχητικό υπόβαθρο τής σκηνής.. Λίγο πιο δεξιά μου στεκόταν κι αυτός, προσηλωμένος στο ποτάμι.

Κοιτάζοντάς τον, με κυρίευσε ξαφνικά ένα έντονο συναίσθημα οργής, σαν να μπήκε κάτι μέσα μου, με σκοπό να με ταρακουνήσει και να μου βγάλει προς τα έξω έναν άλλον εαυτό· έναν που μετά δυσκολίας μπορούσα να συγκρατήσω.. Μέσα στην ταραχή μου παρατήρησα ότι κι άλλοι είχαν εστιάσει τα βλέμματά τους πάνω του. Υπήρχε ένα δικαιολογημένο μίσος στην ατμόσφαιρα, σκέφτηκα· ήταν πλέον ξεκάθαρο. Την επόμενη στιγμή, ένιωσα την ανάγκη να κάνω κάτι γι' αυτό. Οι αναπνοές μου είχαν αρχίσει να γίνονται όλο και πιο έντονες, η οργή μου κορυφώθηκε. Δεν το σκέφτηκα πολύ παραπάνω και σαν μαριονέτα των συναισθημάτων μου έπραξα ό,τι ακριβώς μου έλεγαν. Έτρεξα κατά πάνω του, σήκωσα τα χέρια μου και, εκμεταλλευόμενος τις χειροπέδες, τού έσφιξα τον λαιμό με δύναμη και τον τράβηξα μαζί μου κάτω, στο ποτάμι.

Η σύγκρουση με το νερό ήταν απρόσμενα ανώδυνη! Σχεδόν δεν τη θυμάμαι, θα έλεγα.. Ο νους μου ήταν σ' εκείνον. Βγάζοντας το κεφάλι μου απ' το νερό, κοίταξα τριγύρω να δω τι απέγινε. Δε βρήκα κανένα ίχνος του, όταν ξαφνικά, τον είδα να ξεπροβάλει απ' τη μεριά τού καταρράκτη, κρατώντας ένα γιγαντιαίο κατάνα. Η λαβή του ήταν τεράστια ακόμα και για δύο χέρια και η λεπίδα του μακριά σαν τα κοντάρια μεσαιωνικής κονταρομαχίας! Ωστόσο, φαινόταν να το κρατάει με μεγάλη ευκολία, σημαδεύοντας και πλησιάζοντας προς το μέρος μου. Φοβήθηκα. Δεν είχα ελπίδα και το πλάνο μου να σκοτωθούμε και οι δύο είχε αποτύχει προ πολλού. Όταν έφτασε σε επικίνδυνη απόσταση, σταμάτησε. Δε μίλησε, μόνο σήκωσε ελαφρώς τα χέρια του και πέταξε το κατάνα μέσα στο νερό προς τη μεριά μου. Το σήκωσα. Ήταν όντως ελαφρύ για το μέγεθός του. Την επόμενη στιγμή, απ' το πουθενά, ο ίδιος κρατούσε ένα δεύτερο κατάνα, παρόμοιων διαστάσεων. Ωραία! Θα ήταν μια δίκαιη μάχη, σκέφτηκα.

Πήρα θέση επίθεσης. Το ίδιο κι εκείνος. Τον κοίταζα επίμονα στα μάτια με μίσος, όταν είδα το ίδιο, άρρωστο χαμόγελο με αυτό που είχε στο λεωφορείο, να ξεπροβάλλει σταδιακά στο πρόσωπό του. Αμέσως μετά, έκανε μερικά βήματα πίσω, σαν να ήθελε να πάρει φόρα. Έκανα κι εγώ. Το ποτάμι έμοιαζε, πλέον, πολύ ρηχό, μιας και ήμασταν όρθιοι και απ' τη μέση και πάνω εκτός νερού. Παρ' όλα αυτά, δε νομίζω ότι είχε φανεί περίεργο σε κανέναν απ' τους δυο μας εκείνη τη στιγμή.. Για ώρα, τρέχαμε ο ένας πάνω στον άλλον, χτυπώντας τα σπαθιά μας αλύπητα μεταξύ τους, ξανά και ξανά, και στη συνέχεια επιστρέφαμε πίσω στις θέσεις μας για να επαναλάβουμε τη διαδικασία. Περιέργως, ίδρωνα, μα δεν ένιωθα κουρασμένος. Ξαφνικά, ένα απ' τα δύο κατάνα λύγισε... Περισσότερη απ' τη μισή λεπίδα τινάχτηκε στον αέρα και βυθίστηκε μέσα στο νερό, μερικά μέτρια μακριά μας. Ήταν του δικού μου σπαθιού. Είχα μείνει άοπλος και με μηδενικές ελπίδες επιβίωσης, πλέον. Ωστόσο, η μάχη έπρεπε να συνεχιστεί. Στην επόμενη επίθεση σήκωσε το κατάνα ψηλά, σκοπεύοντας να με κόψει κάθετα στα δύο. Προς μεγάλη μου έκπληξη, κατάφερα να τον σταματήσω πιάνοντάς το με το αριστερό μου χέρι. Η παλάμη μου μάτωσε, αλλά χωρίς πραγματική αίσθηση του πόνου. Ήταν η ευκαιρία μου. Σήκωσα απότομα το άλλο χέρι, με το οποίο κρατούσα ακόμη τη λαβή τού κατεστραμμένου κατάνα και χωρίς δεύτερη σκέψη τον κοπάνησα στο κεφάλι με δύναμη. Η κρούση με δόνησε ολόκληρο και ο ήχος που ακούστηκε ήταν λες και είχα χτυπήσει μέταλλο, με τσίγκινο τηγάνι! Έχασα ελαφρώς την ισορροπία μου και παραπάτησα προς τα πίσω. Ο ίδιος έδειξε να πονάει, αλλά ήταν ακόμη ακίνητος και σταθερός στην ίδια θέση. Δεν έχασα χρόνο, έκανα μισό βήμα μπροστά και ξαναχτύπησα με τη λαβή στο ίδιο σημείο άλλες δύο φορές. Η τελευταία "τηγανιά" αποδείχθηκε αποτελεσματική. Το καθίκι ζαλίστηκε, απελευθερώνοντας το κατάνα από τα χέρια του. Άφησα το σπαθί να φτάσει στον πυθμένα και κατέβασα το αριστερό μου χέρι μέσα στο νερό, κοκκινίζοντας όλη την περιοχή γύρω μου. Πίστευα πως είχα κερδίσει, δεν περίμενα να είχε συνέχεια όλο αυτό, αλλά έκανα λάθος. Σύντομα, ήταν και πάλι σε θέση να κάνει κίνηση και πριν προλάβω ν' αντιδράσω ένιωσα τα χέρια του να μου σφίγγουν τον λαιμό.

Προσπάθησα να τον σταματήσω, αλλά είχε ρίξει όλο το βάρος του πάνω μου και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχαμε βρεθεί και οι δύο κάτω απ' το νερό. Τιναζόμουν απότομα αριστερά-δεξιά προσπαθώντας να γλιτώσω, αλλά μάταια. Ένιωθα ήδη μια ολική δυσφορία. Θα μ' έπνιγε, ήμουν σίγουρος· ήταν απλά θέμα χρόνου. Η ελπίδα και η ψυχραιμία είχαν αρχίσει να μ' εγκαταλείπουν. Δεν ήξερα πώς να βρω την έξτρα δύναμη που χρειαζόμουν. Για καλή μου τύχη, το φως τού ήλιου και οι θόρυβοι της πρωινής καθημερινότητας δε μ' άφησαν να πεθάνω. Τα μάτια μου άνοιξαν λίγο πριν την ήττα, αλλά η αίσθηση της πίεσης και η ένταση της μάχης ήταν ακόμη εκεί...



26/10/22

30 Νοεμβρίου 2021

Ένα βίντεο από το μέλλον

Μεγάλο το ταξίδι τής επιστροφής και κουραστικό· όχι ότι οδηγούσα εγώ. Δεν ήμασταν προετοιμασμένοι για κάτι τέτοιο, αλλά άξιζε τον κόπο από κάθε άποψη. Είχαμε περάσει υπέροχα και σίγουρα θα μας έμενε μια αξέχαστη εμπειρία. Θα ξαναπάμε (σύντομα), υποσχεθήκαμε στους εαυτούς μας. Περίεργη υπόσχεση για τα δεδομένα της περίστασης, αλλά ποιος νοιάζεται?

"Έλα να μείνεις σ' εμένα", μου είπε ο Χ., μιας που ήταν αργά για να ψάχνω συγκοινωνία μετά από τόσες ώρες διαδρομής. Ανεβήκαμε πάνω, κατεβήκαμε κάτω, τελικά μπήκαμε σπίτι. Αλλιώς το θυμόμουν και σίγουρα πολύ πιο ψηλά... Ο χώρος έμοιαζε με συμμαζευμένο υπόγειο, αλλά όλως παραδόξως ήταν αρκετά ζεστό. Οι τοίχοι πέτρινοι και το ταβάνι κυρτό, σαν ένα μικρό τούνελ. Τα πάντα γύρω γκρι ή καφέ· ξύλινα. Το σημαντικό εκείνη τη στιγμή ήταν ότι υπήρχαν δύο κρεβάτια διαθέσιμα και μάλιστα το ένα διπλό (του Χ.). Πετάξαμε τα πράγματα πρόχειρα εδώ κι εκεί και χωρίς να χάσουμε λεπτό οριζοντιωθήκαμε. "Τα λέμε αύριο ρε", μου είπε -ή του είπα- και σβήσαμε.

Το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι να με ξυπνάνε γνώριμες φωνές και γέλια, ενώ ταυτόχρονα ταρακουνιόταν ολόκληρο το κρεβάτι μου· ή τουλάχιστον έτσι το αισθανόμουν. Δεν είχα ξεκουραστεί αρκετά, αλλά το παράθυρο μαρτυρούσε πως ήταν ήδη πρωί έξω. Πριν καλά καλά ανοίξω τα μάτια μου ένιωσα το σώμα μου να σηκώνεται απότομα, παρά τη θέλησή του. Με είχαν αρπάξει απ' τα χέρια και τα πόδια ο Μ. μαζί με τον ψηλό, με σκοπό, όχι να με πάνε κάπου, απλά να μ' ενοχλήσουν, με την καλή έννοια (και προφανώς να με ξυπνήσουν). Ο Χ. είχε ξυπνήσει ήδη, κατάλαβα, καθώς τον άκουσα να χαζο-γελάει από το κρεβάτι του στ' αριστερά μου. Έκανα μερικές σπαστικές κινήσεις για να μ' αφήσουν κάτω και μετά από μερικά δευτερόλεπτα πειράγματος, πατούσα πλέον στα πόδια μου. "Τι κάνεις εσύ εδώ, πότε ήρθες Θεσ/νίκη", ρώτησα αμέσως τον Μ., προσπαθώντας να ξεκλέψω λίγο χρόνο για να συνέλθω. Είχε έρθει με άδεια από Αθήνα για μερικές μέρες και είχανε συνεννοηθεί με τον ψηλό να έρθουν να μας κάνουν έκπληξη στου Χ.. Πώς ήξεραν ότι θα είμαι κι εγώ εκεί εκείνη τη μέρα, άγνωστο. "Ελάτε, πάμε έξω ν' αράξουμε", είπε ο Χ. και σιγά σιγά συμμαζευτήκαμε και βγήκαμε στην πίσω αυλή.

Δε θυμόμουν ποτέ να υπάρχει αυτό το μέρος, αλλά ήταν υπέροχο και τεράστιο, για αυλή σπιτιού. Είχε στενά, πέτρινα μονοπατάκια εδώ κι εκεί, μια λιμνούλα με ένα σιντριβανάκι στη μέση, ένα πέτρινο πηγάδι σε μια άλλη γωνιά και παντού μεγάλα φυτά, δέντρα και λουλούδια. Εμείς πήγαμε και σταθήκαμε δίπλα στη λευκή, κρεμαστή κούνια και πιάσαμε κουβέντα, χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο. Ο ψηλός τραβούσε αναμνηστικό βίντεο -κλασικά-, αλλά αυτήν τη φορά είχε πάρει το κινητό μου, διότι η κάμερά του είχε αρχίσει να του βγάζει κάποια προβλήματα με τον ήχο, μας είπε... Κάπου εκεί ήταν η στιγμή που θόλωσαν όλα και θυμάμαι να νιώθω τον εαυτό μου ξύπνιο στο κρεβάτι· ξύπνιο, τρόπος του λέγειν..

