13 Δεκεμβρίου 2016

Περιπέτειες Διακοπών (Μέρος 2ο)

    Και η ιστορία συνεχίζεται, θα έλεγε κανείς... Χρονικά, βρισκόμαστε αρκετές βδομάδες μετά το τελευταίο όνειρο, το οποίο, όμως, πλέον είναι γεγονός και όχι απλά ένα όνειρο. Όλα έγιναν. Πέρασαν και τελείωσαν, μα δεν ξεχάστηκαν...


    Ο χειμώνας (μάλλον) έφτασε. Είχαμε μάθει για μια συναυλία από καιρό πριν και δε βλέπαμε τη στιγμή να έρθει η ώρα να τους ακούσουμε ζωντανά.. Ήταν μια πολύ γνωστή ποπ μπάντα, αλλά το όνομά της μου διαφεύγει. Θα παίζανε στο νησί. Σ' εκείνο το νησί όπου όλα είχαν προηγηθεί.. Τίποτα, όμως, δεν θα μας σταματούσε, ήμασταν αποφασισμένοι, γεμάτοι ενθουσιασμό και χαρά.
    Πριν καλά καλά το καταλάβουμε, η μεγάλη μέρα είχε κιόλας φτάσει. Τα πάντα ήταν έτοιμα, εκτός απ' τα εισιτήρια της συναυλίας, τα οποία θα τα κόβαμε φτάνοντας στο νησί. Μαζί με τη Μάρω, πήραμε το καράβι για απέναντι. Θα πηγαίναμε μαζί γιατί βόλευε και θα βρίσκαμε τους άλλους εκεί. Η θάλασσα, περιέργως, ήταν ήρεμη και το ταξίδι στο νερό σύντομο, όμως ακολουθούσε και συνέχεια.. Κατεβαίνοντας, ο καιρός άλλαξε αισθητά προς το χειρότερο. Εμείς, δίχως άλλη επιλογή, αμέσως πήραμε το ΚΤΕΛ για να μας μεταφέρει στον χώρο της συναυλίας. Στη διαδρομή άρχισε να βρέχει και η βροχή πολύ γρήγορα μετατράπηκε σε χαλάζι. Οι δρόμοι είχαν ήδη γεμίσει με νερά και σε μερικές στροφές θα έλεγε κανείς πως το λεωφορείο κολυμπούσε για να στρίψει. Είχα αρχίσει ν' ανησυχώ, αλλά δεν είπα τίποτα στη Μάρω. Στα μάτια της έβλεπα το ίδιο βλέμμα ανησυχίας και για κάποιον λόγο ένιωθα πως δεν ήθελα να το επιβεβαιώσουμε ο ένας στον άλλον.. Λίγο μετά φτάσαμε μπροστά σ' έναν σχεδόν κάθετο δρόμο, ο οποίος ήταν τόσο απότομα κατακόρυφος που δημιουργούσε καταρράκτη από τα νερά.. "Δεν μπορώ να συνεχίσω από 'δω και πέρα", είπε ο οδηγός και συνέχισε "όποιος θέλει ας κατέβει εδώ". Έτσι και έγινε. Εμείς και μερικοί ακόμα κατεβήκαμε στη μέση του πουθενά, προσπαθώντας μάταια να πράξουμε το ακατόρθωτο. Ήταν αδύνατο να ανέβει κανείς μέχρι εκεί πάνω με ανθρώπινη δύναμη.. Γίναμε μούσκεμα και απογοητευμένοι πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Ευτυχώς ο γυρισμός ήταν στιγμιαίος, δεν υπήρξαν εμπόδια.. Η υπόλοιπη μέρα κύλησε ήσυχα· δεν υπήρχε όρεξη για τίποτα ούτε ποτέ επικοινωνήσαμε με τους άλλους για να μάθουμε αν έστω αυτοί τα κατάφεραν.. Για την ακρίβεια, δε θυμάμαι καν να κύλησε η υπόλοιπη μέρα, περάσαμε κατευθείαν στην επόμενη...
    Νωρίς το πρωί είχαμε ένα απρόσμενο τηλεφώνημα. Ήταν η Ιωάννα και μας πληροφόρησε βιαστικά πως, λόγω κακοκαιρίας, η συναυλία είχε αναβληθεί για σήμερα και μας ξεσήκωσε να ξαναπάμε! Δε θέλαμε και πολύ, αμέσως ετοιμαστήκαμε και φύγαμε όπως-όπως, μόνο που αυτήν τη φορά θα ήμασταν (και πάλι) οι τρεις μας μόνο. Τότε ήταν που μου ήρθε μια "ανύπαρκτη ανάμνηση" στο μυαλό και μου γεννήθηκε μια απορία.. Πώς είχε καταφέρει τότε να γλιτώσει η Ιωάννα? Τι είχε γίνει τελικά, γιατί δε μας είπε τίποτα? Γιατί δε θυμάμαι να το συζητήσαμε καθόλου?.. Τα ερωτήματά μου έμειναν αναπάντητα, δεν είχαμε χρόνο για τέτοια εκείνη τη στιγμή. Έπρεπε να βιαστούμε, να φτάσουμε στο νησί, να συναντήσουμε την Ιωάννα, να αγοράσουμε τα εισιτήρια και να βρισκόμαστε στον χώρο της συναυλίας στην ώρα μας..
    Όλα πάλι απ' την αρχή· το καράβι, το ταξίδι, ο καταρράκτης, όλα, εκτός απ' τον καιρό. Η βροχή και το χαλάζι είχαν πια δώσει τη θέση τους σ' έναν ενοχλητικό, αλλά όχι ανησυχητικό, κρύο αέρα. Κάτω, είχαν ρίξει παντού αλάτι, μιας και οι δρόμοι είχαν πιάσει πάγο, λες και χιόνιζε όλη νύχτα. Θα ερχόταν και ο δήμαρχος της πόλης στη συναυλία, μάθαμε κατά τη διάρκεια της διαδρομής.. Γι' αυτό έριξαν και το αλάτι, είπε κάποιος, χωρίς να βγάζει ιδιαίτερο νόημα.. Σύντομα, φτάσαμε και στο κωμικο-τραγικό σημείο του ταξιδιού, αμφιβάλλοντας για το τι θα αντικρίζαμε αυτήν τη φορά.. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, ένιωθα.. Ο "καταρράκτης" είχε πλέον εξαφανιστεί και το λεωφορείο ανέβηκε με εντυπωσιακή ευκολία τον κάθετο δρόμο, αψηφώντας όλους τους προβλεπόμενους νόμους της φυσικής. Κανείς δεν είπε τίποτα· ήταν για όλους μας απολύτως φυσιολογικό, μάλλον..
    Το λεωφορείο έφτασε στον προορισμό του. Μας άφησε κοντά σε κάτι πέτρινα, μισοτελειωμένα κατασκευάσματα, ανάμεσα σε κάτι πολύ χοντρές κολώνες. Έμοιαζαν με αρχαία μνημεία, θα έλεγε κανείς, αλλά δεν υπήρχαν πουθενά ταμπέλες ή προστατευτικά. Ήταν ένα πολύ ήσυχο, απόμερο μέρος, αρκετά ψηλά σε υψόμετρο και αρκετά μακριά απ' την πλατεία στην οποία έπρεπε να βρεθούμε. Παρ' όλα αυτά, τίποτα δε φαινόταν να μας ενοχλεί, αρκούσε που είχαμε φτάσει και που όλα έμοιαζαν πλέον εύκολα.. Αμέσως τρέξαμε προς τ' ανοιχτά, λαχταρώντας να δούμε την πόλη από ψηλά. Και ήταν όντως τόσο ψηλά.. Το μέρος έδειχνε παραμυθένιο από εκείνο το σημείο και όλα τόσο μικρά. Δε μείναμε για πολύ, μιας και ο χρόνος μας περιόριζε, αλλά ευτυχώς ο δρόμος προς το κέντρο ήταν εύκολος και συντομότερος απ' ό,τι τον περιμέναμε. Τελικά, φτάσαμε.
    Ήταν πολύ διαφορετικό το να το βλέπεις από μακριά από το να βρίσκεσαι εκεί. Σε αντίθεση με την προηγούμενη "νεκρή" τοποθεσία, η κεντρική πλατεία ήταν τεράστια, ατελείωτη και γεμάτη ζωή.. Κόσμος παντού να πηγαινο-έρχεται ανάμεσα σε παρκαρισμένα, περίεργα οχήματα και αεροπλάνα, καθώς ταυτόχρονα μερικά, κάτι σαν διαστημόπλοια, πετούσαν αφύσικα-σιωπηλά εδώ και εκεί, σε τρομακτικά χαμηλό ύψος πάνω απ' τα κεφάλια μας. Έμοιαζε σαν να είχαμε μεταφερθεί σε άλλη εποχή, 100-150 χρόνια μπροστά τουλάχιστον.. Γινόταν ένας υπέροχος πανικός και εμείς μαγεμένοι απολαμβάναμε την κάθε εικόνα.
