11 Αυγούστου 2022

Living On The Edge (part: 2)

Η ώρα πρέπει να πλησίαζε 1πμ και το κέντρο τής πόλης γεμάτο φώτα και φασαρία. Ο Γάμα κοιτούσε εκνευρισμένος το ποτήρι στα χέρια του, αλλά δε μιλούσε. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό του πως δε θα σχολιάσει τίποτα, μιας και η κουβέντα δεν ήταν της ώρας.. Ο Κάπα απ' την άλλη, έχοντας αντιληφθεί την ανήσυχη ατμόσφαιρα, άρχισε να λέει διάφορα, προσπαθώντας να ψαρέψει κουβέντες και να βολιδοσκοπήσει την κατάσταση. Ο συνοδηγός άκουγε και σε κάθε του απάντηση μετρούσε πολύ προσεκτικά τα λόγια του· δεν ήθελε να τον φουντώσει ή να του αποσπάσει την προσοχή. Δυστυχώς, όμως, μια-δυο προτάσεις τού Κάπα ως προς το κατά πόσο μπορεί να εξασφαλίσει μια ασφαλής επιστροφή όντας σε αυτήν την κατάσταση, πυροδότησαν ανεπανόρθωτα την ψυχραιμία του. Τι να μου αποδείξεις ρε φίλε, μετά από τόσα χρόνια τώρα θα σε μάθω, του είπε και συνέχισε. Μεταξύ μας μιλάμε τώρα και έτσι κι αλλιώς ήδη αυτό που έγινε στο ξεκίνημα της διαδρομής λέει πολλά. Τι έγινε στο ξεκίνημα, ρώτησε ο Κάπα με απορία... Αποκλείεται να έγινε κάτι τέτοιο πριν μισή ώρα, θα το θυμόμουν, αντέδρασε μετά από λίγο, ακούγοντας την ιστορία από τον Γάμα. Αυτό ήταν αρκετό. Οι εντάσεις κλιμακώθηκαν απότομα και η συζήτηση ξέφυγε εντελώς από τα πλαίσια που ήλπιζε να την κρατήσει ο Γάμα. Στη συνέχεια, ο Κάπα έβγαλε το κινητό του να τηλεφωνήσει στη Φι, για επιβεβαίωση. Δεν μπορούσε να το χωνέψει ο νους του. Τι κάνεις τώρα, τον ρώτησε ο Γάμα εκνευρισμένος. Δηλαδή σου λέω ψέματα?! Άσε το κινητό και συγκεντρώσου να επιστρέψουμε· αν μη τι άλλο αυτό που κάνεις με προσβάλλει, είπε κλείνοντας. Τελικά τηλεφώνησε, αλλά ευτυχώς το έκλεισε σύντομα, παίρνοντας την επιβεβαίωση που ο ίδιος δεν περίμενε..