Επικρατούσε απόλυτη ησυχία, αλλά είχα μια αίσθηση πως υπήρχαν κι άλλοι στον χώρο, πέρα από μένα και τον Χ.. Ήμουν ξαπλωμένος μπρούμυτα, ως συνήθως. Σκέφτηκα ν' ανοίξω τα μάτια μου σιγά σιγά, προσπαθώντας να μην ενοχλήσω την ησυχία ή τον όποιον... Το παράθυρο μαρτυρούσε πως ήταν ήδη πρωί έξω. Όταν πια τ' άνοιξα εντελώς, ξαφνιάστηκα και πετάχτηκα πάνω απότομα μ' αυτό που αντίκρισα. Ήταν ο ψηλός· ξαπλωμένος στο πάτωμα, μπροστά μου, πάνω σε κάτι μεγάλα μαξιλάρια, να με κοιτάζει επίμονα, περιμένοντας να ξυπνήσω. Την ίδια στιγμή, συνειδητοποίησα ότι ακριβώς πάνω απ' το κεφάλι μου στεκόταν ο Μ., με τον έναν ώμο στον τοίχο και τα χέρια σταυρωτά. "Τι κάνετε εσείς εδώ", ρώτησα μ' ενθουσιασμό και έντονη απορία ταυτόχρονα. "Προσπαθήσαμε να σε ξυπνήσουμε, αλλά μας έδιωχνες", απάντησε ο ψηλός. "Ε, ναι!", του αποκρίθηκα εγώ, αφήνοντας να εννοηθεί πως ήταν το αυτονόητο να συμβεί. Γούρλωσε τα μάτια του και ανασήκωσε τα φρύδια και τους ώμους του έτσι ξαπλωμένος όπως ήταν. "Κοιμηθήκαμε πολύ αργά", συνέχισα, κοιτάζοντας προς το κρεβάτι τού Χ., ο οποίος απ' ό,τι φαινόταν δεν είχε ξυπνήσει ακόμα. Έπειτα γύρισα το βλέμμα μου στον Μ.. "Τι κάνεις εσύ εδώ, πότε ήρθες Θεσ/νίκη", τον (ξανα)ρώτησα, συμπληρώνοντας με ένα έμμεσο, μικρό παράπονο που δε μας ενημέρωσε νωρίτερα. Πάνω που άρχισε να μου λέει τα δικά του, θυμήθηκα το όνειρο που μόλις είχα δει και τον διέκοψα. "Ε, δε θα το πιστέψετε! Σας είδα στον ύπνο μου να έρχεστε εδώ με τον ψηλό σήμερα", τους είπα εντυπωσιασμένος απ' την περίεργη αυτή σύμπτωση και αμέσως άρχισα να τους εξηγώ τις λεπτομέρειες του ντεζαβού. Στα επόμενα δευτερόλεπτα θυμήθηκα και το σημείο με το βίντεο στην αυλή και αυτόματα το χέρι μου πήγε στο κινητό μου. "...Το τράβηξε και βίντεο ο ψηλός", ανέφερα μεταξύ σοβαρού κι αστείου, ενώ ήδη έψαχνα τ' αρχεία τής συσκευής. Προς μεγάλη έκπληξη όλων μας, το βρήκα· το βίντεο ήταν εκεί. Το γέλιο και το εύθυμο κλίμα μού κόπηκαν απότομα. Πάγωσα, δεν είχα λόγια να το σχολιάσω. Άπλωσα τα χέρια μου προς τον Μ. να του δείξω το βίντεο, καθώς κανείς δεν υπήρχε περίπτωση να πιστέψει το τι ισχυριζόμουν πως είχε συμβεί. Την ίδια στιγμή, ο ψηλός γεμάτος περιέργεια είχε σηκωθεί και πλησίαζε να δει κι αυτός το απίστευτο!

Και οι τρεις μας πάνω από την οθόνη ενός κινητού· αυτό είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι πριν όντως ξυπνήσω. Αυτήν τη φορά στ' αλήθεια (και όχι στο σπίτι τού Χ.).



21/11/21

30 Ιουνίου 2021

...Butterfly Wings


The sun was shining so brightly outside and through the curtains, a thin beam of light was entering the room, and like a spotlight shedding light to the lead actor during a speech, it was pointing directly at her.

She was staring at the mirror, smiling and rapidly blinking to herself.

I stopped and had a direct eye contact with her for a couple seconds. I could tell she was surprised right before she carefully made a small step back and turned.

"Have you ever focused on the flicker of the butterfly wings while it sits somewhere peacefully, getting ready to fly back again", I asked. "A blink like this one, which is fast & sparky but without a stable blink-tempo, reminds me of that effect; no offense".

"Non taken! I love the description!", she answered and laughed, probably out of awkwardness.

Her friends were close by, right out of the store. "Come on, it's time to go already!", they shouted with a hint of warning. We shared another, rushed eye contact and she headed for the checkout.

I was still standing, staring silently at that mirror.

31 Ιουλίου 2020

An adventure for the curious.


To be honest, I don't really remember how we got here. It's been a while now since we've been wandering in this forest, which I think was part of a high mountain; considering that most of it was set on a big slope. It had so many trees, you couldn't see anything else around but them. I couldn't even understand if it was day or night! And they were notably tall, like as if we were in a rainforest. Oh, also the ground was covered with leaves! Big and small, endless leaves in all the shades of green laying everywhere; except the path. The path was so clear of leaves, as if the forest, somehow, wanted to honor its guests.. Everything felt so alive in this place. Alive and aware of us being there...
Anyway, we were there for exploring and we were so excited that we wouldn't let anything scare us away that easily. Although, there were two strange things about this forest. First, there were some pretty dark entrance holes in the slope, which were all connected with each other by a weird, wooden labyrinth built underground; or that's what I thought, at least. The labyrinth's paths were probably not human-size made, considering the holes. Actually, they were so small, that you should stoop to walk inside there; if you were brave enough to enter. Now, the second strange thing about this place was that it had some giant spiders hidden in it. Big in the size of a cat, skulking underneath the leaves, behild trees and inside the labyrinth. Strangely, they were not moving around. Every spider had its own spot, waiting for you to come close enough so they could attack you. We were lucky to espy and detect most of them, before anything not-so-funny happen.
So doc, that was the basic data of the dream and all that we were doing there was just wandering and exploring, trying to spot the spiders, figure out all of the labyrinth's exits and how they connect with each other... Curiosity, you see; our mortal weakness... Well, at least that was my point of view as I was leading our way. My girlfriend was also enjoying the labyrinth puzzle-solving part, but she wasn't feeling that comfortable in that forest, as she's really afraid of spiders, let alone the giant ones. To conclude, the dream ended when I found out all these things I just mentioned, right at the time I was explaining them to her.
So, does anything interesting coming out of this story for you, doc? Is there any hidden message that I should be aware of?



20/2/16

31 Μαΐου 2018

Μια Περίεργη Γνωριμία

Όταν βγήκα απ' το σπίτι ήταν ήδη εκεί. Την είχα ξανά-δει μερικές φορές, δεν ξαφνιάστηκα καθόλου. Πατούσε στα τέσσερά της πόδια και κοιτούσε μπροστά, ίσια σ' εμένα. Ήταν ακίνητη, κοκαλωμένη και πολύ ήσυχη, όπως πάντα. Ποτέ δεν είχα ακούσει τη φωνή της.. Κλείδωσα την πόρτα πίσω μου και έφυγα βιαστικός προς τις σκάλες περνώντας ακριβώς από δίπλα της, αλλά και πάλι δεν κουνήθηκε. Δεν κοίταξα πίσω, δεν υπήρχε χρόνος ν' ασχοληθώ εκείνη τη στιγμή...
Ο χρόνος έμοιαζε να πέρασε τόσο γρήγορα, που θα έλεγε κανείς ότι δεν υπήρχε. Την επόμενη στιγμή ήμουν ήδη πίσω. Είχα ακούσει κι άλλες γάτες να νιαουρίζουν γκρινιάρικα έξω απ' την πολυκατοικία μας, αλλά αυτή η συγκεκριμένη δεν ήθελε να ακολουθήσει τη μάζα. Ήταν εκεί, στημένη κάγκελο ακριβώς έξω από την πόρτα του γείτονα, κοιτάζοντας ευθεία στο άπειρο..
Όταν έφτασα στην πόρτα και έβγαλα τα κλειδιά να βρω το ταιριαστό, άνοιξε απότομα η διπλανή πόρτα και μετά από ένα δευτερόλεπτο ξεπρόβαλε η φιγούρα του γείτονα, χαμογελαστή και ευδιάθετη όπως πάντα. Αυτό ήταν και το μαγικό τρικ για να "ξεκλειδώσει" απ' τη θέση του το ασπρόμαυρο τετράποδο. Αμέσως άρχισε να κινείται κανονικά και να νιαουρίζει σαν ζωντανό! Σε πολύ χαμηλή ένταση βέβαια, αλλά η πρόοδος ήταν εμφανής! Ο γείτονας έκανε προσεκτικά βήματα περνώντας από πάνω της για να μη την πατήσει, καθώς αυτή είχε αρχίσει να κινείται αργά προς το μέρος μου. Εγώ είχα ήδη ανοίξει από ώρα, αλλά είχα μείνει ακίνητος με το βλέμμα καρφωμένο πίσω. Μου είχε κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση για να προσποιηθώ ότι δεν τρέχει τίποτα. Παρ' όλα αυτά, συντόνισα άτακτα τον εαυτό μου και πήγα να κάνω κίνηση να μπω μέσα στο σπίτι αφήνοντας τη γάτα πίσω μου. "Μη τη φοβάσαι", μου φώναξε ο χαμογελαστός τύπος φεύγοντας. "Είναι πολύ ήσυχη και άκακη, άσ' την να μπει μέσα και αυτή". Και πριν προλάβω να σκεφτώ και να του δώσω κάποια έξυπνη απάντηση για να τ' αποφύγω, η ασπρόμαυρη γάτα με τα καταπράσινα μάτια είχε διασχίσει ήδη τη μισάνοιχτη πόρτα...
Για κάποιο λόγο έπρεπε να κάνω γρήγορα, δεν είχα ν' αφιερώσω τον απαραίτητο χρόνο στον επισκέπτη μας. Πήγα στο δωμάτιο ν' αλλάξω, γύρισα πίσω στο χολ ν' αφήσω τα παπούτσια, ξανά-πήγα στο δωμάτιο και μετά ξανά πάλι πίσω.. Τα πρώτα 5-10 λεπτά πέρασαν κάπως έτσι, με τη γάτα να κάθεται ήσυχη στην είσοδο του σπιτιού και τους δικούς μου να ρίχνουν κλεφτές ματιές από μέσα, χωρίς όμως κανείς να παίρνει το θάρρος να ρωτήσει τι και πώς.. Στο σπίτι είχαμε κι άλλο ζωάκι. Κάτι μικρό, μάλλον σε χάμστερ ή κάτι τέτοιο, δεν θυμάμαι ακριβώς. Ήξερα όμως ότι βρισκόταν κάπου στο σαλόνι, εκεί όπου καθόταν ο αδερφός μου, κολλημένος πάνω στην οθόνη του υπολογιστή για πολλές ώρες, αν έκρινε κανείς από τη στάση του στην πολυθρόνα.. Μόλις βολεύτηκα, έκατσα λίγο με το γατί να του πιάσω κουβέντα. Την έφερα σιγά σιγά προς το σαλόνι και κάθισα στο πάτωμα μαζί της. Ήθελα να την καλοπιάσω γιατί δεν είχαμε κάνει και την καλύτερη αρχή. Αυτή έδειχνε δεκτική στα χάδια, αλλά και αδιάφορη ταυτόχρονα. Το ευχαριστιόταν, αλλά δεν το είχε και ανάγκη θα έλεγες. Σε κάποια φάση, της τράβηξε την προσοχή η φασαρία του παλιότερου μικρού μας φίλου.. Ταράχτηκα στιγμιαία και ο νους μου πήγε αμέσως στο κακό. "Όχι, όχι, ηρέμησε, δεν είναι τίποτα", της είπα χαϊδεύοντάς την λίγο πιο επιτακτικά και συνέχισα "Είναι φίλος μας, είναι καλός".. Ο ενθουσιασμός της έσβησε γρήγορα. Έστριψε το βλέμμα της καταπάνω μου, σαν να κάτι ήθελε να μου πει. "Θέλεις να φας τίποτα, πείνασες? Να σου φέρω λίγο νεράκι?", είπα με χαρά. Δεν ανταποκρίθηκε, όμως δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία. Αμέσως σηκώθηκα και πήγα προς την κουζίνα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχα επιστρέψει μ' ένα τασάκι νερό. "Ορίστε", είπα και το ακούμπησα δίπλα της, ενώ ταυτόχρονα συνειδητοποιούσα κάποιες σημαντικές αλλαγές στα δεδομένα. Η γάτα είχε γυρίσει πίσω στο χολ και το πιο περίεργο, τα μάτια μου δεν έβλεπαν πια γάτα...
Στη θέση της, καθισμένη στο πάτωμα με την πλάτη στον τοίχο και τα γόνατα μαζεμένα στο στήθος, καθόταν μια γυναίκα. Μια κοπέλα, κοντά στα 30, πολύ λυτά ντυμένη, με μακριά ελεύθερα μαλλιά και μια μισό-φορεμένη παντόφλα στο δεξί της πόδι. Ήταν ήσυχη και φαινόταν σαν να κάτι την έτρωγε μέσα της. Ήταν αυτή, δεν υπήρχε αμφιβολία. Μάλιστα ένιωθα τόσο σίγουρος, που προσαρμόστηκα άμεσα στα νέα δεδομένα και πολύ γρήγορα "ξέχασα" τη μαγική αυτή μεταμόρφωση του ζώου σε άνθρωπο..
"Τι έχεις, είσαι καλά? Θέλεις κάτι άλλο?", ρώτησα ακουμπώντας την μαλακά και προσεκτικά στον ώμο. Καμία απάντηση. Κοιτούσε στα χαμένα. Πρώτα ευθεία μπροστά, μετά έστριψε για λίγο προς το μέρος μου και έπειτα πάλι πίσω στο πουθενά. "Να σου φέρω και κάτι να φας? Ίσως νιώσεις καλύτερα", επανέλαβα. "Δεν μπορείς να με καταλάβεις... Δεν μπορείς να καταλάβεις", είπε δυνατά με μια δόση απογοήτευσης και κατηγορίας προς το πρόσωπό μου. Σταμάτησα να την ακουμπάω και τραβήχτηκα λίγο πίσω, προσπαθώντας να την κάνω να νιώσει λίγο πιο άνετα. "Πάρε εκείνη την παντόφλα και βάλ' την σε ζεστό νερό μέχρι να βράσει. Και φέρ' την μου", σχεδόν πρόσταξε δείχνοντας την αριστερή της παντόφλα, η οποία βρισκόταν πεταμένη ακριβώς μπροστά απ' την εξώπορτα. Κοίταξα το αφόρετο υπόδημα μπερδεμένος. Τώρα αυτό το εννοεί, σκέφτηκα και έπειτα γύρισα προς το μέρος της με μια ελπίδα να μου λύσει την απορία, χωρίς να χρειαστεί να ρωτήσω. Δεν μίλησε. Πλησίασα την παντόφλα και την πήρα στα χέρια μου να την επεξεργαστώ καλύτερα. Όπως το περίμενα. Δεν είχε τίποτα το φυσιολογικό πάνω της. Ήταν ιδιαίτερα βαριά και με υπέρ-διπλό πάτο. Για την ακρίβεια, ο πάτος της αποτελούνταν από 3 στρώματα. 2 μαλακά πάνω-κάτω και στη μέση ήταν ένα ενιαίο μεταλλικό στρώμα, φτιαγμένο από συμπιεσμένα μικρά κομμάτια απροσδιόριστης προελεύσεως. Κάτι σαν παστέλι, μα από μέταλλο.
Τι είναι, αμέσως σκέφτηκα. Μήπως τελικά δεν είναι άνθρωπος, μήπως είναι μηχανή?!.. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δεν ήταν γάτα, όχι πια τουλάχιστον. Θα το έκανα. Λίγα δευτερόλεπτα ήταν αρκετά για να πείσω τον εαυτό μου πώς δεν είχα να χάσω τίποτα. Θα έβραζα την παντόφλα και θα της την έφερνα στο πιάτο. Έτσι θα μάθαινα και τι συμβαίνει! Θα μάθαινα.. Θα... Και εκεί έμεινε, στο θα. Δυστυχώς ο εγκέφαλός μου δεν άντεξε άλλο τον ανεξέλεγκτο αυτό παραλογισμό και αντέδρασε "καλημέρα"...