    Μετά από λίγη ώρα, βρήκαμε τον χώρο αγοράς εισιτηρίων μαζί με μια ευχάριστη έκπληξη! Μέσα στο χάος συναντήσαμε τη Λένα -όχι τη μικρή...-, η οποία μόλις είχε κόψει 2 εισιτήρια για αυτήν και για την Ιωάννα που την/μας περίμενε έξω. Δε μάθαμε ποτέ πώς βρέθηκε η Λένα εκεί και αν είχε συμβεί όλο κατόπιν συνεννοήσεως, αλλά τελικά θα ήμασταν τετράδα απ' ό,τι φάνηκε. Θυμάμαι ακόμα τη στιγμή που φτάσαμε στα ταμεία και περιμέναμε τα δικά μας εισιτήρια... Θα πρέπει να ήταν μια αξέχαστη συναυλία.. Μια συναυλία που ποτέ δεν πρόλαβα να "ζήσω".



17/2/15

13 Οκτωβρίου 2016

"Μόνος" στο Σπίτι.


    Ήταν κι άλλοι εκεί.. Ήταν ο Άλφα, ήταν ο Μι. Τους άλλους δεν τους θυμάμαι, ποτέ δεν τους θυμάμαι εξάλλου. Καθόντουσαν ο ένας δίπλα στον άλλον σ' ένα παγκάκι κάπου έξω. Για την ακρίβεια, καθόντουσαν στην πλάτη οι τρεις έχοντας τα πόδια τους στο κάθισμα και ο τέταρτος -ίσως κι ο πέμπτος- ήταν ο ένας όρθιος και ο άλλος καθιστός κανονικά στη γωνίτσα, με όσο χώρο του αφήνανε, φυσικά.. Μέρα μεσημέρι, μιλούσαν μεταξύ τους και αράζανε· εγώ τους βρήκα τυχαία περνώντας από 'κει. Ήμασταν κάπου κοντά στο σπίτι μου· Θεσσαλονίκη. Δεν έμαθα ποτέ πώς βρέθηκαν αυτοί στη γειτονιά, μάλλον ο Άλφα... Σε κάποια φάση οι δύο γνωστοί μου σηκώθηκαν να ξεπιαστούν και κάνανε μια περιστροφή γύρω απ' το παγκάκι.. Ο Μι είχε στην αγκαλιά του και λίγο σφηνωμένη μέσα στη μισάνοιχτη, φαρδιά ζακέτα του, μια μπάλα μπάσκετ. Την είχα δει από ώρα, αλλά δε σχολιάστηκε.. Μόλις σηκώθηκαν η μπάλα έπεσε και άρχισε ν' αναπηδά σ' ευθεία, δεξιά όπως κοιτούσα εγώ το παγκάκι, οδεύοντας προς τον δρόμο. Το σκάσιμο της μπάλας στο έδαφος δεν ακούστηκε ποτέ, ούτε και τα επόμενα αναπηδήματα. Ο Μι είχε κιόλας γυρίσει το κεφάλι του όταν η μπάλα ξεκίνησε να πέφτει· δεν κατάλαβε τίποτα. Κανείς άλλος δε συγκινήθηκε να τη φέρει πίσω, όλοι συνέχισαν να μιλάνε μεταξύ τους άνετοι και ωραίοι. Εγώ την ακολούθησα ψύχραιμος περπατώντας· δεν είπα τίποτα. Φτάνοντας προς το δρόμο έκανα μερικά ταχύτερα βήματα συνειδητοποιώντας πως τελικά δεν την προλάβαινα με απλό περπάτημα. Σύντομα η μπάλα άγγιξε την απαγορευμένη ζώνη. Μ' ένα απότομο τέντωμα το πόδι μου βρέθηκε πάνω της ακινητοποιώντας τη πριν συμβεί το οτιδήποτε. Πάλι δεν ακούστηκε ήχος. Την πήρα στα χέρια μου και κατευθύνθηκα πίσω στο παγκάκι. Τα παιδιά καθόντουσαν και πάλι, σαν να μην πέρασε λεπτό. "Σου έπεσε η μπάλα ρε, χαμπάρι δεν πήρες", είπα στον Μι αστειευόμενος και του την έδωσα.. "Ωχ", απάντησε και άρχισε να γελάει μ' εκείνο το χαρακτηριστικό του γέλιο. Μιλήσαμε για λίγο ακόμα.. Δε θυμάμαι τι λέγαμε· τα κλασικά-τυπικά λογικά.. Θα τα πούμε, θα μιλήσουμε, τα λέμε, τα λέγαμε, γεια..
    Λίγο μετά βρισκόμουν κιόλας στο σπίτι, κοιμόμουν· μάλλον είχε νυχτώσει πια.. Η νύχτα κράτησε ένα δευτερόλεπτο, αν όχι μερικά κλάσματα.. Όταν ένιωσα τον εαυτό μου να ξυπνάει ήταν σαν εκείνες τις μέρες που ξυπνάς, αλλά δε θέλεις να σηκωθείς ακόμα και ψιλο-χουζουρεύεις για λίγο
(ή πολύ), παίζοντας τον κοιμισμένο.. Χρονικά, ήταν όλα τοποθετημένα στο άμεσο παρόν, στο σήμερα. Καλοκαίρι δηλαδή, οι δυο πιο ελεύθεροι μήνες του χρόνου. Όλοι αλλού και εγώ μόνος να κρατάω το σπίτι και να κάνω ό,τι θέλω. Ανά κάποιες μέρες βέβαια, έρχονται και οι θείες μου, πότε η μία, πότε η άλλη, κάνουν καμιά δουλειά και έπειτα φεύγουν πάλι...
    Έμεινα ξαπλωμένος, ακίνητος με κλειστά τα μάτια, δίνοντας χρόνο στον εγκέφαλό μου να μπει με την άνεση του σε κανονική λειτουργία, όποτε αυτός θα ένιωθε έτοιμος.. Ήμουν ανάσκελα, όταν σε κάποια φάση προσπαθώντας να γυρίσω συνειδητοποίησα την ακριβής στάση μου. Το ένα μου πόδι ήταν τεντωμένο ίσια, ενώ το άλλο ήταν μαζεμένο οριζόντια
(όπως κάνουν οι μπαλαρίνες) και τα χέρια μου ήταν κατακόρυφα στον αέρα, ενωμένα στους καρπούς, με τις παλάμες και τα δάχτυλα να κρέμονται ελεύθερα αριστερά και δεξιά, σαν να ήμουν τελείως χαλαρός σε κατάσταση αδράνειας. Πράγματι, δεν ένιωθα να σφίγγομαι σε κανένα σημείο, εξάλλου προερχόμουν από ύπνο! Κάτι περίεργο συνέβαινε. Προσπάθησα και πάλι να γυρίσω στο πλάι, απ' την άλλη μεριά αυτή τη φορά. Μάταια, κάτι με ακινητοποιούσε, σαν να με έσπρωχνε.. Ταράχτηκα και πλέον ξύπνησα απότομα. Αμέσως προσπάθησα να κατεβάσω τα χέρια μου, να κουνήσω τα πόδια μου. Τίποτα. Δεν μπορούσα ούτε τα μάτια μου να ελέγξω για να τ' ανοίξω. Μετά από λίγο, ύστερα από μεγάλη προσπάθεια, κατάφερα να πάρω και πάλι τον πλήρη έλεγχο του εαυτού μου. Σηκώθηκα πάνω αρκετά ανήσυχος και αμέσως πήγα προς τα δωμάτια, κάνοντας τον κύκλο του σπιτιού να δω μήπως είναι κανείς εκεί. Το σπίτι είναι μεγάλο, πάνω από 100 τετραγωνικά και γενικά είναι έτσι, ώστε μπορείς να έχεις διπλή πρόσβαση σε κάθε ένα απ' τους δύο βασικούς χώρους, με αποτέλεσμα να μπορείς άνετα να κάνεις φαύλους κύκλους ασταμάτητα. Τις πόρτες, φυσικά, σε όλους τους χώρους τις αφήνω πάντα ανοιχτές τέτοια εποχή, οπότε πήγα να κάνω μια αναγνωριστική γύρα, ανιχνεύοντας απ' έξω απ' έξω το κάθε μέρος. Ξεκινώντας λοιπόν απ' το καθιστικό, πέρασα από κάθε σημείο κάνοντας τον κύκλο και φτάνοντας τελικά στην κουζινο-τραπεζαρία (δίπλα απ' το