Η σκηνή δεν τελείωσε εκεί, όταν σε μια αργοπορημένη προσπάθεια να βάλει το κινητό πίσω στην τσέπη του, έπεσαν οι πρώτες κόρνες από τα οχήματα της ουράς, στο φανάρι που τους είχε πιάσει. Πίσω τους ακριβώς, ένας ταξιτζής εν ώρα εργασίας, τον οποίο, δυστυχώς, ο Κάπα άκουσε να βρίζει απ' το παράθυρο. Δεν ήθελε πολύ, τα νεύρα του χτύπησαν κόκκινο. Τον κοίταξε απ' τον καθρέφτη με ένα δολοφονικό βλέμμα και αμέσως άρχισε να κορνάρει ειρωνικά, αλλάζοντας ταυτόχρονα απότομα ταχύτητα, παίζοντας με το γκάζι και το φρένο.. Τι κάνεις στη μέση τού κεντρικού ρε φίλε, τον ρώτησε θυμωμένα ο Γάμα. Αφού δεν έχουμε δίκιο, άσε τις κόντρες και πάμε να φύγουμε, συνέχισε ξεφυσώντας. Άσε με ρε, απάντησε εκείνος εκνευρισμένα, έχοντας εστιάσει στο όχημα πίσω τους. Την επόμενη στιγμή, ο Γάμα είδε το αμάξι να βγαίνει ελαφρώς εκτός πορείας, γέρνοντας προς το αντίθετο ρεύμα. Αντανακλαστικά άπλωσε το χέρι του και ίσιωσε το τιμόνι, χωρίς δεύτερη σκέψη. Συγκεντρώσου εδώ ρε φίλε, του είπε μάταια.. Η κατάσταση είχε ξεφύγει. Ολονών τα βλέμματα τριγύρω είχαν στραφεί πάνω τους. Ευτυχώς, η προσπάθεια εξαγρίωσης του ταξιτζή απέτυχε. Αφού ανταλλάξανε μερικά κορναρίσματα, ο ταξιτζής με την πρώτη ευκαιρία τους προσπέρασε και εξαφανίστηκε. Η φορτισμένη ατμόσφαιρα στο αυτοκίνητο μέσα συνεχίστηκε για ώρα, παρότι και οι δύο πλέον είχαν ρίξει τους τόνους. Ο Κάπα πλέον οδηγούσε αισθητά πιο εκνευρισμένα, αλλά τουλάχιστον είχαν ξεφύγει την πολλή κίνηση του κέντρου. Τα δύσκολα πέρασαν, σκεφτόταν ο Γάμα, κοιτώντας το ποτήρι με τη βότκα. Λίγο παρακάτω, όταν πια ξεπέρασε το σκηνικό με το ταξί, ο Κάπα, επέστρεψε πίσω στην κουβέντα με τη Φι και το ξεπαρκάρισμα.. Πώς είναι δυνατόν να μην μπορώ να το θυμηθώ, αναρωτιόταν. Δε γίνεται να έχω ξεχάσει κάτι που συνέβη πριν λίγο, επαναλάμβανε ξανά και ξανά. Αυτό και μόνο κάτι θα έπρεπε να σου λέει, του απάντησε με ύφος ο Γάμα. Και στο κάτω κάτω, ξέχνα το, ξεκόλλα, τι σημασία έχει τώρα, του είπε στρέφοντας το κεφάλι του έξω απ' το παράθυρο, σε μια διάθεση να κόψει εκεί τη συζήτηση.

Λίγα δευτερόλεπτα μετά, παίρνοντας μια δεξιά στροφή απότομα, το αμάξι πέφτει πλαγιομετωπικά πάνω στη διαχωριστική νησίδα και αμέσως επανέρχεται στην πορεία του κανονικά, σαν δυο συγκρουόμενα σε λούνα παρκ. Για καλή τους τύχη, εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχαν άλλα οχήματα τριγύρω. Ο Γάμα, κουρασμένος απ' την όλη κατάσταση, δεν είπε κουβέντα. Οι λέξεις έμοιαζαν να είχαν χάσει παντελώς την αξία τους. Εντάξει, αυτό θα το θυμάμαι σίγουρα, είπε ο Κάπα, με μια δόση χιούμορ στη φωνή του. Ωραία, του απάντησε ο άλλος. Χαλάρωσε ρε, θα επιστρέψουμε μια χαρά, δε θα πεθάνεις σήμερα, συνέχισε ο Κάπα αστειευόμενος, προσπαθώντας να ελαφρύνει το κλίμα... Από εκείνο το σημείο και μετά, αντάλλαξαν ελάχιστες κουβέντες και όλα κύλησαν ομαλά, μέχρι το τελικό παρκάρισμα. Κατεβαίνοντας απ' το αμάξι, ο Γάμα πέταξε το ποτό σε κάτι χορτάρια, απορώντας για άλλη μία φορά, για τον λόγο που το είχε κρατήσει τόση ώρα εξαρχής. Στη συνέχεια πήγε να τσεκάρει το αμάξι, αν και πλέον είχε μικρή σημασία το πόσο μεγάλο ήταν το βαθούλωμα από το τρακάρισμα. Δεν έπαθε τίποτα, μην ανησυχείς, του είπε ο Κάπα.

Επιστρέφοντας με τα πόδια προς τα πίσω, κάθισαν κανένα μισάωρο έξω από μια τράπεζα και το συζητήσανε για λίγο ακόμα... Χωρίς νόημα. Ο Λάμδα ενημέρωσε πως θα φύγει πίσω για Χαλκιδική, τελικά, και ο Γάμα με τη σειρά του, ενημέρωσε τον Κάπα πως δε θα πάνε μαζί στο Roadhouse να βρούνε τα παιδιά, όπως έλεγε το πλάνο. Κλείσανε κάπως απότομα την κουβέντα και ο Γάμα έφυγε μόνος προς το μαγαζί, παρέα με τις σκέψεις του..