23/5/18

5 Αυγούστου 2017

Παράλληλες Διαστάσεις


    Ήμασταν μόνο οι τρεις μας στο σπίτι. Ο αδερφός μου και εγώ ετοιμαζόμασταν για να φύγουμε. Κάπου για καφέ θα πηγαίναμε μάλλον, σε διαφορετικές τοποθεσίες, με διαφορετικούς ανθρώπους, ως συνήθως. Ο πατέρας μου ήταν και αυτός στη θέση του. Μπροστά στον υπολογιστή, απορροφημένος να παίζει κάποιο ήδη τερματισμένο παιχνίδι. Ήταν σήμερα. Παρόν, μια καθημερινή καλοκαιρινή μέρα με τον πατέρα μου σε άδεια και διακοπές στην Ελλάδα.
    Οι δυο μας, πηγαίναμε πάνω κάτω βιαστικά, προσπαθώντας να κάνουμε γρήγορα, να μην αργήσουμε κι άλλο. Ναι, είχαμε αργήσει ήδη, ως συνήθως. Κάποια στιγμή, οι πορείες μας συναντήθηκαν στο χολ, εκεί μπροστά στον μεγάλο, μακρόστενο καθρέφτη. Δίπλα δίπλα να περιποιούμαστε την πλούσια κόμη μας, ο Βασίλης, ο αδερφός μου στα δεξιά μου και εγώ στα αριστερά του. Δεν μιλούσαμε, όλα γινόντουσαν σιωπηλά. Τυπικές, μηχανικές διαδικασίες. Εκείνη τη στιγμή όμως, καθώς παρατηρούσα προσεκτικά τον εαυτό μου στον καθρέφτη, είδα κάτι ανεξήγητο με την περιφερειακή μου όραση. Δεξιά απ' τον Βασίλη, στεκόταν μια κοπέλα -κοινή γνωστή- και έφτιαχνε και αυτή τα μαλλιά της, τουλάχιστον αυτό κατάλαβα απ' ό,τι έλεγε ο καθρέφτης. Ξαφνιάστηκα και απότομα τα χέρια μου κοκάλωσαν. Ήμουν πολύ σίγουρος ότι ήμασταν μόνο οι τρεις μας στο σπίτι. Αμέσως κοίταξα δεξιά απ' τον αδερφό μου να δω αν όντως η Αγγελική βρισκόταν εκεί, προσπαθώντας ταυτόχρονα να καταλάβω αν πραγματικά ήταν στο χώρο και αν την είχε δει κι αυτός, ή αν απλά ήταν όλα στα δικά μου μάτια, στο μυαλό μου. Και όμως η κοπέλα δεν βρισκόταν εκεί, δεν ήταν στο χολ, ούτε πουθενά. Όμως απ' την άλλη πλευρά, μέσα στον καθρέφτη, ήταν ακόμη εκεί, χαμογελαστή να πλέκει κοτσιδάκια σαν να είναι όλα μια τυπική, μηχανική διαδικασία. Και ο Βασίλης ετοιμαζόταν κανονικά, ασυγκίνητος και απαθέστατος.
    Ήμουν σίγουρος, δεν την έβλεπε. Στα επόμενα δευτερόλεπτα τον είδα να κάνει μερικά βήματα δεξιά, ουσιαστικά να πηγαίνει κατά πάνω της, χωρίς φυσικά να το ξέρει. Εκείνη, έκανε ένα βήμα μπροστά και πέρασε προσεκτικά αριστερά του δίχως να τον ακουμπήσει. Εγώ ήμουν ακόμη ακίνητος και καθηλωμένος, να παρακολουθώ στον καθρέφτη τα γεγονότα, σαν και έβλεπα μια πολύ καλή ταινία περιπέτειας, πάνω στην κορύφωσή της. Τότε ήταν που παρατήρησα και το αμυδρό, λευκό φως που φαινόταν να βγαίνει από μέσα της και να την περιβάλλει, λες και είχε καταπιεί κάποια ισχυρή λάμπα που το φως της έτεινε να διαπερνά τη σάρκα της. Τα βλέμματα και των δύο ήταν καρφωμένα ίσια μπροστά, κανένας δεν φαινόταν να είχε διάθεση να χαλάσει την ηρεμία και την ησυχία της στιγμής. Εκτός από μένα.
   Την επόμενη στιγμή, το μοναδικό πράγμα που μου βγήκε να κάνω ως αντανακλαστική αντίδραση, ήταν ν' απλώσω το χέρι μου και να χτυπήσω τον καθρέφτη ακριβώς εκεί που βρισκόταν το πρόσωπό της, λες και προσπαθούσα ευκαιριακά να σκοτώσω κάποιο εκνευριστικό κουνούπι που δεν έλεγε να καταλάβει ότι παραβιάζει ιδιωτικό χώρο. Με το που ακούστηκε ο ενοχλητικός θόρυβος από την επαφή και οι δύο είχαν την ίδια αντίδραση. Πετάχτηκαν πάνω τρομάζοντας απ' την απρόσμενη κίνηση και στη συνέχεια είδα τα βλέμματά τους στο τζάμι να με καρφώνουν. Ο Βασίλης, δεν είπε κουβέντα και αδιαφορώντας γύρισε και έφυγε προς το σαλόνι, όπου βρισκόταν και ο πατέρας μας. Αυτή, έμεινε ακίνητη και μπλοκαρισμένη για μερικά δευτερόλεπτα, μέχρι που την έχασα απ' τα μάτια μου ακολουθώντας τον αδερφό μου σαστισμένος.
    Το είδες αυτό, τον ρώτησα απότομα. Ποιο, απάντησε και συνέχισε αυτό που έκανε βιαστικός. Στον καθρέφτη, είπα κάνοντας μερικά βήματα προς τα πίσω και κοιτώντας κλεφτά προς το χολ. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα έναν μικρό ηλεκτρισμό να διαπερνά ολόκληρο το σώμα μου και τα πάντα αναβόσβησαν στιγμιαία, όπως όταν κόβεται για ένα δευτερόλεπτο το ρεύμα και τυχαίνει να είναι βράδυ. Μόλις ξανάνοιξα τα μάτια μου δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα. Τα πόδια μου δεν με βαστούσαν, ζαλίστηκα και ήθελα απλά να αφεθώ στις δυνάμεις της βαρύτητας. Το μόνο που προσπαθούσα να κάνω -χωρίς ιδιαίτερο λόγο- ήταν να μην αφήσω κάτι ρούχα που κρατούσα στο χέρι μου να πέσουν κάτω. Παραπάτησα, γύρισα 180 μοίρες και έπεσα πίσω, πάνω στη ντουλάπα με την πλάτη. Η φασαρία τράβηξε την προσοχή του πατέρα μου.
    Είσαι καλά, με ρώτησε στρίβοντας μόνο το κεφάλι. Έγινε κάτι πολύ περίεργο, είπα. Κοίταξα γύρω μου λες και βρισκόμουν πρώτη φορά σ' αυτό το σαλόνι. Τότε συνειδητοποίησα πως πριν το ξαφνικό φλας, όλα τα χρώματα είχαν μια περίεργη απόχρωση. Λες και τα έβλεπα όλα μέσα από φίλτρο "σέπια". Δεν το είχα καταλάβει μέχρι εκείνη τη στιγμή, που πλέον όλα έμοιαζαν φυσιολογικά. Ήταν όνειρο, σκέφτηκα. Αλλά πώς, αφού βρισκόμουν όρθιος με τα ρούχα στο χέρι, ο αδερφός μου όντως ετοιμαζόταν και αυτός και ο πατέρας μου ήταν μπροστά στον υπολογιστή, όπως και πριν. Καμία άλλη αλλαγή, καμία διαφορετική αίσθηση. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, μόλις συνήλθα πλήρως, απευθύνθηκα στον πατέρα μου προσπαθώντας να του εξηγήσω τι συνέβη. Η κουβέντα τράβηξε και το ενδιαφέρον του αδερφού μου, που παρότι βιαστικός, σταμάτησε ν' ακούσει τις παραλογίες μου. Πότε έγινε αυτό, ρώτησε. Πριν, εδώ δίπλα σου, στον καθρέφτη στο χολ, του απάντησα δείχνοντας και πηγαίνοντας προς τα εκεί, με σκοπό να του αναλύσω ακριβώς τα γεγονότα και τις κινήσεις. Και τότε ήταν που κάθε λογική που προσπαθούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή να διακιολογήσει τα γεγονότα, εκτροχιάστηκε παντελώς.
    Μια εξίσου απρόσμενη, απρόσκλητη, αλλά και γνώριμη φυσιογνωμία, βρισκόταν πλέον στη θέση που άφησα τελευταία φορά την Αγγελική, μόνο που τώρα δεν ήταν απλά μια φιγούρα στον καθρέφτη. Ένας φίλος του αδερφού μου, ο Γκάμη, ήταν εκεί, στο χολ, πατώντας πάνω στο χαλί -με σάρκα και οστά που θα 'λεγε κανείς-, έχοντας και αυτός αυτή την περίεργη λάμψη από μέσα του, λες και ήταν κάτι ανεξήγητο ανάμεσα σε άνθρωπο και πνεύμα. Και τα περίεργα δεν τελείωναν εκεί! Ήταν ολόγυμνος, φορώντας μόνο το εσώρουχό του και έδειχνε πολύ χαρούμενος για κάποιο άγνωστο λόγο. Ήταν χαμογελαστός και γελούσε ήσυχα, δειλά και πονηρά, σαν να είχε να κρύψει κάτι.
    Καλά, τι κάνεις εσύ εδώ έτσι ρε, του φώναξα αστειευόμενος, προσπαθώντας να δείξω ότι δεν τρέχει τίποτα. Με κοίταξε, αλλά δεν είπε τίποτα. Συνέχισε να γελάει σκύβοντας πάλι το κεφάλι προς τα κάτω. Αμέσως γύρισα να φωνάξω στον Βασίλη να ρθει να δει και μόνος του τι συμβαίνει. Ήταν όμως ήδη αργά. Το στιγμιαίο φλας επέστρεψε για άλλη μία φορά για να μ' επαναφέρει στην
"πραγματικότητα". Αυτή τη φορά δεν ζαλίστηκα, όμως η αλλαγή του φίλτρου χρωμάτων από σέπια σε κανονικό, ήταν ξεκάθαρη. Δεν είχα προλάβει να καταλάβω πότε κύλησα ξανά σ' αυτό το ιδιόμορφο όνειρο, αλλά σίγουρα κάτι, κάπου με ξεγέλασε για άλλη μια φορά.
    Ο Γκάμη δεν ήταν πουθενά, το ίδιο και η Αγγελική. Ο πατέρας μου προσπαθούσε να μου αιτιολογήσει με λογική τα δεδομένα, υποθέτοντας και εξηγώντας μου πως ίσως υπάρχουν κάποιες σπάνιες περιπτώσεις όπου ο εγκέφαλος μπορεί ενώ βρίσκεται σε συνειδητό επίπεδο, να χάσει στιγμιαία επαφή με το περιβάλλον και την ίδια στιγμή να ανακαλέσει εικόνες από τη μνήμη και το υποσυνείδητο, συνδέοντάς τες με την άμεση πραγματικότητα, λίγο πριν επανέλθει. Μάταια όμως. Κάποια πράγματα δεν εξηγούνται με λογική. Εγώ ετοιμαζόμουν να φύγω και είχα ήδη αργήσει, το ίδιο και ο αδερφός μου. Όμως παρά τα σενάρια επιστημονικής φαντασίας, εγώ ήξερα καλά τι είχα δει και τι είχα νιώσει, σε δύο καταστάσεις που έμοιαζαν παράλληλες, αλλά και ταυτόχρονα εξίσου αληθινές.
    Τελικά, μετά από όλα αυτά, τα σάλια στο μαξιλάρι του κρεβατιού μου επιβεβαίωναν την κούραση και την αχόρταγη όρεξη μου για ύπνο, ενώ ταυτόχρονα έδωσαν αμέσως μια αδιαμφισβήτητη και λογική απάντηση σε όλα τα παραπάνω περίεργα δρόμενα που συνέβησαν. Χωρίς αυτό να αλλάζει το γεγονός ότι, κάποια πράγματα δεν εξηγούνται με λογική...