καθιστικό), όπου συνάντησα το μοναδικό πρόσωπο που βρισκόταν στο σπίτι. Ήταν ο Κάπα, ένας παλιός φίλος, ο οποίος ήταν στημένος λες και ετοιμαζόταν για συναυλία. Είχε συνδέσει την ηλεκτρική κιθάρα σ' ένα ενισχυτή και τον πέτυχα ακριβώς πάνω στη στιγμή στην οποία προσπαθούσε ν' ανέβει πάνω σ' ένα επιπλάκι -στο οποίο κανονικά έπρεπε να υπάρχει η τηλεόραση- για να παίξει εκεί. Με το που με είδε σταμάτησε τις προσπάθειες και με πλησίασε αφήνοντας το όργανο. Αμέσως τον αγκάλιασα και εκείνη τη στιγμή ένιωσα μια στιγμιαία ανακούφιση, μιας και πλέον ήξερα ότι υπήρχε και δεύτερο άτομο στον χώρο. Δε μου είχε φανεί καθόλου περίεργο που βρισκόταν εκεί -αν και θα 'πρεπε- και μιλήσαμε κανονικά λες και ήταν αναμενόμενο το ότι θα ήταν και αυτός στο σπίτι εκείνη τη μέρα-στιγμή. Χαιρετηθήκαμε για καλημέρα και αμέσως ξεκίνησα να του λέω για το περίεργο πράγμα που μου είχε συμβεί προ ολίγου. "...τα χέρια μου ήταν έτσι στημένα κάθετα προς τα πάνω", του είπα και με διέκοψε απαντώντας: "Ναι ρε φίλε, το είδα κι εγώ. Ήσουν σαν δεμένος, λες και κάποιος σου είχε δέσει τα χέρια με σχοινί απ' το ταβάνι". "Το είδες και εσύ!?", ξεφώνισα αυθόρμητα καθησυχάζοντας τον εαυτό μου, μιας και πλέον γνώριζα πως δεν ήμουν ο μόνος ο οποίος το έζησε. "Ναι, το είδα και είπα σε κάποια φάση να 'ρθω να σε ξυπνήσω, αλλά παραμιλούσες κιόλας οπότε σκέφτηκα να σ' αφήσω να δεις το όνειρο και να ξυπνήσεις μόνος σου όταν είναι", συνέχισε. Ενώ απ' τη μία είχα αρχίσει να ηρεμώ, γιατί είχα παρέα σ' όλο αυτό, απ' την άλλη σκεφτόμουν πως εφόσον δεν ήμουν εγώ ο τρελός, μάλλον όντως κάτι δεν πήγαινε καλά και ίσως να ήταν και επικίνδυνο. Εκείνη τη στιγμή άρχισα ν' ακούω ήχους απ' το υπνοδωμάτιο των παππούδων μου, λες και κάποιος ήταν εκεί. Πλησίασα αργά και επιφυλακτικά και όσο κόντευα το άκουγα όλο και πιο ξεκάθαρα. Ήταν η φωνή της γιαγιάς μου και έλεγε συνεχόμενες ασυναρτησίες, οι οποίες ήταν ανάμεικτες με κάτι σαν γριλίσματα και ήχους περίεργους λες και ήθελε να φτύσει τριχόμπαλα. Φτάνοντας στο σημείο όπου πλέον μπορούσα να δω μέσ' στο δωμάτιο άρχισα να ψάχνω τη φιγούρα της γιαγιάς μου την οποία δεν είδα ποτέ. Σκέφτηκα πως ίσως ήταν στημένη σε καμιά γωνιά και κόντεψα κι άλλο. Ξαφνικά, όταν πλησίασα αρκετά, η συρόμενη πόρτα του δωματίου άρχισε να κλείνει από μόνη της και σε σχετικά γρήγορους ρυθμούς. Μέχρι να φτάσω απ' έξω είχε ήδη κλείσει τελείως. Τη φωνή συνέχισα να την ακούω, καμία αλλαγή. Τότε θυμήθηκα πως ίσως η γιαγιά μου να είχε αρρωστήσει λόγω ηλικίας και να είχε αρχίσει να τα χάνει φτάνοντας σε τέτοια σημεία. Δεν ξέρω από πού μου προέκυψε μια τέτοια σκέψη, μάλλον θα ήταν η ανάγκη μου να καλύψω με φυσιολογικές αιτιολογίες τα αφύσικα γεγονότα.. Προσπάθησα ν' ανοίξω την πόρτα βάζοντας αρκετή δύναμη, αλλά πάλι κάτι δε μ' άφηνε, κάτι ήταν δυνατότερο.. Τρόμαξα. Έκανα πίσω. Στα επόμενα δευτερόλεπτα, μετά από μερικούς περίεργους θορύβους, άρχισε σιγά σιγά ν' ανοίγει από μόνη της.. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Έτρεξα πίσω στην κουζινο-τραπεζαρία να βρω τον Κάπα για βοήθεια και συμπαράσταση, σαν κλαμένο παιδάκι που αδικημένο τρέχει πίσω στη μαμά του για να τον λυτρώσει ως δια μαγείας απ' το πρόβλημά του. Εκείνος με περίμενε και πλησιάζοντας πήγε να μ' αγκαλιάσει για μία ακόμη φορά, μόνο που τώρα τα δεδομένα είχαν αλλάξει.. Με ρώτησε τι συνέβη έχοντας ταυτόχρονα ένα ειρωνικό χαμογελάκι στα χείλη του, πράγμα το οποίο άρχισε να μου δημιουργεί υποψίες.. Την ίδια στιγμή παρατήρησα και το πόσο ψύχραιμος ήταν απέναντι σ' όλο αυτό, λες και ήδη γνώριζε... Γνώριζε. Τραβήχτηκα πίσω, προσπαθώντας να παραστήσω τον ανήξερο και αμέσως του είπα για τους θορύβους στο δωμάτιο, παροτρύνοντάς τον να πάει κι αυτός να κοιτάξει, ώστε να απομακρυνθώ το συντομότερο από κοντά του.
    Η πόρτα είχε πια ανοίξει τελείως και από μέσα βγήκε η γιαγιά μου, ήρεμη και φυσιολογική, μαζί όμως με μία ακόμη γιαγιά. Αυτή, ήταν στα ίδια κυβικά με τη δική μου. Κοντούλα, χοντρούλα και με μπόλικο, γκρίζο, μπλεγμένο μαλλί, πιασμένο πίσω χαλαρά μ' ένα λαστιχάκι, χωρίς κάτι άλλο ιδιαίτερο πάνω της. Το μόνο ίσως αξιοπερίεργο ήταν το ότι ήταν αρκετά άσχημη με πολύ ψυχρό, ίσως και κακόβουλο βλέμμα. Το πρόσωπό της ήταν έντονα τετραγωνισμένο με πολλές γωνίες, το δέρμα της σε αρκετά σημεία, όπως το κούτελο και τα μάγουλα, αφύσικα τεντωμένο για γιαγιά, το στόμα της κάθε άλλο παρά χαμογελαστό, η μύτη της μεγάλη με ελαφριά κλίση προς τα κάτω και τέλος τα μάτια της ήταν υπερβολικά κοντά το ένα στο άλλο, λες και είχαν την τάση να ενωθούν μα τα σταμάτησε η μύτη. Τελικά αποφάσισα για κάποιον λόγο να τους κοντέψω κι εγώ.. Ήθελα να μάθω.. Βρεθήκαμε όλοι στο χολ, ακριβώς έξω απ' την είσοδο του υπνοδωματίου απ' όπου βγήκαν.. Η γιαγιά μου ήταν πολύ ήρεμη και στα χαμένα, ενώ ο Κάπα ήταν χαλαρός, αλλά στον κόσμο του.. Η άλλη γιαγιά πάλι, φερόταν κάπως περίεργα. Έκανε πολύ μικρά βήματα, μια αριστερά μια δεξιά και κοιτούσε τον χώρο, χωρίς όμως να ψάχνει για κάτι συγκεκριμένο. Έμοιαζε σαν να μην ήξερε πού βρισκόταν και γιατί, σαν μην ήταν πραγματικά εκεί.