25 Ιουλίου 2022

Living On The Edge (part: 1)

Ήτανε κανονισμένο από καιρό πως θα πηγαίνανε σ' αυτήν τη συναυλία. Είχανε πει κι άλλοι ότι θέλουν να έρθουν, αλλά μέχρι τελευταία στιγμή κανείς τους δεν είχε κλείσει εισιτήρια. Τελικά, την Πέμπτη, δυο μέρες πριν τη μεγάλη βραδιά, ο Γάμα πήγε κι αγόρασε 6 μαζί, ένα για τον καθένα. Πλέον ήταν σίγουρο πως θα πηγαίνανε.

Σάββατο απόγευμα, κανονίζουν να βρεθούν με τον Κάπα και τη Φι γύρω στις 7:30μμ, για να πάνε παρέα με το αμάξι. Τους υπόλοιπους θα τους έβρισκαν εκεί. Είχε πολλές δουλειές να προλάβει· να πάει απ' το ένα σπίτι στο άλλο, να φροντίσει τη γάτα μιας και θα επέστρεφε ξημερώματα... Οριακά θα τους προλάβαινε. Παρ' όλες τις καθυστερήσεις, συναντήθηκαν σ' ένα καφέ-μπαρ, κάτω απ' το σπίτι τής Φι, ένα τέταρτο μακριά απ' τον συναυλιακό χώρο με το αμάξι. Το σχέδιο ήταν να φύγουνε αμέσως μόλις θα έφτανε ο Γάμα, αλλά τελικά κάθισαν λίγο ακόμη εκεί, τόσο όσο να τελειώσει το ποτό του ο Κάπα. Ήταν όλοι πολύ ενθουσιασμένοι και υπήρχε μία έντονα θετική διάθεση στην ατμόσφαιρα. Ο Γάμα δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Άντε, πάμε να φύγουμε, είπε. Πάμε να προλάβουμε να πιάσουμε καμιά καλή θέση, συμπλήρωσε, καθώς μάζευε τα πράγματά του απ' το τραπέζι. Σηκώθηκαν, χαιρέτησαν και κατευθύνθηκαν προς το αμάξι τού Κάπα, αν και πλέον αυτή η επιλογή δε φάνταζε και η καλύτερη, μιας και αυτός είχε ήδη αρχίσει να κάνει κεφάλι και κανείς από τους άλλους δεν ήξερε να οδηγεί. Έπρεπε, όμως, να βιαστούν· είχε περάσει η ώρα. Θα δούμε πώς θα γίνει στην επιστροφή, σκέφτηκε ο Γάμα, ακούγοντας τη μηχανή τού οχήματος να παίρνει μπρος. Ήταν πολύ χαρούμενοι για να τους τη χαλάσει κάτι τέτοιο τώρα..

Μετά από μερικούς κύκλους στη γειτονιά, προσπαθώντας να ερμηνεύσουν το gps, έφτασαν στον προορισμό τους. Το αμάξι το αφήσανε πάνω στον κεντρικό, αν και απ' ό,τι διαπίστωσαν στη συνέχεια, ο συναυλιακός χώρος είχε μπόλικες θέσεις πάρκινγκ. Πρώτη στάση η καντίνα, 50 μέτρα μακριά απ' την είσοδο. Να πάρουμε καμιά μπύρα(?), ρώτησε ο Κάπα. Ναι, αλλά θα πρέπει να τις πιούμε στα γρήγορα πριν μπούμε, απάντησε ο Γάμα. Δεν πρόκειται να μας αφήσουν να τις περάσουμε μέσα, συμπλήρωσε. Ο "κλέφτης", το κουτάκι το είχε 2€, αλλά η αντίστοιχη ποσότητα μέσα θα έκανε 4-5€, οπότε δεν υπήρχαν και πολλές επιλογές.. Πήρανε τέσσερις. Συζητώντας για τα κομμάτια που θέλουν ν' ακούσουν από τις μπάντες, ο Γάμα ήπιε τη δικιά του, ενώ στον ίδιο χρόνο ο Κάπα κατέβασε και τη δεύτερη· η Φι δεν ήθελε να πιει εξαρχής. Την τελευταία, κατάφεραν και την πέρασαν από την είσοδο και κάπως έτσι μπήκανε μέσα, έτοιμοι να το ζήσουν!