4/8/17

13 Δεκεμβρίου 2016

Περιπέτειες Διακοπών (Μέρος 2ο)

    Και η ιστορία συνεχίζεται, θα έλεγε κανείς... Χρονικά, βρισκόμαστε αρκετές βδομάδες μετά το τελευταίο όνειρο, το οποίο, όμως, πλέον είναι γεγονός και όχι απλά ένα όνειρο. Όλα έγιναν. Πέρασαν και τελείωσαν, μα δεν ξεχάστηκαν...


    Ο χειμώνας (μάλλον) έφτασε. Είχαμε μάθει για μια συναυλία από καιρό πριν και δε βλέπαμε τη στιγμή να έρθει η ώρα να τους ακούσουμε ζωντανά.. Ήταν μια πολύ γνωστή ποπ μπάντα, αλλά το όνομά της μου διαφεύγει. Θα παίζανε στο νησί. Σ' εκείνο το νησί όπου όλα είχαν προηγηθεί.. Τίποτα, όμως, δεν θα μας σταματούσε, ήμασταν αποφασισμένοι, γεμάτοι ενθουσιασμό και χαρά.
    Πριν καλά καλά το καταλάβουμε, η μεγάλη μέρα είχε κιόλας φτάσει. Τα πάντα ήταν έτοιμα, εκτός απ' τα εισιτήρια της συναυλίας, τα οποία θα τα κόβαμε φτάνοντας στο νησί. Μαζί με τη Μάρω, πήραμε το καράβι για απέναντι. Θα πηγαίναμε μαζί γιατί βόλευε και θα βρίσκαμε τους άλλους εκεί. Η θάλασσα, περιέργως, ήταν ήρεμη και το ταξίδι στο νερό σύντομο, όμως ακολουθούσε και συνέχεια.. Κατεβαίνοντας, ο καιρός άλλαξε αισθητά προς το χειρότερο. Εμείς, δίχως άλλη επιλογή, αμέσως πήραμε το ΚΤΕΛ για να μας μεταφέρει στον χώρο της συναυλίας. Στη διαδρομή άρχισε να βρέχει και η βροχή πολύ γρήγορα μετατράπηκε σε χαλάζι. Οι δρόμοι είχαν ήδη γεμίσει με νερά και σε μερικές στροφές θα έλεγε κανείς πως το λεωφορείο κολυμπούσε για να στρίψει. Είχα αρχίσει ν' ανησυχώ, αλλά δεν είπα τίποτα στη Μάρω. Στα μάτια της έβλεπα το ίδιο βλέμμα ανησυχίας και για κάποιον λόγο ένιωθα πως δεν ήθελα να το επιβεβαιώσουμε ο ένας στον άλλον.. Λίγο μετά φτάσαμε μπροστά σ' έναν σχεδόν κάθετο δρόμο, ο οποίος ήταν τόσο απότομα κατακόρυφος που δημιουργούσε καταρράκτη από τα νερά.. "Δεν μπορώ να συνεχίσω από 'δω και πέρα", είπε ο οδηγός και συνέχισε "όποιος θέλει ας κατέβει εδώ". Έτσι και έγινε. Εμείς και μερικοί ακόμα κατεβήκαμε στη μέση του πουθενά, προσπαθώντας μάταια να πράξουμε το ακατόρθωτο. Ήταν αδύνατο να ανέβει κανείς μέχρι εκεί πάνω με ανθρώπινη δύναμη.. Γίναμε μούσκεμα και απογοητευμένοι πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Ευτυχώς ο γυρισμός ήταν στιγμιαίος, δεν υπήρξαν εμπόδια.. Η υπόλοιπη μέρα κύλησε ήσυχα· δεν υπήρχε όρεξη για τίποτα ούτε ποτέ επικοινωνήσαμε με τους άλλους για να μάθουμε αν έστω αυτοί τα κατάφεραν.. Για την ακρίβεια, δε θυμάμαι καν να κύλησε η υπόλοιπη μέρα, περάσαμε κατευθείαν στην επόμενη...
    Νωρίς το πρωί είχαμε ένα απρόσμενο τηλεφώνημα. Ήταν η Ιωάννα και μας πληροφόρησε βιαστικά πως, λόγω κακοκαιρίας, η συναυλία είχε αναβληθεί για σήμερα και μας ξεσήκωσε να ξαναπάμε! Δε θέλαμε και πολύ, αμέσως ετοιμαστήκαμε και φύγαμε όπως-όπως, μόνο που αυτήν τη φορά θα ήμασταν (και πάλι) οι τρεις μας μόνο. Τότε ήταν που μου ήρθε μια "ανύπαρκτη ανάμνηση" στο μυαλό και μου γεννήθηκε μια απορία.. Πώς είχε καταφέρει τότε να γλιτώσει η Ιωάννα? Τι είχε γίνει τελικά, γιατί δε μας είπε τίποτα? Γιατί δε θυμάμαι να το συζητήσαμε καθόλου?.. Τα ερωτήματά μου έμειναν αναπάντητα, δεν είχαμε χρόνο για τέτοια εκείνη τη στιγμή. Έπρεπε να βιαστούμε, να φτάσουμε στο νησί, να συναντήσουμε την Ιωάννα, να αγοράσουμε τα εισιτήρια και να βρισκόμαστε στον χώρο της συναυλίας στην ώρα μας..
    Όλα πάλι απ' την αρχή· το καράβι, το ταξίδι, ο καταρράκτης, όλα, εκτός απ' τον καιρό. Η βροχή και το χαλάζι είχαν πια δώσει τη θέση τους σ' έναν ενοχλητικό, αλλά όχι ανησυχητικό, κρύο αέρα. Κάτω, είχαν ρίξει παντού αλάτι, μιας και οι δρόμοι είχαν πιάσει πάγο, λες και χιόνιζε όλη νύχτα. Θα ερχόταν και ο δήμαρχος της πόλης στη συναυλία, μάθαμε κατά τη διάρκεια της διαδρομής.. Γι' αυτό έριξαν και το αλάτι, είπε κάποιος, χωρίς να βγάζει ιδιαίτερο νόημα.. Σύντομα, φτάσαμε και στο κωμικο-τραγικό σημείο του ταξιδιού, αμφιβάλλοντας για το τι θα αντικρίζαμε αυτήν τη φορά.. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, ένιωθα.. Ο "καταρράκτης" είχε πλέον εξαφανιστεί και το λεωφορείο ανέβηκε με εντυπωσιακή ευκολία τον κάθετο δρόμο, αψηφώντας όλους τους προβλεπόμενους νόμους της φυσικής. Κανείς δεν είπε τίποτα· ήταν για όλους μας απολύτως φυσιολογικό, μάλλον..
    Το λεωφορείο έφτασε στον προορισμό του. Μας άφησε κοντά σε κάτι πέτρινα, μισοτελειωμένα κατασκευάσματα, ανάμεσα σε κάτι πολύ χοντρές κολώνες. Έμοιαζαν με αρχαία μνημεία, θα έλεγε κανείς, αλλά δεν υπήρχαν πουθενά ταμπέλες ή προστατευτικά. Ήταν ένα πολύ ήσυχο, απόμερο μέρος, αρκετά ψηλά σε υψόμετρο και αρκετά μακριά απ' την πλατεία στην οποία έπρεπε να βρεθούμε. Παρ' όλα αυτά, τίποτα δε φαινόταν να μας ενοχλεί, αρκούσε που είχαμε φτάσει και που όλα έμοιαζαν πλέον εύκολα.. Αμέσως τρέξαμε προς τ' ανοιχτά, λαχταρώντας να δούμε την πόλη από ψηλά. Και ήταν όντως τόσο ψηλά.. Το μέρος έδειχνε παραμυθένιο από εκείνο το σημείο και όλα τόσο μικρά. Δε μείναμε για πολύ, μιας και ο χρόνος μας περιόριζε, αλλά ευτυχώς ο δρόμος προς το κέντρο ήταν εύκολος και συντομότερος απ' ό,τι τον περιμέναμε. Τελικά, φτάσαμε.
    Ήταν πολύ διαφορετικό το να το βλέπεις από μακριά από το να βρίσκεσαι εκεί. Σε αντίθεση με την προηγούμενη "νεκρή" τοποθεσία, η κεντρική πλατεία ήταν τεράστια, ατελείωτη και γεμάτη ζωή.. Κόσμος παντού να πηγαινο-έρχεται ανάμεσα σε παρκαρισμένα, περίεργα οχήματα και αεροπλάνα, καθώς ταυτόχρονα μερικά, κάτι σαν διαστημόπλοια, πετούσαν αφύσικα-σιωπηλά εδώ και εκεί, σε τρομακτικά χαμηλό ύψος πάνω απ' τα κεφάλια μας. Έμοιαζε σαν να είχαμε μεταφερθεί σε άλλη εποχή, 100-150 χρόνια μπροστά τουλάχιστον.. Γινόταν ένας υπέροχος πανικός και εμείς μαγεμένοι απολαμβάναμε την κάθε εικόνα.
    Μετά από λίγη ώρα, βρήκαμε τον χώρο αγοράς εισιτηρίων μαζί με μια ευχάριστη έκπληξη! Μέσα στο χάος συναντήσαμε τη Λένα -όχι τη μικρή...-, η οποία μόλις είχε κόψει 2 εισιτήρια για αυτήν και για την Ιωάννα που την/μας περίμενε έξω. Δε μάθαμε ποτέ πώς βρέθηκε η Λένα εκεί και αν είχε συμβεί όλο κατόπιν συνεννοήσεως, αλλά τελικά θα ήμασταν τετράδα απ' ό,τι φάνηκε. Θυμάμαι ακόμα τη στιγμή που φτάσαμε στα ταμεία και περιμέναμε τα δικά μας εισιτήρια... Θα πρέπει να ήταν μια αξέχαστη συναυλία.. Μια συναυλία που ποτέ δεν πρόλαβα να "ζήσω".