"Γιαγιά είσαι εντάξει, όλα καλά?", ρώτησα τη γιαγιά μου προσπαθώντας να την κοιτάξω, ενώ αυτή απέφευγε το βλέμμα μου χαρακτηριστικά. "Ναι, ναι αγόρι μου μια χαρά", μου απάντησε, μα δε με έπεισε. "Σίγουρα είσαι εντάξει? Και τι ήταν αυτό που ακουγόταν πριν απ' το δωμάτιο?", τη ρώτησα και επακολούθησαν κι άλλες ερωτήσεις που τελικά έμειναν αναπάντητες.. Δεν έλεγε τίποτα, ήταν τόσο ήρεμη, ξένοιαστη και απαθής που νόμιζες πως είχε παραλύσει ο εγκέφαλός της.. Μαζί με τον φόβο μου είχα πλέον αρχίσει να νευριάζω κιόλας.. "Και ποια είναι αυτή η γιαγιά που είναι μαζί σου?", συνέχισα να ρωτάω υψώνοντας και λίγο τη φωνή μου.. Κάτι μέσα μου μού έλεγε πως αυτή ήταν ο καρκίνος της υπόθεσης. Αυτό που ήταν μέσα της ήταν αυτή η αόρατη δύναμη που έλεγξε το σώμα μου ξυπνώντας, και ίσως τον φίλο και τη γιαγιά μου.. "Ποια είσαι εσύ? Τι θέλεις εδώ?", τη ρώτησα ευθέως. Δεν απάντησε. Συνέχισε να κοιτάζει αόριστα γύρω της λες και δε με άκουσε καν. "Να σηκωθείς να φύγεις από εδώ μέσα, δεν έχεις καμία δουλειά εδώ", της φώναξα ακόμη πιο δυνατά αυτήν τη φορά. Εκείνη τη στιγμή, σταμάτησε να κινείται και στρίβοντας αργά μόνο το κεφάλι της μου έδωσε ένα ψυχρό και ανατριχιαστικό βλέμμα απ' το μισό μέτρο, χωρίς να πει λέξη. Οι κόρες της ήταν κατάμαυρες, δεν είχαν χρώμα, ούτε κάποια γυαλάδα αντικατοπτρισμού, όπως ένα κανονικό μάτι. Ήταν σαν ψεύτικα. Ήταν σαν να μη με κοίταζε καν, σαν να μην ήταν πραγματικά εκεί ή σαν να μην ήμουν εγώ εκεί γι' αυτήν. Πραγματικά, μου είναι δύσκολο να εξηγήσω την αίσθηση που εξέλαβα αντικρίζοντας ένα τέτοιο πρόσωπο κατάματα.. Κατόπιν γύρισε πάλι το κεφάλι της στην ευθεία και συνέχισε να κάνει ό,τι έκανε και πριν. Η στάση της με φόβιζε όλο και περισσότερο και η αντίδρασή μου στον φόβο ήταν τα νεύρα και οι φωνές.. Σε λίγο είχα αρχίσει να της φωνάζω απειλητικά και να την σπρώχνω στο διάδρομο. Αυτή εκεί, ψύχραιμη και ανύπαρκτη. Σαν να μην ένιωθε τίποτα. Όσο περνούσαν τα δευτερόλεπτα την έσπρωχνα όλο και πιο δυνατά, ώσπου σε κάποια φάση την έριξα κάτω. Απ' τον φόβο μου άρχισα να τη βρίζω και να την κλωτσάω. Αυτή εκεί, ψύχραιμη και ανύπαρκτη. Σαν να μην πονούσε, σαν να μην της έκανα τίποτα απολύτως. Προσπαθούσε με τις αργές της κινήσεις να σηκωθεί, αλλά μάταια. Δε την άφησα ούτε λεπτό. Η γιαγιά μου και ο Κάπα δεν είπαν τίποτα, δεν έκαναν τίποτα. Ένιωθα την παρουσία τους εκεί δίπλα καθ' όλη τη διάρκεια της σκηνής, αλλά δεν τους έδωσα άλλη σημασία. Αφού κι αυτοί..δεν ήταν πραγματικά εκεί, ήμουν μόνος μου· ή σχεδόν μόνος.
    Σε κάποια φάση συνειδητοποίησα την αδυναμία μου, βλέποντας πως αυτό που κάνω δεν είχε κανένα νόημα και σταμάτησα. Προσπάθησα να τρέξω και πάλι προς την κουζινο-τραπεζαρία χωρίς να κοιτάξω πίσω μου, όταν σύντομα διαπίστωσα πως το σώμα μου είχε αρχίσει να παραλύει σιγά σιγά.. Με το ζόρι κινούσα τα πόδια μου, το στόμα μου.. Φτάνοντας εκεί έστριψα για το καθιστικό, πηγαίνοντας ίσια στο κρεβάτι που κοιμάμαι.. Ανέβηκα στο κρεβάτι και καθόμουν κουλουριασμένος στο κέντρο του, μη ξέροντας τι να κάνω και τι να περιμένω.. Κοιτάζοντας στο βάθος το χολ δεν έβλεπα κανέναν. Οι θόρυβοι είχαν σταματήσει, οι ανύπαρκτες φιγούρες είχαν εξαφανιστεί.
"Φύγε από εδώ! Άφησέ με ήσυχο!", άρχισα να φωνάζω κάνοντας σαν τρελός.. Κάθε λέξη που προσπαθούσα να πω έβγαινε όλο και δυσκολότερα απ' τα χείλη μου.. "Τι θέλεις από μένα!?", συνέχισα χωρίς να περιμένω απαραίτητα απάντηση.. Ξαφνικά θυμήθηκα τα εικονίσματα στον τοίχο πάνω απ' το κρεβάτι και σήκωσα απότομα το κεφάλι μου. Ο τοίχος ήταν γεμάτος, είχε πολύ περισσότερα απ' ό,τι στην πραγματικότητα, αλλά δε μου είχε φανεί καθόλου περίεργο τότε μπροστά σ' όλα αυτά που (νόμιζα ότι) ζούσα.. Αμέσως, άρπαξα με το αριστερό μου χέρι έναν σταυρό ίσα με την παλάμη μου και τον κρατούσα σφιχτά σαν προστατευτικό στο στήθος μου, ενώ με το άλλο έκανα τρεις φορές τον σταυρό μου, ψιθυρίζοντας τη χαρακτηριστική φράση.. Μετά από λίγο ηρέμησα στιγμιαία, νιώθοντας πως αυτό το κάτι είχε εξαφανιστεί.. Δυστυχώς, η εντύπωση κράτησε μόνο μερικά δευτερόλεπτα.. Μια περίεργη δύναμη άρχισε πάλι να με πιέζει στον σβέρκο, στα πλευρά, στα πόδια και στα χέρια, δημιουργώντας μου ένα συνεχόμενο ρίγος, ταυτόχρονα μ' αυτήν τη σταδιακά αυξανόμενη παράλυση που είχα και νωρίτερα.. Ο τρόμος και η σύγχυση με κυρίευσαν και πάλι. Σηκώθηκα απ' το κρεβάτι και άρχισα και πάλι να κάνω άτακτες σβούρες μέσ' στο σπίτι φωνάζοντας: "Φύγε από εδώ! Φύγε έξω, άφησέ με ήσυχο!".. Καθώς περνούσα έξω από κάθε δωμάτιο κοίταζα επιφυλακτικά και φοβισμένα μέσα μήπως δω τίποτα· δεν ήθελα να δω στην πραγματικότητα.
    Έκανα τον κύκλο και έφτασα ξανά στην κουζινο-τραπεζαρία, αυτήν τη φορά παίρνοντας το σταθερό τηλέφωνο στα χέρια μου. Το μοναδικό πράγμα που μπορούσα να σκεφτώ εκείνη την ώρα ήταν να πάρω τις θείες μου τηλέφωνο να δω αν θα περνούσαν καθόλου από το σπίτι.. Στάθηκα απ' την πίσω μεριά του τραπεζιού με θέα τα μέσα δωμάτια, το καθιστικό και τον διάδρομο για το χολ και πίσω μου είχα το μπαλκόνι. Ξαφνικά, θυμήθηκα ότι η μία δε θα ερχόταν, έτσι ήξερα.. Θα πάρω την άλλη, σκέφτηκα. Ξαπλώθηκα πάνω στο τραπέζι απ' την κοιλιά και πάνω, στηριζόμενος στους αγκώνες μου και αμέσως άρχισα να ψάχνω τον αριθμό της στις επαφές του κινητού μου. Είχα ξεκάθαρη την εικόνα στο μυαλό μου, στην οποία, υποτίθεται νωρίτερα κάποια απ' τις προηγούμενες μέρες, είχα αντικρίσει το νούμερο της ψαχουλεύοντας τις κλήσεις ή τις επαφές.. Εκείνη την ώρα, πάνω στην ησυχία που επικρατούσε τα τελευταία λεπτά, άκουσα -και στη συνέχεια είδα- την πόρτα του δωματίου μου να κλείνει αργά αργά από μόνη της. Για μια στιγμή αποσυντονίστηκα ανατριχιάζοντας, όμως δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία και πολύ γρήγορα επέστρεψα στο τηλέφωνο.. Παραδόξως, βρίσκοντας το νούμερο που θυμόμουν για δικό της, διαπίστωσα πως είχε άλλο όνομα..