Η συναυλία άνοιξε με τους Kohana, κάτι φίλοι τού Κάπα, οι οποίοι παρουσίαζαν καινούριο δίσκο. Τα παιδιά μπήκαν δυναμικά και ο κόσμος ξεσηκώθηκε ήδη απ' το πρώτο τέταρτο. Λίγο μετά την έναρξη έφτασαν και οι άλλοι δύο τής παρέας, ο Δέλτα και ο Ταφ. Ο Γάμα βγήκε έξω να τους δώσει τα εισιτήριά τους και να τους μεταφέρει στο σημείο που είχανε στηθεί μέσα. Ο Λάμδα ερχόταν αυθημερόν από Χαλκιδική μόνο και μόνο για τη συναυλία, αλλά θα έφτανε τελευταίος, μιας και είχε ενημερώσει λίγο νωρίτερα πως είχε ακόμη δρόμο μπροστά του.. Επιστρέφοντας μέσα, ο Κάπα και η Φι είχαν εξαφανιστεί. Είχανε πάει μπροστά και θα καθόντουσαν εκεί, σίγουρα μέχρι να τελειώσει το support και από 'κεί και πέρα, βλέποντας και κάνοντας. Ο χώρος είχε αρχίσει να γεμίζει αισθητά. Ακούστηκε από τους τριγύρω πως η συναυλία είχε γίνει sold out και όντως, κάπως έτσι φαινόταν. Με το που τελείωσαν οι Kohana έφτασε μήνυμα από τον Λάμδα, "είμαι απ' έξω". Ο Γάμα βγήκε για άλλη μια φορά να μαζέψει και τον τελευταίο τής παρέας, ο οποίος, δυστυχώς, είχε χάσει το άνοιγμα της συναυλίας, αλλά είχε φτάσει πάνω στην ώρα για τη μεγάλη μπάντα τής βραδιάς, τους VIC. Τα παιδιά τα δώσανε όλα, ο ενθουσιασμός όλων κορυφώθηκε και πριν το καταλάβουν πέρασε ένα αξέχαστο, απολαυστικό δίωρο, για το οποίο πολλοί θα έχουνε να λένε.

Βγαίνοντας προς τα έξω, η παρέα έγινε και πάλι μία, αλλά πολύ σύντομα ο Δέλτα και ο Ταφ δήλωσαν αποχώρηση, καθώς ήταν πολύ κουρασμένοι (λόγω δουλειάς) για οποιαδήποτε συνέχεια. Οι υπόλοιποι κατευθύνθηκαν σιγά σιγά προς τα οχήματά τους, συζητώντας για το πού θα πάνε και πώς θα εξελιχθεί η βραδιά. Οι σκέψεις ήταν ανάμεικτες και τα δεδομένα ανησυχητικά.. Ο Γάμα είχε μιλήσει από το απόγευμα με τον Χι, ο οποίος θα τους περίμενε με παρέα στο Roadhouse για μπύρες και βελάκια, οπότε αυτή ήταν και η πρώτη πρόταση που έπεσε στο τραπέζι, αλλά ο Κάπα είχε πιει πλέον πολύ για να οδηγήσει ως εκεί. Ελάτε να πάμε με το δικό μου αμάξι όλοι μαζί και έρχεσαι αύριο να το πάρεις, του πρότεινε ο Λάμδα. Ναι, έτσι κι αλλιώς Κυριακή είναι, συμπλήρωσε ο Γάμα, προσπαθώντας να υποστηρίξει την πρόταση. Οι αναμενόμενες αντιδράσεις, όμως, δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Παιδιά, μην αγχώνεστε, το 'χω γενικά, είπε ο Κάπα και συνέχισε με αυτοπεποίθηση. Πηγαίντε όπου είναι, εγώ θα πάω τη Φι σπίτι και θα έρθω να σας βρω, άμα είναι. Έμειναν μερικά λεπτά ακόμα εκεί, προσπαθώντας μάταια να τον μεταπείσουν. Ο Λάμδα είχε αρχίσει να ξενερώνει και να σκέφτεται το σενάριο να φύγει απευθείας πίσω Χαλκιδική. Ο Γάμα ήταν σε δίλημμα και η βραδιά έτοιμη να πάρει επικίνδυνη τροπή.. Θα πάω μαζί τους, είπε στον Λάμδα. Καλύτερα να μην είναι μόνος του μετά που θα αφήσει τη Φι, συμπλήρωσε. Εντάξει, πάω κι εγώ προς σπίτι τότε για λίγο και στείλε μου ένα μήνυμα τι θα κάνετε να ξέρω, απάντησε εκείνος. Έτσι κι έγινε.