17/2/15

13 Οκτωβρίου 2016

"Μόνος" στο Σπίτι.


    Ήταν κι άλλοι εκεί.. Ήταν ο Άλφα, ήταν ο Μι. Τους άλλους δεν τους θυμάμαι, ποτέ δεν τους θυμάμαι εξάλλου. Καθόντουσαν ο ένας δίπλα στον άλλον σ' ένα παγκάκι κάπου έξω. Για την ακρίβεια, καθόντουσαν στην πλάτη οι τρεις έχοντας τα πόδια τους στο κάθισμα και ο τέταρτος -ίσως κι ο πέμπτος- ήταν ο ένας όρθιος και ο άλλος καθιστός κανονικά στη γωνίτσα, με όσο χώρο του αφήνανε, φυσικά.. Μέρα μεσημέρι, μιλούσαν μεταξύ τους και αράζανε· εγώ τους βρήκα τυχαία περνώντας από 'κει. Ήμασταν κάπου κοντά στο σπίτι μου· Θεσσαλονίκη. Δεν έμαθα ποτέ πώς βρέθηκαν αυτοί στη γειτονιά, μάλλον ο Άλφα... Σε κάποια φάση οι δύο γνωστοί μου σηκώθηκαν να ξεπιαστούν και κάνανε μια περιστροφή γύρω απ' το παγκάκι.. Ο Μι είχε στην αγκαλιά του και λίγο σφηνωμένη μέσα στη μισάνοιχτη, φαρδιά ζακέτα του, μια μπάλα μπάσκετ. Την είχα δει από ώρα, αλλά δε σχολιάστηκε.. Μόλις σηκώθηκαν η μπάλα έπεσε και άρχισε ν' αναπηδά σ' ευθεία, δεξιά όπως κοιτούσα εγώ το παγκάκι, οδεύοντας προς τον δρόμο. Το σκάσιμο της μπάλας στο έδαφος δεν ακούστηκε ποτέ, ούτε και τα επόμενα αναπηδήματα. Ο Μι είχε κιόλας γυρίσει το κεφάλι του όταν η μπάλα ξεκίνησε να πέφτει· δεν κατάλαβε τίποτα. Κανείς άλλος δε συγκινήθηκε να τη φέρει πίσω, όλοι συνέχισαν να μιλάνε μεταξύ τους άνετοι και ωραίοι. Εγώ την ακολούθησα ψύχραιμος περπατώντας· δεν είπα τίποτα. Φτάνοντας προς το δρόμο έκανα μερικά ταχύτερα βήματα συνειδητοποιώντας πως τελικά δεν την προλάβαινα με απλό περπάτημα. Σύντομα η μπάλα άγγιξε την απαγορευμένη ζώνη. Μ' ένα απότομο τέντωμα το πόδι μου βρέθηκε πάνω της ακινητοποιώντας τη πριν συμβεί το οτιδήποτε. Πάλι δεν ακούστηκε ήχος. Την πήρα στα χέρια μου και κατευθύνθηκα πίσω στο παγκάκι. Τα παιδιά καθόντουσαν και πάλι, σαν να μην πέρασε λεπτό. "Σου έπεσε η μπάλα ρε, χαμπάρι δεν πήρες", είπα στον Μι αστειευόμενος και του την έδωσα.. "Ωχ", απάντησε και άρχισε να γελάει μ' εκείνο το χαρακτηριστικό του γέλιο. Μιλήσαμε για λίγο ακόμα.. Δε θυμάμαι τι λέγαμε· τα κλασικά-τυπικά λογικά.. Θα τα πούμε, θα μιλήσουμε, τα λέμε, τα λέγαμε, γεια..
    Λίγο μετά βρισκόμουν κιόλας στο σπίτι, κοιμόμουν· μάλλον είχε νυχτώσει πια.. Η νύχτα κράτησε ένα δευτερόλεπτο, αν όχι μερικά κλάσματα.. Όταν ένιωσα τον εαυτό μου να ξυπνάει ήταν σαν εκείνες τις μέρες που ξυπνάς, αλλά δε θέλεις να σηκωθείς ακόμα και ψιλο-χουζουρεύεις για λίγο
(ή πολύ), παίζοντας τον κοιμισμένο.. Χρονικά, ήταν όλα τοποθετημένα στο άμεσο παρόν, στο σήμερα. Καλοκαίρι δηλαδή, οι δυο πιο ελεύθεροι μήνες του χρόνου. Όλοι αλλού και εγώ μόνος να κρατάω το σπίτι και να κάνω ό,τι θέλω. Ανά κάποιες μέρες βέβαια, έρχονται και οι θείες μου, πότε η μία, πότε η άλλη, κάνουν καμιά δουλειά και έπειτα φεύγουν πάλι...
    Έμεινα ξαπλωμένος, ακίνητος με κλειστά τα μάτια, δίνοντας χρόνο στον εγκέφαλό μου να μπει με την άνεση του σε κανονική λειτουργία, όποτε αυτός θα ένιωθε έτοιμος.. Ήμουν ανάσκελα, όταν σε κάποια φάση προσπαθώντας να γυρίσω συνειδητοποίησα την ακριβής στάση μου. Το ένα μου πόδι ήταν τεντωμένο ίσια, ενώ το άλλο ήταν μαζεμένο οριζόντια
(όπως κάνουν οι μπαλαρίνες) και τα χέρια μου ήταν κατακόρυφα στον αέρα, ενωμένα στους καρπούς, με τις παλάμες και τα δάχτυλα να κρέμονται ελεύθερα αριστερά και δεξιά, σαν να ήμουν τελείως χαλαρός σε κατάσταση αδράνειας. Πράγματι, δεν ένιωθα να σφίγγομαι σε κανένα σημείο, εξάλλου προερχόμουν από ύπνο! Κάτι περίεργο συνέβαινε. Προσπάθησα και πάλι να γυρίσω στο πλάι, απ' την άλλη μεριά αυτή τη φορά. Μάταια, κάτι με ακινητοποιούσε, σαν να με έσπρωχνε.. Ταράχτηκα και πλέον ξύπνησα απότομα. Αμέσως προσπάθησα να κατεβάσω τα χέρια μου, να κουνήσω τα πόδια μου. Τίποτα. Δεν μπορούσα ούτε τα μάτια μου να ελέγξω για να τ' ανοίξω. Μετά από λίγο, ύστερα από μεγάλη προσπάθεια, κατάφερα να πάρω και πάλι τον πλήρη έλεγχο του εαυτού μου. Σηκώθηκα πάνω αρκετά ανήσυχος και αμέσως πήγα προς τα δωμάτια, κάνοντας τον κύκλο του σπιτιού να δω μήπως είναι κανείς εκεί. Το σπίτι είναι μεγάλο, πάνω από 100 τετραγωνικά και γενικά είναι έτσι, ώστε μπορείς να έχεις διπλή πρόσβαση σε κάθε ένα απ' τους δύο βασικούς χώρους, με αποτέλεσμα να μπορείς άνετα να κάνεις φαύλους κύκλους ασταμάτητα. Τις πόρτες, φυσικά, σε όλους τους χώρους τις αφήνω πάντα ανοιχτές τέτοια εποχή, οπότε πήγα να κάνω μια αναγνωριστική γύρα, ανιχνεύοντας απ' έξω απ' έξω το κάθε μέρος. Ξεκινώντας λοιπόν απ' το καθιστικό, πέρασα από κάθε σημείο κάνοντας τον κύκλο και φτάνοντας τελικά στην κουζινο-τραπεζαρία (δίπλα απ' το καθιστικό), όπου συνάντησα το μοναδικό πρόσωπο που βρισκόταν στο σπίτι. Ήταν ο Κάπα, ένας παλιός φίλος, ο οποίος ήταν στημένος λες και ετοιμαζόταν για συναυλία. Είχε συνδέσει την ηλεκτρική κιθάρα σ' ένα ενισχυτή και τον πέτυχα ακριβώς πάνω στη στιγμή στην οποία προσπαθούσε ν' ανέβει πάνω σ' ένα επιπλάκι -στο οποίο κανονικά έπρεπε να υπάρχει η τηλεόραση- για να παίξει εκεί. Με το που με είδε σταμάτησε τις προσπάθειες και με πλησίασε αφήνοντας το όργανο. Αμέσως τον αγκάλιασα και εκείνη τη στιγμή ένιωσα μια στιγμιαία ανακούφιση, μιας και πλέον ήξερα ότι υπήρχε και δεύτερο άτομο στον χώρο. Δε μου είχε φανεί καθόλου περίεργο που βρισκόταν εκεί -αν και θα 'πρεπε- και μιλήσαμε κανονικά λες και ήταν αναμενόμενο το ότι θα ήταν και αυτός στο σπίτι εκείνη τη μέρα-στιγμή. Χαιρετηθήκαμε για καλημέρα και αμέσως ξεκίνησα να του λέω για το περίεργο πράγμα που μου είχε συμβεί προ ολίγου. "...τα χέρια μου ήταν έτσι στημένα κάθετα προς τα πάνω", του είπα και με διέκοψε απαντώντας: "Ναι ρε φίλε, το είδα κι εγώ. Ήσουν σαν δεμένος, λες και κάποιος σου είχε δέσει τα χέρια με σχοινί απ' το ταβάνι". "Το είδες και εσύ!?", ξεφώνισα αυθόρμητα καθησυχάζοντας τον εαυτό μου, μιας και πλέον γνώριζα πως δεν ήμουν ο μόνος ο οποίος το έζησε. "Ναι, το είδα και είπα σε κάποια φάση να 'ρθω να σε ξυπνήσω, αλλά παραμιλούσες κιόλας οπότε σκέφτηκα να σ' αφήσω να δεις το όνειρο και να ξυπνήσεις μόνος σου όταν είναι", συνέχισε. Ενώ απ' τη μία είχα αρχίσει να ηρεμώ, γιατί είχα παρέα σ' όλο αυτό, απ' την άλλη σκεφτόμουν πως εφόσον δεν ήμουν εγώ ο τρελός, μάλλον όντως κάτι δεν πήγαινε καλά και ίσως να ήταν και επικίνδυνο. Εκείνη τη στιγμή άρχισα ν' ακούω ήχους απ' το υπνοδωμάτιο των παππούδων μου, λες και κάποιος ήταν εκεί. Πλησίασα αργά και επιφυλακτικά και όσο κόντευα το άκουγα όλο και πιο ξεκάθαρα. Ήταν η φωνή της γιαγιάς μου και έλεγε συνεχόμενες ασυναρτησίες, οι οποίες ήταν ανάμεικτες με κάτι σαν γριλίσματα και ήχους περίεργους λες και ήθελε να φτύσει τριχόμπαλα. Φτάνοντας στο σημείο όπου πλέον μπορούσα να δω μέσ' στο δωμάτιο άρχισα να ψάχνω τη φιγούρα της γιαγιάς μου την οποία δεν είδα ποτέ. Σκέφτηκα πως ίσως ήταν στημένη σε καμιά γωνιά και κόντεψα κι άλλο. Ξαφνικά, όταν πλησίασα αρκετά, η συρόμενη πόρτα του δωματίου άρχισε να κλείνει από μόνη της και σε σχετικά γρήγορους ρυθμούς. Μέχρι να φτάσω απ' έξω είχε ήδη κλείσει τελείως. Τη φωνή συνέχισα να την ακούω, καμία αλλαγή. Τότε θυμήθηκα πως ίσως η γιαγιά μου να είχε αρρωστήσει λόγω ηλικίας και να είχε αρχίσει να τα χάνει φτάνοντας σε τέτοια σημεία. Δεν ξέρω από πού μου προέκυψε μια τέτοια σκέψη, μάλλον θα ήταν η ανάγκη μου να καλύψω με φυσιολογικές αιτιολογίες τα αφύσικα γεγονότα.. Προσπάθησα ν' ανοίξω την πόρτα βάζοντας αρκετή δύναμη, αλλά πάλι κάτι δε μ' άφηνε, κάτι ήταν δυνατότερο.. Τρόμαξα. Έκανα πίσω. Στα επόμενα δευτερόλεπτα, μετά από μερικούς περίεργους θορύβους, άρχισε σιγά σιγά ν' ανοίγει από μόνη της.. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Έτρεξα πίσω στην κουζινο-τραπεζαρία να βρω τον Κάπα για βοήθεια και συμπαράσταση, σαν κλαμένο παιδάκι που αδικημένο τρέχει πίσω στη μαμά του για να τον λυτρώσει ως δια μαγείας απ' το πρόβλημά του. Εκείνος με περίμενε και πλησιάζοντας πήγε να μ' αγκαλιάσει για μία ακόμη φορά, μόνο που τώρα τα δεδομένα είχαν αλλάξει.. Με ρώτησε τι συνέβη έχοντας ταυτόχρονα ένα ειρωνικό χαμογελάκι στα χείλη του, πράγμα το οποίο άρχισε να μου δημιουργεί υποψίες.. Την ίδια στιγμή παρατήρησα και το πόσο ψύχραιμος ήταν απέναντι σ' όλο αυτό, λες και ήδη γνώριζε... Γνώριζε. Τραβήχτηκα πίσω, προσπαθώντας να παραστήσω τον ανήξερο και αμέσως του είπα για τους θορύβους στο δωμάτιο, παροτρύνοντάς τον να πάει κι αυτός να κοιτάξει, ώστε να απομακρυνθώ το συντομότερο από κοντά του.
    Η πόρτα είχε πια ανοίξει τελείως και από μέσα βγήκε η γιαγιά μου, ήρεμη και φυσιολογική, μαζί όμως με μία ακόμη γιαγιά. Αυτή, ήταν στα ίδια κυβικά με τη δική μου. Κοντούλα, χοντρούλα και με μπόλικο, γκρίζο, μπλεγμένο μαλλί, πιασμένο πίσω χαλαρά μ' ένα λαστιχάκι, χωρίς κάτι άλλο ιδιαίτερο πάνω της. Το μόνο ίσως αξιοπερίεργο ήταν το ότι ήταν αρκετά άσχημη με πολύ ψυχρό, ίσως και κακόβουλο βλέμμα. Το πρόσωπό της ήταν έντονα τετραγωνισμένο με πολλές γωνίες, το δέρμα της σε αρκετά σημεία, όπως το κούτελο και τα μάγουλα, αφύσικα τεντωμένο για γιαγιά, το στόμα της κάθε άλλο παρά χαμογελαστό, η μύτη της μεγάλη με ελαφριά κλίση προς τα κάτω και τέλος τα μάτια της ήταν υπερβολικά κοντά το ένα στο άλλο, λες και είχαν την τάση να ενωθούν μα τα σταμάτησε η μύτη. Τελικά αποφάσισα για κάποιον λόγο να τους κοντέψω κι εγώ.. Ήθελα να μάθω.. Βρεθήκαμε όλοι στο χολ, ακριβώς έξω απ' την είσοδο του υπνοδωματίου απ' όπου βγήκαν.. Η γιαγιά μου ήταν πολύ ήρεμη και στα χαμένα, ενώ ο Κάπα ήταν χαλαρός, αλλά στον κόσμο του.. Η άλλη γιαγιά πάλι, φερόταν κάπως περίεργα. Έκανε πολύ μικρά βήματα, μια αριστερά μια δεξιά και κοιτούσε τον χώρο, χωρίς όμως να ψάχνει για κάτι συγκεκριμένο. Έμοιαζε σαν να μην ήξερε πού βρισκόταν και γιατί, σαν μην ήταν πραγματικά εκεί.