"Μαθέρα", αντί για "Μαρία".. Μπλόκαρα. Και τώρα?.. Πλέον δεν ήξερα ποιο θα μπορούσε να είναι το σωστό νούμερο, ποιανού ήταν το συγκεκριμένο νούμερο ή ποιον άλλον τέλος πάντων θα μπορούσα να πάρω εκείνη τη στιγμή για να βοηθήσει..
    Πάνω στην απορία μου είδα ξαφνικά τον παππού μου να μπαίνει στο σπίτι με αργά βήματα, κουτσαίνοντας και λίγο όπως πάντα, από την μπαλκονόπορτα της κουζίνας μπροστά δεξιά μου.. Περπατούσε ευθεία· θα πήγαινε προς τα μέσα δωμάτια, μάλλον, δεν ερχόταν κατά πάνω μου.. Παρ' όλα αυτά, δε μου πέρασε ούτε στιγμή απ' το μυαλό η ιδέα πως ίσως όντως να ήταν ο παππούς μου. Ήξερα καλά ποιος και τι ήταν..
"Σήκω φύγε από εδώ, σήκω φύγε, άφησέ με ήσυχο!", του φώναξα βάζοντας ταυτόχρονα τον σταυρό που κρατούσα μπροστά στο πρόσωπό μου.. Δε μου έδωσε σημασία. Σαν να μη με άκουγε, σαν να μην ήταν πραγματικά εκεί. Συνέχισα να φωνάζω κάνοντας μερικά βήματα προς τα πίσω. Η φωνή μου έβγαινε όλο και πιο δύσκολα, η παράλυση είχε αρχίσει να με εξουθενώνει αισθητά και να κυριεύει όλο μου το σώμα. Φτάνοντας μπροστά στον πάγκο σταμάτησε και με αργές κινήσεις -όπως πάντα- έκανε ένα βήμα προς τ' αριστερά, στρίβοντας ελαφριά το σώμα του και στη συνέχεια γύρισε το κεφάλι του να με κοιτάξει. Το πρόσωπό του ήταν περίεργο, το βλέμμα του ψυχρό και άψυχο, όπως εκείνης της γιαγιάς (και χειρότερα). Το ένα του μάτι ήταν μαύρο, μελανιασμένο από κάτω, λες και είχε τραυματιστεί σοβαρά νωρίτερα από μπουνιά ή κάτι τέτοιο. Το άλλο, ήταν μαύρο, κατάμαυρο στην κόρη, σαν να μην υπήρχε κόρη, σαν να ήταν απλά μια μαύρη τρύπα χωρίς αρχή και τέλος.. Το στόμα του ήταν ελαφρώς ανοιχτό, ακριβώς όπως όταν χαλαρώνεις πλήρως και κρεμάει στον ύπνο σου, λίγο πριν ξεκινήσει να τρέχει το σαλάκι.. Δεν είπε τίποτα, δεν έβγαλε κανένα ήχο. Έμοιαζε να με κοιτάζει με απορία. Στην πραγματικότητα έμοιαζε να μη με κοιτάζει καθόλου, όπως το νεκρό βλέμμα μιας καλοφτιαγμένης μαριονέτας. Το αίμα μου πάγωσε, η καρδιά μου είχε αρχίσει να χτυπάει τόσο δυνατά λες και ήθελε να βγει έξω.. Μετά από λίγο ξανά-γύρισε το κεφάλι του συνεχίζοντας τη διαδρομή του. Για ένα λεπτό τον έχασα απ' τα μάτια μου.. Ησυχία, δεν άκουγα τίποτα. Φοβόμουν να πλησιάσω, είχα κολλήσει την πλάτη μου στη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα και προσπαθούσα να μείνω ψύχραιμος.. Πριν προλάβω ν' αντιδράσω, τον είδα να επιστρέφει και πάλι, αυτήν τη φορά στοχεύοντας το συρτάρι με τα μαχαιρο-πίρουνα. Το άνοιξε και έβγαλε από μέσα ένα μεγάλο μαχαίρι, σαν αυτά τα λεία και απειλητικά που χρησιμοποιούν οι μεγάλοι μάγειρες στις κουζίνες τους.. Κατόπιν, πήρε πάνω απ' τον πάγκο ένα μεγάλο μπολ με σαλάτα και κρατώντας τα δύο αυτά άρχισε να πλησιάζει.. Δεν κατάλαβα ακριβώς αν ερχόταν κατά πάνω μου ή πήγαινε προς το τραπέζι, πάντως σε καμία περίπτωση δεν ήθελα να περιμένω να μάθω.. Χωρίς δεύτερη σκέψη, βγήκα στο μπαλκόνι με σκοπό να πηδήξω κάτω -πρώτος όροφος-. Προσπάθησα να σκαρφαλώσω τα κάγκελα, αλλά πλέον αδυνατούσα, τα πόδια μου δεν υπάκουαν στον επιθυμητό βαθμό.. Ξανά-γύρισα 180 μοίρες και στηρίχτηκα με την πλάτη στα κάγκελα, κοιτάζοντας τον παππού.. Πλέον είχε σταματήσει· είχε φτάσει στο τραπέζι, όμως τα αντικείμενα ήταν ακόμη στα χέρια του και το πρόσωπό του ήταν καρφωμένο πάνω μου.. Φέρνοντας ξανά τον σταυρό μπροστά στα χείλη -ο οποίος είχε πλέον κολλήσει για τα καλά στο χέρι μου-, προσπάθησα για μία ακόμη φορά αγανακτισμένος, φοβισμένος, αλλά και εκνευρισμένος, να φωνάξω. Όση δύναμη κι αν έβαζα, η φωνή μου δεν έβγαινε πια. Έβγαινε μόνο αέρας μαζί με μια ιδέα ήχου, κάτι σαν κουταβίσιο κλάμα.. "Φύγε", προσπαθούσα μάταια να πω. Το στόμα μου είχε πια στραβώσει απ' την παράλυση, αλλά δεν τα παρατούσα. Έβαζα όλο και πιο πολύ δύναμη, όταν σε κάποια φάση κατάφερα να βγάλω ήχο. Έναν ήχο βραχνιασμένο και εξουθενωμένο απ' την προσπάθεια της υπέρβασης.. Θυμάμαι να φώναξα τρεις φορές και οι λέξεις που βγήκαν απ' το στόμα μου ήταν κάτι ανάμεσα σε "Φύε" και "Φύβε". Η πίεση για να τα καταφέρω ήταν τόσο μεγάλη που τελικά λυτρώθηκα. Τα μάτια μου άνοιξαν και παρότι τα ένιωθα βαριά δεν τ' άφησα να ξανά-κλείσουν.



8/7/16

31 Αυγούστου 2016

Η διαφορά και το λάστιχο.

    Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην προκατάληψη και στον ρατσισμό, στον προκατειλημμένο και στον ρατσιστή. Μεγάλη. Στις μέρες μας, ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι κράζουν κατά του ρατσισμού ως ένα παλαιολιθικής εποχής φαινόμενο, το οποίο πρέπει επιτέλους να ξεπεραστεί και να ανοίξουμε τις αγκαλιές μας προς όλους, όλα κ.λπ., παρατηρούνται ταυτόχρονα κάποια στοιχεία στους ανθρώπους, στους λαούς, που μένουν απαράλλαχτα εις τους αιώνες των αιώνων και όσο πιο πολύ τα εξετάζει κανείς, τόσο πιο πολύ τα επιβεβαιώνει παρά τα αναιρεί. Περήφανος λαός, φιλικοί και ζεστοί άνθρωποι, αγριάνθρωποι, κακιά ράτσα, λένε... Αναρωτιέται κανείς από που προκύπτουν και πού στηρίζονται (αν στηρίζονται κάπου) όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί? Δεν μπορεί να μου λες οι μαύροι είναι έτσι, οι Τούρκοι είναι έτσι, οι Αλβανοί και οι Γερμανοί είναι αλλιώς, απλά και μόνο επειδή το 'χουν στο αίμα τους και έτσι ήταν από πάντα, λες και είναι θέμα DNA. Αυτό είναι ρατσισμός, ξεκάθαρα. Ρατσισμός επίσης είναι, επειδή ξέρεις πως ο άλλος, ο ξένος απέναντί σου είναι της τάδε φυλής, να μην του δίνεις ευκαιρία να σου αποδείξει το αντίθετο από αυτό που πιστεύεις γι' αυτόν.