Η διαδικασία τής επιστροφής, όπως ήταν αναμενόμενο, ήταν μια επεισοδιακή εμπειρία. Ήδη από το ξεπαρκάρισμα φαινόταν το πώς θα πάει το πράγμα, όταν σε μια λάθος κίνηση, τράκαραν το μπροστινό όχημα. Ευτυχώς η επαφή δε φάνηκε να άφησε σημάδι, αλλά ο Γάμα και η Φι είχαν πλέον αρχίσει ν' ανησυχούν σημαντικά. Παρ' όλα αυτά, κανείς δεν το σχολίασε και στα επόμενα δευτερόλεπτα οι ρόδες ξεκίνησαν να τσουλάνε κανονικά τον δρόμο τής επιστροφής.. Οι αυξομειώσεις τής ταχύτητας ήταν έντονες και απότομες, τα αντανακλαστικά αισθητά μειωμένα, και η κίνηση της πόλης ενοχλητικά αυξημένη (σαν Σάββατο βράδυ που ήταν)... Δε μιλούσαν πολύ, αν και δεκάδες σκέψεις περνούσαν απ' το μυαλό τού καθενός εκείνη τη στιγμή. Η Φι κρατούσε ακόμη στα χέρια της το τελευταίο και μισοτελειωμένο ποτό τού Κάπα. Λίγα λεπτά μετά έφτασαν μπροστά σ' εκείνο το καφέ-μπαρ απ' το οποίο είχαν ξεκινήσει. Η Φι καληνύχτισε τον Κάπα και κατέβηκε. Μαζί της κατέβηκε και ο Γάμα, για ν' αλλάξει θέση και να καθίσει μπροστά. Στείλε μου αν γίνει κάτι, του είπε εμπιστευτικά, δίνοντάς του το ποτό τού Κάπα. Το αμάξι πήρε πάλι μπρος και ξεκίνησε τη δεύτερη και τελευταία διαδρομή του.

8 Ιουνίου 2022

Συζητήσεις στη Σαλοκουζίνα (vol.1)


Η γιαγιά στην κουζίνα ξεκίνησε το μαγείρεμα. Ο παππούς στο σαλόνι, άρχοντας της τηλεόρασης. Η θεία μόλις έφυγε, κλειδώνοντας την πόρτα πίσω της...

γ: "Αχ καλέ, τις μπανανόφλουδες ξέχασα..."
π: "Ποιος?"
γ: "Τις μπανανόφλουδες ξέχασα."
π: "Τις ποιες?"
γ: "Τις μπανανόφλουδες, Γιάννη", επαναλαμβάνει, αυξάνοντας ελαφρώς τον τόνο τής φωνής της.
π: "Τις ξέχασες."
γ: Αφήνει κάτω το κρεμμυδάκι, χαμηλώνει τον απορροφητήρα και πλησιάζει στο σαλόνι. "Τις μπανανόφλουδες να δώσω στην Άννα πριν φύγει", λέει δείχνοντας με το μαχαίρι έξω στο μπαλκόνι.
π: "Τις ξέχασες", συνεχίζει καταφατικά και με μια δόση σιγουριάς πως πλέον έχει μπει στο νόημα της συζήτησης.
γ: "Ναι, ξέχασα να της πω να τις πάρει μαζί της φεύγοντας.", απαντάει και επιστρέφει στο κρεμμυδάκι.
π: "Ε τι σου λέω τόση ώρα!? Τις ξέχασες!", κλείνει την κουβέντα αγανακτισμένος και παίρνει πάλι το τηλεκοντρόλ στα χέρια του...




(αισίως κλείσαμε τα 82 και 76..)

22 Μαΐου 2022


Είναι εντυπωσιακό το πόσο μεγάλοι ταχυδακτυλουργοί είμαστε οι άνθρωποι..
Τη μια στιγμή γεννάμε τόσα πολλά συναισθήματα, όνειρα, αναμνήσεις·
και την επόμενη τα συρρικνώνουμε τόσο, που, σαν συμπιεσμένο αρχείο, έρχονται και χωράνε σε μια παγερή χειραψία...