"Γιαγιά είσαι εντάξει, όλα καλά?", ρώτησα τη γιαγιά μου προσπαθώντας να την κοιτάξω, ενώ αυτή απέφευγε το βλέμμα μου χαρακτηριστικά. "Ναι, ναι αγόρι μου μια χαρά", μου απάντησε, μα δε με έπεισε. "Σίγουρα είσαι εντάξει? Και τι ήταν αυτό που ακουγόταν πριν απ' το δωμάτιο?", τη ρώτησα και επακολούθησαν κι άλλες ερωτήσεις που τελικά έμειναν αναπάντητες.. Δεν έλεγε τίποτα, ήταν τόσο ήρεμη, ξένοιαστη και απαθής που νόμιζες πως είχε παραλύσει ο εγκέφαλός της.. Μαζί με τον φόβο μου είχα πλέον αρχίσει να νευριάζω κιόλας.. "Και ποια είναι αυτή η γιαγιά που είναι μαζί σου?", συνέχισα να ρωτάω υψώνοντας και λίγο τη φωνή μου.. Κάτι μέσα μου μού έλεγε πως αυτή ήταν ο καρκίνος της υπόθεσης. Αυτό που ήταν μέσα της ήταν αυτή η αόρατη δύναμη που έλεγξε το σώμα μου ξυπνώντας, και ίσως τον φίλο και τη γιαγιά μου.. "Ποια είσαι εσύ? Τι θέλεις εδώ?", τη ρώτησα ευθέως. Δεν απάντησε. Συνέχισε να κοιτάζει αόριστα γύρω της λες και δε με άκουσε καν. "Να σηκωθείς να φύγεις από εδώ μέσα, δεν έχεις καμία δουλειά εδώ", της φώναξα ακόμη πιο δυνατά αυτήν τη φορά. Εκείνη τη στιγμή, σταμάτησε να κινείται και στρίβοντας αργά μόνο το κεφάλι της μου έδωσε ένα ψυχρό και ανατριχιαστικό βλέμμα απ' το μισό μέτρο, χωρίς να πει λέξη. Οι κόρες της ήταν κατάμαυρες, δεν είχαν χρώμα, ούτε κάποια γυαλάδα αντικατοπτρισμού, όπως ένα κανονικό μάτι. Ήταν σαν ψεύτικα. Ήταν σαν να μη με κοίταζε καν, σαν να μην ήταν πραγματικά εκεί ή σαν να μην ήμουν εγώ εκεί γι' αυτήν. Πραγματικά, μου είναι δύσκολο να εξηγήσω την αίσθηση που εξέλαβα αντικρίζοντας ένα τέτοιο πρόσωπο κατάματα.. Κατόπιν γύρισε πάλι το κεφάλι της στην ευθεία και συνέχισε να κάνει ό,τι έκανε και πριν. Η στάση της με φόβιζε όλο και περισσότερο και η αντίδρασή μου στον φόβο ήταν τα νεύρα και οι φωνές.. Σε λίγο είχα αρχίσει να της φωνάζω απειλητικά και να την σπρώχνω στο διάδρομο. Αυτή εκεί, ψύχραιμη και ανύπαρκτη. Σαν να μην ένιωθε τίποτα. Όσο περνούσαν τα δευτερόλεπτα την έσπρωχνα όλο και πιο δυνατά, ώσπου σε κάποια φάση την έριξα κάτω. Απ' τον φόβο μου άρχισα να τη βρίζω και να την κλωτσάω. Αυτή εκεί, ψύχραιμη και ανύπαρκτη. Σαν να μην πονούσε, σαν να μην της έκανα τίποτα απολύτως. Προσπαθούσε με τις αργές της κινήσεις να σηκωθεί, αλλά μάταια. Δε την άφησα ούτε λεπτό. Η γιαγιά μου και ο Κάπα δεν είπαν τίποτα, δεν έκαναν τίποτα. Ένιωθα την παρουσία τους εκεί δίπλα καθ' όλη τη διάρκεια της σκηνής, αλλά δεν τους έδωσα άλλη σημασία. Αφού κι αυτοί..δεν ήταν πραγματικά εκεί, ήμουν μόνος μου· ή σχεδόν μόνος.
    Σε κάποια φάση συνειδητοποίησα την αδυναμία μου, βλέποντας πως αυτό που κάνω δεν είχε κανένα νόημα και σταμάτησα. Προσπάθησα να τρέξω και πάλι προς την κουζινο-τραπεζαρία χωρίς να κοιτάξω πίσω μου, όταν σύντομα διαπίστωσα πως το σώμα μου είχε αρχίσει να παραλύει σιγά σιγά.. Με το ζόρι κινούσα τα πόδια μου, το στόμα μου.. Φτάνοντας εκεί έστριψα για το καθιστικό, πηγαίνοντας ίσια στο κρεβάτι που κοιμάμαι.. Ανέβηκα στο κρεβάτι και καθόμουν κουλουριασμένος στο κέντρο του, μη ξέροντας τι να κάνω και τι να περιμένω.. Κοιτάζοντας στο βάθος το χολ δεν έβλεπα κανέναν. Οι θόρυβοι είχαν σταματήσει, οι ανύπαρκτες φιγούρες είχαν εξαφανιστεί.
"Φύγε από εδώ! Άφησέ με ήσυχο!", άρχισα να φωνάζω κάνοντας σαν τρελός.. Κάθε λέξη που προσπαθούσα να πω έβγαινε όλο και δυσκολότερα απ' τα χείλη μου.. "Τι θέλεις από μένα!?", συνέχισα χωρίς να περιμένω απαραίτητα απάντηση.. Ξαφνικά θυμήθηκα τα εικονίσματα στον τοίχο πάνω απ' το κρεβάτι και σήκωσα απότομα το κεφάλι μου. Ο τοίχος ήταν γεμάτος, είχε πολύ περισσότερα απ' ό,τι στην πραγματικότητα, αλλά δε μου είχε φανεί καθόλου περίεργο τότε μπροστά σ' όλα αυτά που (νόμιζα ότι) ζούσα.. Αμέσως, άρπαξα με το αριστερό μου χέρι έναν σταυρό ίσα με την παλάμη μου και τον κρατούσα σφιχτά σαν προστατευτικό στο στήθος μου, ενώ με το άλλο έκανα τρεις φορές τον σταυρό μου, ψιθυρίζοντας τη χαρακτηριστική φράση.. Μετά από λίγο ηρέμησα στιγμιαία, νιώθοντας πως αυτό το κάτι είχε εξαφανιστεί.. Δυστυχώς, η εντύπωση κράτησε μόνο μερικά δευτερόλεπτα.. Μια περίεργη δύναμη άρχισε πάλι να με πιέζει στον σβέρκο, στα πλευρά, στα πόδια και στα χέρια, δημιουργώντας μου ένα συνεχόμενο ρίγος, ταυτόχρονα μ' αυτήν τη σταδιακά αυξανόμενη παράλυση που είχα και νωρίτερα.. Ο τρόμος και η σύγχυση με κυρίευσαν και πάλι. Σηκώθηκα απ' το κρεβάτι και άρχισα και πάλι να κάνω άτακτες σβούρες μέσ' στο σπίτι φωνάζοντας: "Φύγε από εδώ! Φύγε έξω, άφησέ με ήσυχο!".. Καθώς περνούσα έξω από κάθε δωμάτιο κοίταζα επιφυλακτικά και φοβισμένα μέσα μήπως δω τίποτα· δεν ήθελα να δω στην πραγματικότητα.
    Έκανα τον κύκλο και έφτασα ξανά στην κουζινο-τραπεζαρία, αυτήν τη φορά παίρνοντας το σταθερό τηλέφωνο στα χέρια μου. Το μοναδικό πράγμα που μπορούσα να σκεφτώ εκείνη την ώρα ήταν να πάρω τις θείες μου τηλέφωνο να δω αν θα περνούσαν καθόλου από το σπίτι.. Στάθηκα απ' την πίσω μεριά του τραπεζιού με θέα τα μέσα δωμάτια, το καθιστικό και τον διάδρομο για το χολ και πίσω μου είχα το μπαλκόνι. Ξαφνικά, θυμήθηκα ότι η μία δε θα ερχόταν, έτσι ήξερα.. Θα πάρω την άλλη, σκέφτηκα. Ξαπλώθηκα πάνω στο τραπέζι απ' την κοιλιά και πάνω, στηριζόμενος στους αγκώνες μου και αμέσως άρχισα να ψάχνω τον αριθμό της στις επαφές του κινητού μου. Είχα ξεκάθαρη την εικόνα στο μυαλό μου, στην οποία, υποτίθεται νωρίτερα κάποια απ' τις προηγούμενες μέρες, είχα αντικρίσει το νούμερο της ψαχουλεύοντας τις κλήσεις ή τις επαφές.. Εκείνη την ώρα, πάνω στην ησυχία που επικρατούσε τα τελευταία λεπτά, άκουσα -και στη συνέχεια είδα- την πόρτα του δωματίου μου να κλείνει αργά αργά από μόνη της. Για μια στιγμή αποσυντονίστηκα ανατριχιάζοντας, όμως δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία και πολύ γρήγορα επέστρεψα στο τηλέφωνο.. Παραδόξως, βρίσκοντας το νούμερο που θυμόμουν για δικό της, διαπίστωσα πως είχε άλλο όνομα..
"Μαθέρα", αντί για "Μαρία".. Μπλόκαρα. Και τώρα?.. Πλέον δεν ήξερα ποιο θα μπορούσε να είναι το σωστό νούμερο, ποιανού ήταν το συγκεκριμένο νούμερο ή ποιον άλλον τέλος πάντων θα μπορούσα να πάρω εκείνη τη στιγμή για να βοηθήσει..
    Πάνω στην απορία μου είδα ξαφνικά τον παππού μου να μπαίνει στο σπίτι με αργά βήματα, κουτσαίνοντας και λίγο όπως πάντα, από την μπαλκονόπορτα της κουζίνας μπροστά δεξιά μου.. Περπατούσε ευθεία· θα πήγαινε προς τα μέσα δωμάτια, μάλλον, δεν ερχόταν κατά πάνω μου.. Παρ' όλα αυτά, δε μου πέρασε ούτε στιγμή απ' το μυαλό η ιδέα πως ίσως όντως να ήταν ο παππούς μου. Ήξερα καλά ποιος και τι ήταν..
"Σήκω φύγε από εδώ, σήκω φύγε, άφησέ με ήσυχο!", του φώναξα βάζοντας ταυτόχρονα τον σταυρό που κρατούσα μπροστά στο πρόσωπό μου.. Δε μου έδωσε σημασία. Σαν να μη με άκουγε, σαν να μην ήταν πραγματικά εκεί. Συνέχισα να φωνάζω κάνοντας μερικά βήματα προς τα πίσω. Η φωνή μου έβγαινε όλο και πιο δύσκολα, η παράλυση είχε αρχίσει να με εξουθενώνει αισθητά και να κυριεύει όλο μου το σώμα. Φτάνοντας μπροστά στον πάγκο σταμάτησε και με αργές κινήσεις -όπως πάντα- έκανε ένα βήμα προς τ' αριστερά, στρίβοντας ελαφριά το σώμα του και στη συνέχεια γύρισε το κεφάλι του να με κοιτάξει. Το πρόσωπό του ήταν περίεργο, το βλέμμα του ψυχρό και άψυχο, όπως εκείνης της γιαγιάς (και χειρότερα). Το ένα του μάτι ήταν μαύρο, μελανιασμένο από κάτω, λες και είχε τραυματιστεί σοβαρά νωρίτερα από μπουνιά ή κάτι τέτοιο. Το άλλο, ήταν μαύρο, κατάμαυρο στην κόρη, σαν να μην υπήρχε κόρη, σαν να ήταν απλά μια μαύρη τρύπα χωρίς αρχή και τέλος.. Το στόμα του ήταν ελαφρώς ανοιχτό, ακριβώς όπως όταν χαλαρώνεις πλήρως και κρεμάει στον ύπνο σου, λίγο πριν ξεκινήσει να τρέχει το σαλάκι.. Δεν είπε τίποτα, δεν έβγαλε κανένα ήχο. Έμοιαζε να με κοιτάζει με απορία. Στην πραγματικότητα έμοιαζε να μη με κοιτάζει καθόλου, όπως το νεκρό βλέμμα μιας καλοφτιαγμένης μαριονέτας. Το αίμα μου πάγωσε, η καρδιά μου είχε αρχίσει να χτυπάει τόσο δυνατά λες και ήθελε να βγει έξω.. Μετά από λίγο ξανά-γύρισε το κεφάλι του συνεχίζοντας τη διαδρομή του. Για ένα λεπτό τον έχασα απ' τα μάτια μου.. Ησυχία, δεν άκουγα τίποτα. Φοβόμουν να πλησιάσω, είχα κολλήσει την πλάτη μου στη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα και προσπαθούσα να μείνω ψύχραιμος.. Πριν προλάβω ν' αντιδράσω, τον είδα να επιστρέφει και πάλι, αυτήν τη φορά στοχεύοντας το συρτάρι με τα μαχαιρο-πίρουνα. Το άνοιξε και έβγαλε από μέσα ένα μεγάλο μαχαίρι, σαν αυτά τα λεία και απειλητικά που χρησιμοποιούν οι μεγάλοι μάγειρες στις κουζίνες τους.. Κατόπιν, πήρε πάνω απ' τον πάγκο ένα μεγάλο μπολ με σαλάτα και κρατώντας τα δύο αυτά άρχισε να πλησιάζει.. Δεν κατάλαβα ακριβώς αν ερχόταν κατά πάνω μου ή πήγαινε προς το τραπέζι, πάντως σε καμία περίπτωση δεν ήθελα να περιμένω να μάθω.. Χωρίς δεύτερη σκέψη, βγήκα στο μπαλκόνι με σκοπό να πηδήξω κάτω -πρώτος όροφος-. Προσπάθησα να σκαρφαλώσω τα κάγκελα, αλλά πλέον αδυνατούσα, τα πόδια μου δεν υπάκουαν στον επιθυμητό βαθμό.. Ξανά-γύρισα 180 μοίρες και στηρίχτηκα με την πλάτη στα κάγκελα, κοιτάζοντας τον παππού.. Πλέον είχε σταματήσει· είχε φτάσει στο τραπέζι, όμως τα αντικείμενα ήταν ακόμη στα χέρια του και το πρόσωπό του ήταν καρφωμένο πάνω μου.. Φέρνοντας ξανά τον σταυρό μπροστά στα χείλη -ο οποίος είχε πλέον κολλήσει για τα καλά στο χέρι μου-, προσπάθησα για μία ακόμη φορά αγανακτισμένος, φοβισμένος, αλλά και εκνευρισμένος, να φωνάξω. Όση δύναμη κι αν έβαζα, η φωνή μου δεν έβγαινε πια. Έβγαινε μόνο αέρας μαζί με μια ιδέα ήχου, κάτι σαν κουταβίσιο κλάμα.. "Φύγε", προσπαθούσα μάταια να πω. Το στόμα μου είχε πια στραβώσει απ' την παράλυση, αλλά δεν τα παρατούσα. Έβαζα όλο και πιο πολύ δύναμη, όταν σε κάποια φάση κατάφερα να βγάλω ήχο. Έναν ήχο βραχνιασμένο και εξουθενωμένο απ' την προσπάθεια της υπέρβασης.. Θυμάμαι να φώναξα τρεις φορές και οι λέξεις που βγήκαν απ' το στόμα μου ήταν κάτι ανάμεσα σε "Φύε" και "Φύβε". Η πίεση για να τα καταφέρω ήταν τόσο μεγάλη που τελικά λυτρώθηκα. Τα μάτια μου άνοιξαν και παρότι τα ένιωθα βαριά δεν τ' άφησα να ξανά-κλείσουν.