    Σαν τις συζητήσεις στα πλαίσια γνωριμίας που τυχαίνει πάντα να περνάνε και από τα ζώδια: "-Πώς σε λένε? -Τάκη. -Εμένα Τασούλα, χάρηκα. Τι σπουδάζεις? -Ανεργιολογία. -Χαχα, καλό, κι εγώ. Τι ζώδιο είσαι? -Σκορπιός. -Αα..μάλιστα (και σκάει χαμογελάκι)...". Και στη συνέχεια το βλέπεις στα μάτια της/του πως έχει ήδη σχηματιστεί μια πρόχειρη άποψη για το άτομό σου στο κεφάλι της/του. Αλλά στα ζώδια δεν πειράζει και τόσο, είναι πιο ελαφρύ εκεί το ζήτημα. Αν τους αρέσει η παρέα σου τα ξεχνάμε τα ζώδια και τις "προειδοποιητικές" πληροφορίες. Ίσως τα θυμόμαστε πάλι λίγο μόνο όταν πια αρχίσουν και φαίνονται έντονα τα αρνητικά στοιχεία του άλλου στα μάτια μας και τα δικαιολογούμε αναλόγως: "...ε σκορπιός είναι, τι περίμενες?...", αλλά άλλο κεφάλαιο αυτό, σταματώ εδώ.
    Πίσω στο ρατσισμό λοιπόν, αν δει κανείς το κοινωνικό πλαίσιο και την καθημερινότητα των αναγκών ενός λαού, σε συνάρτηση με το επίπεδο εκπαίδευσης-πολιτισμού που έχουν, τότε θα διαπιστώσει πως λίγο ή πολύ το αποτέλεσμα της εξίσωσης επαληθεύεται. Όταν σε μια χώρα το οικονομικό πρόβλημα είναι τεράστιο και δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει αύριο, τι θα σκεφτείς? Τον συνάνθρωπό σου, το πώς να είσαι σωστός και τίμιος? Πώς να μη σου περάσει απ' το μυαλό να κλέψεις αν πραγματικά πεινάς? Πώς να διατηρήσεις επίπεδο σε μια παρεξήγηση ή σε μια οποιουδήποτε τύπου αδικία απέναντι σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με την επιβίωσή σου? Και έπειτα, τι επίπεδο? Το επίπεδο καλλιεργείται εκεί όπου οι βασικές ανάγκες έχουν εξασφαλιστεί. Από πάντα. Και θα είμαι απόλυτος εδώ. Δεν μπορείς να ζωγραφίζεις έργα τέχνης, να φιλοσοφείς και να χτίζεις χαρακτήρα, όταν ξέρεις ότι αύριο μπορεί κάποιος απ' την οικογένειά σου να χρειαστεί να πάει στο νοσοκομείο, ενώ ταυτόχρονα δεν υπάρχουν χρήματα για να υποστηριχτεί κάτι τέτοιο, ή ακόμα χειρότερα όταν δεν υπάρχει νοσοκομείο π.χ.. Ο άνθρωπος είναι ένα λάστιχο και κάθε φορά τεντώνεται από όποια πλευρά χρειαστεί προκειμένου ν' αντιμετωπίσει και να προσαρμοστεί στα δεδομένα. Έτσι, όπως σε μια ευκατάστατη χώρα με ανέσεις, δυνατότητες και πολιτισμικό επίπεδο, γεννιέται και εκπαιδεύεται ένας άνθρωπος άμεσα -αλλά και έμμεσα- μεγαλώνοντας και εν δυνάμει καταλήγοντας με επίπεδο, ευφυής, εργατικός, άξιος εμπιστοσύνης και πολλά άλλα όμορφα επίθετα, έτσι και σε χώρες χαμηλού επιπέδου πνευματικής ανάπτυξης (λόγω οικονομικής δυσφορίας κυρίως, ή λόγω πολέμων κ.λπ.), ο άνθρωπος μεγαλώνει και γίνεται πιο σκληρός, πιο ψυχρός, πιο εγωιστής και πιο άδικος όταν χρειαστεί, όντας σε έναν τόπο άδικο.. Και παντού υπάρχουν εξαιρέσεις. Όπως πολύ καλά ξέρουμε ότι σε μια χώρα με όλες τις κατάλληλες προδιαγραφές για να βγάλει τους καλύτερους ανθρώπους, μπορεί τελικά να μεγαλώσει ένας άνθρωπος δολοφόνος, έμπορος ναρκωτικών, τεμπέλης, πονηρός και κακόβουλος, έτσι και σε μια αντίθετης κατάστασης χώρα μπορεί να προκύψει ένας άνθρωπος με πάρα πολλές αρετές, ένας άνθρωπος εξαίρεση. Παρ' όλα αυτά, ο άνθρωπος είναι ένα λάστιχο. Και όταν αυτό το λάστιχο το τραβάς επίμονα για πολλούς αιώνες απ' το ίδιο σημείο, λογικό είναι να ξεχειλώσει μόνο από εκείνη την πλευρά... "Εγώ δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσω την οικογένειά μου πίσω και να φύγω με το ρίσκο να πεθάνουν πριν προλάβω να επιστρέψω για να τους σώσω", σου λέει ο άλλος.. Και αν τον ρωτήσεις τι θα έκανε στη θέση τους, θα σου πει πως στη χειρότερη θα καθόταν μαζί τους και ας πέθαιναν όλοι μαζί. Αυτός αγαπάει την οικογένειά του, θα συμπληρώσει κάποιος άλλος. Ναι, αλλά όλοι αυτοί οι πολύ όμορφοι ισχυρισμοί εκδηλώνονται τώρα, εκ του ασφαλούς στα πλαίσια συζήτησης. Και μην ξεχνάμε, έχοντας εξαρχής μεγαλώσει σε μια χώρα η οποία σου επέτρεψε να σκέφτεσαι και να ορίζεις αξίες και να τις εκτιμάς (αν όντως θέλεις). Σε μια χώρα όπου από μικρός ασχολείσαι με την επιβίωση και μόνο, σε έναν τόπο όπου σήμερα είσαι αύριο δεν είσαι, πότε να προλάβεις να χτίσεις τέτοιες αξίες? Πότε να προλάβεις να γίνεις άνθρωπος?.. Και όταν πια έρθει εκείνη η στιγμή που θα πρέπει να πάρεις κάποιες αποφάσεις ζωής για την οικογένειά σου -να φύγω ή να μη φύγω-, γνωρίζοντας πως αν μείνεις πίσω θα πεθάνετε όλοι μαζί και δεν υπάρχει κανένα μέλλον, τότε τελειώνουν οι φιλοσοφίες και οι αξίες όλες. Τότε το, απλά, θέμα συζήτησης γίνεται άμεσο πρόβλημα ζωής, γιατί ξέρεις πως έτσι υπάρχει μια ελπίδα, ενώ αλλιώς θα πρέπει να φας αξίες και να χορτάσεις. Θα πρέπει να φας συναισθήματα και να ταΐσεις και τα παιδιά σου, γιατί δεν ήθελες να τα αφήσεις μόνα τους πίσω. Και εγώ που τα λέω και τα γράφω στην πραγματικότητα δεν ξέρω πώς ακριβώς σκέφτεται ή πράττει κανείς σε τέτοιες καταστάσεις, αλλά το μόνο που σίγουρα πιστεύω είναι πως σε ένα απάνθρωπο περιβάλλον, ο άνθρωπος θα πράξει αναγκαία απάνθρωπα. Ο οποιοσδήποτε άνθρωπος γεννηθεί και μεγαλώσει με τέτοια δεδομένα. Και η αναγκαιότητα αυτή, όταν είναι τρόπος ζωής πολλών αιώνων πίσω, τότε δύσκολα φεύγει από πάνω σου, ακόμη κι αν άμεσα αλλάξουν οι συνθήκες διαβίωσης σου. Είναι πλέον ένα απ' τα μέρη του εξοπλισμού σου απέναντι στη ζωή, είναι ένας απ' τους τρόπους σου να την αντιμετωπίζεις, γιατί έτσι έχεις μάθει ως τώρα, έτσι έφτασες ως εδώ. Και θέλει κόπο για να γίνεις πραγματικά άνθρωπος, γιατί το λάστιχο, από εκεί που ξεχείλωσε, ξεχείλωσε..