8/7/16

28 Ιουλίου 2016

Περιπέτειες Διακοπών (Μέρος 1ο)


    Η ζέστη είχε αρχίσει πλέον να γίνεται εκνευριστική.. Είχα ιδρώσει για τα καλά. Δε θυμάμαι από πού ξεκίνησα, μα σίγουρα θυμάμαι πως περπατούσα ώρες σ' αυτό το πολυάσχολο νησί.. Ο κόσμος ατελείωτος.. Άνθρωποι όλων των ηλικιών να πηγαίνουν πάνω κάτω λες και ήταν καμιά τοπική εορτή ή κάποια μέρα πολλών ταυτόχρονων εκδηλώσεων.. Ο πόνος στα πέλματά μου απ' τους πετρώδεις, ανηφορικο-κατηφορικούς δρόμους είχε αρχίσει να με κουράζει αφόρητα.. Σαν ένα χέρι στην πλάτη που δε σταματάει να σε χτυπάει ενοχλητικά με τον δείκτη και να σου υπενθυμίζει πως, φίλε, πρέπει να βάλεις κώλο κάτω επειγόντως.. Λίγο πιο πίσω ακολουθούσε και η γιαγιά μου μαζί μ' ένα ζευγάρι ηλικιωμένων αγνώστων, σ' ένα ιδιαίτερα εύθυμο κλίμα, παρατηρώντας τα πάντα γύρω τους, σχολιάζοντας και γελώντας.. Ήταν πραγματικά ένα πολύ όμορφο μέρος, με το πράσινο να ξεφυτρώνει από κάθε γωνιά και τον ήλιο να ξετρυπώνει άτακτα μέσα απ' τα στενά, ξεχασμένα θαρρείς, σοκάκια..
    Λίγο μετά φτάσαμε επιτέλους στην κεντρική (μάλλον) πλατεία της πόλης, έξω από ένα περίεργο μαγαζί, το οποίο στο εσωτερικό του έμοιαζε με ένα περιποιημένο, πολυτελές εστιατόριο, ενώ απ' έξω με μια μικρή, κλασσική καφετέρια της γειτονιάς.. Πλησίασα περίεργος προς τα σκαλοπάτια της εσόδου για να μπω μέσα.. Η πόρτα άνοιξε απότομα και αμέσως πετάχτηκε έξω μια καλοντυμένη γυναίκα, από πάνω ως κάτω στα μπλε, μεγάλης ηλικίας και μάλλον ξένης εθνικότητας, την οποία και βοήθησα να κατέβει πριν ακούσω τη φωνή της γιαγιάς μου, η οποία μου φώναζε να επιστρέψω, διότι τελικά αποφάσισαν πως θα καθόμασταν έξω.. Δυστυχώς, η περιέργειά μου έμεινε ανικανοποίητη, καθώς δεν είχα ποτέ την ευκαιρία ν' απολαύσω την πολυτέλεια του εσωτερικού χώρου αυτού του μαγαζιού. Γυρνώντας για να καθίσω στο τραπεζάκι μαζί με τους υπόλοιπους, αυτό που μου είχε κάνει εντύπωση ήταν πως οι παραγγελίες (που δεν έγιναν ποτέ) είχαν κιόλας φτάσει και όλοι μαζί έπιναν τον καφέ τους, συζητώντας για μένα.. Δεν είπα τίποτα, κάθισα. Και τότε ήταν που κατάλαβα πως το άγνωστο αυτό ζευγάρι είχε έρθει μόνο και μόνο για να με γνωρίσει.. Πρέπει να ήταν Άγγλοι ή Γερμανοί. Δεν έμαθα ποτέ, δεν έβγαλαν κουβέντα.. Μόνο άκουγαν, κοίταζαν και γελούσαν.. Πάντως σίγουρα είχαν ξένο αέρα.. "Πότε θα γυρίσεις πίσω?", με ρώτησε η γιαγιά μου, κοιτώντας με κατάματα, έχοντας μια ανεξήγητη αγωνία στο βλέμμα της.. Της εξήγησα πως μόλις είχα έρθει εκδρομή εκείνη τη μέρα (-Παρασκευή-) σ' αυτό το νησί μαζί με κάτι φίλους και πως τη Δευτέρα θα επιστρέφαμε.. Και καθώς της μιλούσα κατάλαβα... Σηκώθηκα απότομα, προσπαθώντας να δείχνω όσο πιο ήρεμος και μη απότομος γινόταν. Πήρα τον σάκο μου στα χέρια. Ετοιμάστηκα να φύγω, έσκυψα το κεφάλι και δεν το ξανά-σήκωσα.. Η γιαγιά μου δεν ήταν ποτέ εκεί.. Ούτε και οι ξένοι.. Ήταν απλώς η έγνοια της για το αν θα είμαι καλά και για το πότε επιτέλους θα γυρίσω πίσω στη Θεσσαλονίκη. Για ένα δευτερόλεπτο αγριεύτηκα, μ' ένιωσα ν' ανατριχιάζω. Κάτι δεν πήγαινε καλά.. "Πρέπει να φύγω. Πρέπει να πάω να πάρω μια φίλη απ' τα ΚΤΕΛ και έχω ήδη αργήσει", είπα συνεχίζοντας να κοιτάζω κάτω (τον σάκο που κουβαλούσα) και πριν προλάβουν να δώσουν την όποια απάντηση γύρισα την πλάτη μου και έφυγα βιαστικός για τον σταθμό των λεωφορείων..
    Την επόμενη στιγμή είχα κιόλας φτάσει. Ευτυχώς η Μάρω δεν είχε έρθει ακόμα, οπότε βρήκα ευκαιρία και τηλεφώνησα στα υπόλοιπα κορίτσια της παρέας, να δω που βρίσκονταν.. Αυτές ήταν ήδη στο νησί από ώρα και μας περίμεναν να πάμε για φαΐ.. Πριν προλάβω να κλείσω το τηλέφωνο την είδα να πλησιάζει από μακριά, χαμογελαστή και κατενθουσιασμένη. Αμέσως έσπευσα να την αγκαλιάσω με μια αίσθηση, λες και είχα να τη δω μήνες!.. Για καλή μας τύχη το αστικό έφτασε πάνω στην ώρα.. "Πάμε γρήγορα μην το χάσουμε, τα κορίτσια μας περιμένουν.. Θα χρειαστεί να πάρουμε και δεύτερο μάλλον μετά", της είπα και την άρπαξα απ' το χέρι τρέχοντας προς το βιαστικό αστικό που θα μας πήγαινε στην πόλη..
    Δεν είχε πολύ κόσμο, αλλά δεν είχε και λίγο.. Μπροστά, δίπλα στον οδηγό, στεκόταν κι ένα παιδάκι όρθιο -μάλλον ο γιος του- το οποίο έπαιζε με τα κουμπιά, ανοιγοκλείνοντας τις πόρτες του αστικού, χωρίς κανείς να του λέει τίποτα.. Λες και ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο!.. Οι μόνες κουβέντες που άκουγες εκεί μέσα ήταν κάτι κοροϊδευτικά σχόλια από διάφορους επιβάτες για τους πεζούς του έξω κόσμου και έπειτα τα μαζικά γέλια των υπολοίπων, που έμοιαζαν να περιμένουν τα επόμενα σχόλια με τέτοια λαχτάρα, σαν ένα ιδιαίτερα ενθουσιασμένο κοινό σε θεατρική παράσταση -κωμικού πάντα χαρακτήρα-.. Και υπήρχε μια τέτοια οικειότητα μεταξύ τους, που θα ορκιζόταν κανείς πως ήταν όλοι γνωστοί· όλοι τους μια μεγάλη οικογένεια που πήγαιναν μια σύντομη "εκδρομή" με το ιδιωτικό αστικό της πόλης.. Τι περίεργος κόσμος, σκέφτηκα.. "Τι ωραία μέρα", είπα.. "Ναι..", απάντησε αδιάφορα και σε χαμηλό τόνο η Μάρω.. Ήμουν σίγουρος, κάτι την έτρωγε.. Έμοιαζε να είχε πια αλλάξει τελείως διαθέσεις.. Το πρόσωπό της είχε σοβαρέψει και παρόλο που κοίταζε παραξενεμένη όλο αυτό γύρω της, δεν αντιδρούσε καθόλου, δεν έβγαζε κουβέντα... Την επόμενη στιγμή, το λεωφορείο σταμάτησε απότομα.. Η πόρτα πίσω μας άνοιξε και ξεπρόβαλαν δύο αποκρουστικοί τύποι οι οποίοι περίμεναν (μάλλον για κάποιο άλλο αστικό) στη στάση.. Είχαν περίεργα, ασύμμετρα κουρέματα σε ύφος πανκ, φορούσαν κάτι βασανισμένα απ' τον χρόνο δερμάτινα γιλέκα και παντελόνια, και ήταν και οι δύο αηδιαστικά υπέρβαροι, με τεράστια μάτια ελαφρώς διογκωμένα προς τα έξω και μεγάλες, βρώμικες οδοντοστοιχίες με αρκετές ευδιάκριτες ελλείψεις.. Η όσφρησή μου για καλή μου τύχη δεν έδωσε καμία αναμενόμενη ένδειξη, αλλά ήμουν σίγουρος πως, αν τους πλησίαζες, οι μυρωδιές τους δε θα εξαιρούνταν του πακέτου.. Η πόρτα ξανά-έκλεισε χωρίς κανείς να κατέβει ή ν' ανέβει, αλλά τα σχόλια -προφανώς- δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους... Είχε αρχίσει να γίνεται πολύ ενοχλητικό και άβολο αυτό το κλίμα πλέον.. Επιτέλους, μετά από λίγο φτάσαμε..