    Και παίζουν κι άλλα ρόλο.. Το πολιτικό σύστημα, το κλίμα.. Μήπως είναι τυχαίο που όσο πιο βόρεια ανεβαίνεις στην Ευρώπη συναντάς όλο και πιο ψυχρούς συγκριτικά ανθρώπους? Είναι τυχαίο που χτίζουν αλλιώς τις σχέσεις τους? Και μιλάω για όλων των ειδών τις σχέσεις και παρότι έχουν εξασφαλίσει και ένα υψηλό επίπεδο διαβίωσης. Εκεί τα ζητήματα είναι άλλα, αλλά σίγουρα υπάρχουν. Σίγουρα οι χαρακτηρισμοί δικαιολογούνται, αλλά σε καμία περίπτωση και πάλι δεν έχουν να κάνουν με το ότι είναι της τάδε φυλής ή της άλλης..
    Έχοντας λοιπόν γνώση όλων των παραπάνω συνθηκών της αν μη τι άλλο άδικης, για πολλούς, ζωής που ζούμε, είναι φυσικό και αναμενόμενο πολλές φορές να βρισκόμαστε επιφυλακτικοί και προκατειλημμένοι απέναντι σε ανθρώπους που δε γνωρίζουμε, όμως γνωρίζουμε το από που κατάγονται. Στους δύσκολους καιρούς που ζούμε αυτό είναι σεβαστό και κατανοητό. Φύλαγε τα ρούχα σου για να έχεις τα μισά, έλεγαν και λένε.. Το να είσαι επιφυλακτικός και προκατειλημμένος όμως δε σημαίνει να κλείνεις πόρτες απλά και μόνο απ' τις ταμπέλες.. Σημαίνει πως απλώς προσέχεις λίγο παραπάνω απ' ό,τι συνήθως, γιατί πιθανολογείς ή γνωρίζεις τις δύσκολες συνθήκες από τις οποίες μπορεί να προέρχεται ο άλλος, ενώ ταυτόχρονα όμως του δίνεις την ευκαιρία να σου αποδείξει τι αξίζει.

28 Ιουλίου 2016

Περιπέτειες Διακοπών (Μέρος 1ο)


    Η ζέστη είχε αρχίσει πλέον να γίνεται εκνευριστική.. Είχα ιδρώσει για τα καλά. Δε θυμάμαι από πού ξεκίνησα, μα σίγουρα θυμάμαι πως περπατούσα ώρες σ' αυτό το πολυάσχολο νησί.. Ο κόσμος ατελείωτος.. Άνθρωποι όλων των ηλικιών να πηγαίνουν πάνω κάτω λες και ήταν καμιά τοπική εορτή ή κάποια μέρα πολλών ταυτόχρονων εκδηλώσεων.. Ο πόνος στα πέλματά μου απ' τους πετρώδεις, ανηφορικο-κατηφορικούς δρόμους είχε αρχίσει να με κουράζει αφόρητα.. Σαν ένα χέρι στην πλάτη που δε σταματάει να σε χτυπάει ενοχλητικά με τον δείκτη και να σου υπενθυμίζει πως, φίλε, πρέπει να βάλεις κώλο κάτω επειγόντως.. Λίγο πιο πίσω ακολουθούσε και η γιαγιά μου μαζί μ' ένα ζευγάρι ηλικιωμένων αγνώστων, σ' ένα ιδιαίτερα εύθυμο κλίμα, παρατηρώντας τα πάντα γύρω τους, σχολιάζοντας και γελώντας.. Ήταν πραγματικά ένα πολύ όμορφο μέρος, με το πράσινο να ξεφυτρώνει από κάθε γωνιά και τον ήλιο να ξετρυπώνει άτακτα μέσα απ' τα στενά, ξεχασμένα θαρρείς, σοκάκια..
    Λίγο μετά φτάσαμε επιτέλους στην κεντρική (μάλλον) πλατεία της πόλης, έξω από ένα περίεργο μαγαζί, το οποίο στο εσωτερικό του έμοιαζε με ένα περιποιημένο, πολυτελές εστιατόριο, ενώ απ' έξω με μια μικρή, κλασσική καφετέρια της γειτονιάς.. Πλησίασα περίεργος προς τα σκαλοπάτια της εσόδου για να μπω μέσα.. Η πόρτα άνοιξε απότομα και αμέσως πετάχτηκε έξω μια καλοντυμένη γυναίκα, από πάνω ως κάτω στα μπλε, μεγάλης ηλικίας και μάλλον ξένης εθνικότητας, την οποία και βοήθησα να κατέβει πριν ακούσω τη φωνή της γιαγιάς μου, η οποία μου φώναζε να επιστρέψω, διότι τελικά αποφάσισαν πως θα καθόμασταν έξω.. Δυστυχώς, η περιέργειά μου έμεινε ανικανοποίητη, καθώς δεν είχα ποτέ την ευκαιρία ν' απολαύσω την πολυτέλεια του εσωτερικού χώρου αυτού του μαγαζιού. Γυρνώντας για να καθίσω στο τραπεζάκι μαζί με τους υπόλοιπους, αυτό που μου είχε κάνει εντύπωση ήταν πως οι παραγγελίες (που δεν έγιναν ποτέ) είχαν κιόλας φτάσει και όλοι μαζί έπιναν τον καφέ τους, συζητώντας για μένα.. Δεν είπα τίποτα, κάθισα. Και τότε ήταν που κατάλαβα πως το άγνωστο αυτό ζευγάρι είχε έρθει μόνο και μόνο για να με γνωρίσει.. Πρέπει να ήταν Άγγλοι ή Γερμανοί. Δεν έμαθα ποτέ, δεν έβγαλαν κουβέντα.. Μόνο άκουγαν, κοίταζαν και γελούσαν.. Πάντως σίγουρα είχαν ξένο αέρα.. "Πότε θα γυρίσεις πίσω?", με ρώτησε η γιαγιά μου, κοιτώντας με κατάματα, έχοντας μια ανεξήγητη αγωνία στο βλέμμα της.. Της εξήγησα πως μόλις είχα έρθει εκδρομή εκείνη τη μέρα (-Παρασκευή-) σ' αυτό το νησί μαζί με κάτι φίλους και πως τη Δευτέρα θα επιστρέφαμε.. Και καθώς της μιλούσα κατάλαβα... Σηκώθηκα απότομα, προσπαθώντας να δείχνω όσο πιο ήρεμος και μη απότομος γινόταν. Πήρα τον σάκο μου στα χέρια. Ετοιμάστηκα να φύγω, έσκυψα το κεφάλι και δεν το ξανά-σήκωσα.. Η γιαγιά μου δεν ήταν ποτέ εκεί.. Ούτε και οι ξένοι.. Ήταν απλώς η έγνοια της για το αν θα είμαι καλά και για το πότε επιτέλους θα γυρίσω πίσω στη Θεσσαλονίκη. Για ένα δευτερόλεπτο αγριεύτηκα, μ' ένιωσα ν' ανατριχιάζω. Κάτι δεν πήγαινε καλά.. "Πρέπει να φύγω. Πρέπει να πάω να πάρω μια φίλη απ' τα ΚΤΕΛ και έχω ήδη αργήσει", είπα συνεχίζοντας να κοιτάζω κάτω (τον σάκο που κουβαλούσα) και πριν προλάβουν να δώσουν την όποια απάντηση γύρισα την πλάτη μου και έφυγα βιαστικός για τον σταθμό των λεωφορείων..
    Την επόμενη στιγμή είχα κιόλας φτάσει. Ευτυχώς η Μάρω δεν είχε έρθει ακόμα, οπότε βρήκα ευκαιρία και τηλεφώνησα στα υπόλοιπα κορίτσια της παρέας, να δω που βρίσκονταν.. Αυτές ήταν ήδη στο νησί από ώρα και μας περίμεναν να πάμε για φαΐ.. Πριν προλάβω να κλείσω το τηλέφωνο την είδα να πλησιάζει από μακριά, χαμογελαστή και κατενθουσιασμένη. Αμέσως έσπευσα να την αγκαλιάσω με μια αίσθηση, λες και είχα να τη δω μήνες!.. Για καλή μας τύχη το αστικό έφτασε πάνω στην ώρα.. "Πάμε γρήγορα μην το χάσουμε, τα κορίτσια μας περιμένουν.. Θα χρειαστεί να πάρουμε και δεύτερο μάλλον μετά", της είπα και την άρπαξα απ' το χέρι τρέχοντας προς το βιαστικό αστικό που θα μας πήγαινε στην πόλη..