    Κατεβήκαμε απ' το τροχόσπιτο της παράνοιας, απελευθερώνοντας ένα έντονο ξεφύσημα ανακούφισης.. "Βασικά, δε χρειάζεται να περιμένουμε και το δεύτερο αστικό τώρα, αν θες. Το μέρος που θα συναντηθούμε με τα κορίτσια φαίνεται και με το μάτι από 'δω, δεν είναι και τόσο μακριά..", της είπα κοιτάζοντας και δείχνοντας προς τον ανηφορικό δρόμο μπροστά-δεξιά μας, που εξαφανιζόταν πίσω από μια μεγάλη εκκλησία, δίπλα στη στάση "ψαροκασέλα" στην οποία θα κατεβαίναμε.. "Ε πάμε και με τα πόδια τότε", είπε, καθώς δεν είχε παρά μια μικρή, σειρόμενη βαλίτσα και μια τσάντα στην πλάτη.. Όταν φτάσαμε τα κορίτσια, η Ιωάννα, η Νιόβη και η Λένα, ήταν ήδη εκεί και μας περίμεναν πώς και πώς.. Ήταν τόσο ωραία που επιτέλους θα καταφέρναμε να κάνουμε μια ομαδική εκδρομή έτσι (σχεδόν) όλοι μαζί.. Θα μας έμενε σίγουρα αξέχαστη.. Θα ήταν ένα τέλειο Σαββατοκύριακο!..
    Τελικά, αποφασίσαμε πριν κάνουμε το οτιδήποτε να πάμε να φάμε κάτι, γιατί ήμασταν όλοι αρκετά πεινασμένοι και ύστερα να πηγαίναμε για έναν σύντομο καφέ πριν επιστρέψουμε στο σπίτι/ξενοδοχείο -δε θυμάμαι- που θα διανυκτερεύαμε.. Ακολουθήσαμε τον δρόμο που οδηγούσε πίσω απ' την εκκλησία και βγήκαμε σε έναν μεγάλο κεντρικό με πολλές καφετέριες και μερικά φαγάδικα στη σειρά.. Κάποια απ' τις κοπέλες είχε μία γνωστή-φίλη που δούλευε σ' ένα απ' αυτά, έτσι λοιπόν πήγαμε να χαιρετήσουμε και ν' αφήσουμε προσορινά εκεί τα πράγματα, για να μην τα κουβαλάμε πέρα δώθε μέσ' στη ζέστη.. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα, δεν είχαμε και αρκετό χρόνο για χάσιμο εξάλλου, θα μέναμε μόλις τρεις μέρες..
    "Πάμε να κάτσουμε σ' ένα απ' αυτά εδώ?", είπε η Νιόβη μόλις βγήκαμε απ' το μαγαζί της γνωστής τύπισσας.. "Όχι ρε, πάμε να ψάξουμε τίποτα πιο καλό.. Μέσ' στα στενά σίγουρα θα 'χει κάτι καλό που να μας αρέσει", της απάντησα ελαφρώς απότομα και συνέχισα λέγοντας "άντε πάμε!, να δούμε και λίγο το μέρος..". Δε δυσκολεύτηκα και ιδιαίτερα να τις πείσω.. Την επόμενη στιγμή είχαμε ήδη χωριστεί σε 2 ομάδες (για να κερδίσουμε χρόνο και καλά) -εγώ, η Ιωάννα και η Μάρω και οι άλλες δύο μαζί- και αφεθήκαμε στα σοκάκια του νησιού, ψάχνοντας για την ιδανική καφετέρια.. Το πρόβλημα της πείνας δε θυμάμαι να το λύσαμε ποτέ..
    Κάποια στιγμή τριγυρνώντας, βρεθήκαμε μπροστά από έναν μικρό, απόμερο λόφο γεμάτο από ψηλά δέντρα (μάλλον πεύκα). Έμοιαζε με ένα πολύ ιδιαίτερο, περιορισμένο δάσος, καθώς τα δέντρα ήταν τόσα πολλά, αλλά φυτρωμένα μόνο πάνω σ' αυτήν την πλαγιά. Σκανάροντας πρόχειρα τον χώρο με τα μάτια, σύντομα διαπιστώσαμε πως κάπου εκεί χωμένο ανάμεσα στους κορμούς, υπήρχε και ένα στενό πέτρινο μονοπάτι, το οποίο δε φαινόταν να έχει περπατηθεί και πολύ τελευταία. Πλησιάσαμε επιφυλακτικά, όντας περίεργοι. Τα κορίτσια ήταν μπροστά και εγώ ανηφόριζα τελευταίος. Οι πέτρες κατέληγαν σε μια ορθογώνια, ξύλινη καλύβα με τούβλινη σκεπή, η οποία ήταν αρκετά μεγάλη και όλως περιέργως χτισμένη ανάποδα. Η είσοδος δηλαδή, ήταν απ' την πίσω πλευρά όπως ακολουθούσες το μονοπάτι. Η Ιωάννα, ενθουσιασμένη απ' τον εντοπισμό της μυστήριας αυτής τοποθεσίας, αφέθηκε στον παρορμητισμό της και αμέσως έτρεξε προς τα εκεί. Στρίβοντας, κατευθυνόμενη προς την μπροστινή όψη του κτηρίου, την έχασα απ' το οπτικό μου πεδίο. Λίγο μετά τη μισανοιχτή, ξύλινη πόρτα διαπέρασε και η Μάρω, μπαίνοντας προσεκτικά και αθόρυβα μέσα στο κτίριο, ενώ εγώ στάθηκα για μια στιγμή ακίνητος και ελαφρώς τρομαγμένος, μερικά μέτρα έξω απ' την είσοδο, βλέποντας πως λίγο πάνω απ' το κατόφλι της πόρτας, ακριβώς εκεί όπου ξεκινούσε η σκεπή, υπήρχε ένας μεγάλος ανάποδος σταυρός. Μάλλον, ίσως έπρεπε ήδη να έχουμε φύγει από αυτό το μέρος, σκέφτηκα.. Αμέσως, ο νους μου πήγε στα κορίτσια που είχαν ήδη μπει μέσα και φοβήθηκα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, έτρεξα να τις βρω με σκοπό να βγούμε έξω το συντομότερο..
    Μπαίνοντας μέσα η καλύβα έμοιαζε μεγαλύτερη. Τα πάντα ήταν αρκετά σκοτεινά και όλοι οι ορατοί διάδρομοι χάνονταν στο μαύρο.. Στ' αριστερά μου, υπήρχε στον τοίχο μια ξύλινη (μα σε καλή κατάσταση) σκάλα, η οποία δυστυχώς δε φαινόταν που κατέλειγε. Όλα ήταν βαμμένα μ' ένα πολύ σκούρο, καφέ χρώμα και θύμιζαν όλα εκείνα τα ωραία, αλλά και ανατριχιαστικά ταυτόχρονα αρχοντικά της εποχής των παππούδων μας. Παράλληλα με όλα αυτά, συνειδητοποίησα πως, για κάποιον άγνωστο λόγο, το οπτικό μου πεδίο είχε περιοριστεί αφύσικα. Λες και φορούσα κάποιου συγκεκριμένου είδους γυαλιά που περιόριζαν την περιφεριακή όραση, κόβοντας έτσι ό,τι μπορούσε να δει κανείς πάνω και κάτω. Ήταν σαν να ήμουν μια σκηνοθετική κάμερα σε ανάλογη ταινία τρόμου.
    Τα κορίτσια δεν τα έβλεπα πουθενά, ούτε άκουγα τίποτα. Τελικά αποφάσισα ν' ακολουθήσω τη σκάλα. Ανεβαίνοντας, πολύ σύντομα βρήκα τη Μάρω, η οποία έμοιαζε χαμένη και τρομαγμένη. Μάλλον κι αυτή περίμενε μια διαφορετική υποδοχή μπαίνοντας. "Πάμε να φύγουμε γρήγορα", της φώναξα πλησιάζοντάς την. Ανεβήκαμε μερικά σκαλοπάτια ακόμα κάνοντας μια τελευταία προσπάθεια να βρούμε την Ιωάννα. Μάταια, δεν ήταν πουθενά.. Εκείνη τη στιγμή ένας αδιευκρίνιστος, προειδοποιητικός θόρυβος ακούστηκε από την είσοδο, αφυπνίζοντας το καμπανάκι κινδύνου μέσα μου. Αμέσως, αρχίσαμε να κατεβαίνουμε τρέχοντας προς την έξοδο. Φτάνοντας στην πόρτα, είδα το σώμα ενός μαυροφορεμένου άντρα να εισβάλει στον χώρο απειλιτικά. Δεν πρόλαβα να δω το πρόσωπό του, όταν ξαφνικά, ένιωσα να με χτυπάει δυνατά με κάτι σαν ρόπαλο στο κεφάλι.. Ήταν πολύ περίεργο συναίσθημα, δεν ένιωσα πόνο, μόνο έσβησα πέφτοντας στο έδαφος.. Στιγμιαία, έχασα τις αισθήσεις μου. Όταν πια ξανάνοιξα τα μάτια, το μόνο που έβλεπα ήταν ένα ζευγάρι πόδια να με κουβαλάνε τραβώντας με απ' την μπλούζα (στον σβέρκο) προς τα πάνω, αναιβαίνοντας και πάλι τα σκαλιά. Ευτυχώς για μένα, η Μάρω ήταν αρκετά πιο πίσω-πάνω και έχοντας πάρει χαμπάρι τον επικίνδυνο τύπο, είχε κρυφτεί και περίμενε.. Λίγο μετά, ένιωσα το χέρι που με τραβολογούσε να μ' ελευθερώνει και είδα τον άντρα να σοριάζεται κάτω λιπόθυμος· μάλλον από ακαριαίο χτύπημά της. Χωρίς ν' αναταλλάξουμε άλλη κουβέντα και να χάσουμε άλλο χρόνο, κατεβήκαμε τρέχοντας, βγαίνοντας επιτέλους έξω απ' την καλύβα της παράνοιας.. Η Ιωάννα δε μάθαμε ποτέ τι απέγινε.



16/2/15