    Δεν είχε πολύ κόσμο, αλλά δεν είχε και λίγο.. Μπροστά, δίπλα στον οδηγό, στεκόταν κι ένα παιδάκι όρθιο -μάλλον ο γιος του- το οποίο έπαιζε με τα κουμπιά, ανοιγοκλείνοντας τις πόρτες του αστικού, χωρίς κανείς να του λέει τίποτα.. Λες και ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο!.. Οι μόνες κουβέντες που άκουγες εκεί μέσα ήταν κάτι κοροϊδευτικά σχόλια από διάφορους επιβάτες για τους πεζούς του έξω κόσμου και έπειτα τα μαζικά γέλια των υπολοίπων, που έμοιαζαν να περιμένουν τα επόμενα σχόλια με τέτοια λαχτάρα, σαν ένα ιδιαίτερα ενθουσιασμένο κοινό σε θεατρική παράσταση -κωμικού πάντα χαρακτήρα-.. Και υπήρχε μια τέτοια οικειότητα μεταξύ τους, που θα ορκιζόταν κανείς πως ήταν όλοι γνωστοί· όλοι τους μια μεγάλη οικογένεια που πήγαιναν μια σύντομη "εκδρομή" με το ιδιωτικό αστικό της πόλης.. Τι περίεργος κόσμος, σκέφτηκα.. "Τι ωραία μέρα", είπα.. "Ναι..", απάντησε αδιάφορα και σε χαμηλό τόνο η Μάρω.. Ήμουν σίγουρος, κάτι την έτρωγε.. Έμοιαζε να είχε πια αλλάξει τελείως διαθέσεις.. Το πρόσωπό της είχε σοβαρέψει και παρόλο που κοίταζε παραξενεμένη όλο αυτό γύρω της, δεν αντιδρούσε καθόλου, δεν έβγαζε κουβέντα... Την επόμενη στιγμή, το λεωφορείο σταμάτησε απότομα.. Η πόρτα πίσω μας άνοιξε και ξεπρόβαλαν δύο αποκρουστικοί τύποι οι οποίοι περίμεναν (μάλλον για κάποιο άλλο αστικό) στη στάση.. Είχαν περίεργα, ασύμμετρα κουρέματα σε ύφος πανκ, φορούσαν κάτι βασανισμένα απ' τον χρόνο δερμάτινα γιλέκα και παντελόνια, και ήταν και οι δύο αηδιαστικά υπέρβαροι, με τεράστια μάτια ελαφρώς διογκωμένα προς τα έξω και μεγάλες, βρώμικες οδοντοστοιχίες με αρκετές ευδιάκριτες ελλείψεις.. Η όσφρησή μου για καλή μου τύχη δεν έδωσε καμία αναμενόμενη ένδειξη, αλλά ήμουν σίγουρος πως, αν τους πλησίαζες, οι μυρωδιές τους δε θα εξαιρούνταν του πακέτου.. Η πόρτα ξανά-έκλεισε χωρίς κανείς να κατέβει ή ν' ανέβει, αλλά τα σχόλια -προφανώς- δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους... Είχε αρχίσει να γίνεται πολύ ενοχλητικό και άβολο αυτό το κλίμα πλέον.. Επιτέλους, μετά από λίγο φτάσαμε..
    Κατεβήκαμε απ' το τροχόσπιτο της παράνοιας, απελευθερώνοντας ένα έντονο ξεφύσημα ανακούφισης.. "Βασικά, δε χρειάζεται να περιμένουμε και το δεύτερο αστικό τώρα, αν θες. Το μέρος που θα συναντηθούμε με τα κορίτσια φαίνεται και με το μάτι από 'δω, δεν είναι και τόσο μακριά..", της είπα κοιτάζοντας και δείχνοντας προς τον ανηφορικό δρόμο μπροστά-δεξιά μας, που εξαφανιζόταν πίσω από μια μεγάλη εκκλησία, δίπλα στη στάση "ψαροκασέλα" στην οποία θα κατεβαίναμε.. "Ε πάμε και με τα πόδια τότε", είπε, καθώς δεν είχε παρά μια μικρή, σειρόμενη βαλίτσα και μια τσάντα στην πλάτη.. Όταν φτάσαμε τα κορίτσια, η Ιωάννα, η Νιόβη και η Λένα, ήταν ήδη εκεί και μας περίμεναν πώς και πώς.. Ήταν τόσο ωραία που επιτέλους θα καταφέρναμε να κάνουμε μια ομαδική εκδρομή έτσι (σχεδόν) όλοι μαζί.. Θα μας έμενε σίγουρα αξέχαστη.. Θα ήταν ένα τέλειο Σαββατοκύριακο!..
    Τελικά, αποφασίσαμε πριν κάνουμε το οτιδήποτε να πάμε να φάμε κάτι, γιατί ήμασταν όλοι αρκετά πεινασμένοι και ύστερα να πηγαίναμε για έναν σύντομο καφέ πριν επιστρέψουμε στο σπίτι/ξενοδοχείο -δε θυμάμαι- που θα διανυκτερεύαμε.. Ακολουθήσαμε τον δρόμο που οδηγούσε πίσω απ' την εκκλησία και βγήκαμε σε έναν μεγάλο κεντρικό με πολλές καφετέριες και μερικά φαγάδικα στη σειρά.. Κάποια απ' τις κοπέλες είχε μία γνωστή-φίλη που δούλευε σ' ένα απ' αυτά, έτσι λοιπόν πήγαμε να χαιρετήσουμε και ν' αφήσουμε προσορινά εκεί τα πράγματα, για να μην τα κουβαλάμε πέρα δώθε μέσ' στη ζέστη.. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα, δεν είχαμε και αρκετό χρόνο για χάσιμο εξάλλου, θα μέναμε μόλις τρεις μέρες..
    "Πάμε να κάτσουμε σ' ένα απ' αυτά εδώ?", είπε η Νιόβη μόλις βγήκαμε απ' το μαγαζί της γνωστής τύπισσας.. "Όχι ρε, πάμε να ψάξουμε τίποτα πιο καλό.. Μέσ' στα στενά σίγουρα θα 'χει κάτι καλό που να μας αρέσει", της απάντησα ελαφρώς απότομα και συνέχισα λέγοντας "άντε πάμε!, να δούμε και λίγο το μέρος..". Δε δυσκολεύτηκα και ιδιαίτερα να τις πείσω.. Την επόμενη στιγμή είχαμε ήδη χωριστεί σε 2 ομάδες (για να κερδίσουμε χρόνο και καλά) -εγώ, η Ιωάννα και η Μάρω και οι άλλες δύο μαζί- και αφεθήκαμε στα σοκάκια του νησιού, ψάχνοντας για την ιδανική καφετέρια.. Το πρόβλημα της πείνας δε θυμάμαι να το λύσαμε ποτέ..
    Κάποια στιγμή τριγυρνώντας, βρεθήκαμε μπροστά από έναν μικρό, απόμερο λόφο γεμάτο από ψηλά δέντρα (μάλλον πεύκα). Έμοιαζε με ένα πολύ ιδιαίτερο, περιορισμένο δάσος, καθώς τα δέντρα ήταν τόσα πολλά, αλλά φυτρωμένα μόνο πάνω σ' αυτήν την πλαγιά. Σκανάροντας πρόχειρα τον χώρο με τα μάτια, σύντομα διαπιστώσαμε πως κάπου εκεί χωμένο ανάμεσα στους κορμούς, υπήρχε και ένα στενό πέτρινο μονοπάτι, το οποίο δε φαινόταν να έχει περπατηθεί και πολύ τελευταία. Πλησιάσαμε επιφυλακτικά, όντας περίεργοι. Τα κορίτσια ήταν μπροστά και εγώ ανηφόριζα τελευταίος. Οι πέτρες κατέληγαν σε μια ορθογώνια, ξύλινη καλύβα με τούβλινη σκεπή, η οποία ήταν αρκετά μεγάλη και όλως περιέργως χτισμένη ανάποδα. Η είσοδος δηλαδή, ήταν απ' την πίσω πλευρά όπως ακολουθούσες το μονοπάτι. Η Ιωάννα, ενθουσιασμένη απ' τον εντοπισμό της μυστήριας αυτής τοποθεσίας, αφέθηκε στον παρορμητισμό της και αμέσως έτρεξε προς τα εκεί. Στρίβοντας, κατευθυνόμενη προς την μπροστινή όψη του κτηρίου, την έχασα απ' το οπτικό μου πεδίο. Λίγο μετά τη μισανοιχτή, ξύλινη πόρτα διαπέρασε και η Μάρω, μπαίνοντας προσεκτικά και αθόρυβα μέσα στο κτίριο, ενώ εγώ στάθηκα για μια στιγμή ακίνητος και ελαφρώς τρομαγμένος, μερικά μέτρα έξω απ' την είσοδο, βλέποντας πως λίγο πάνω απ' το κατόφλι της πόρτας, ακριβώς εκεί όπου ξεκινούσε η σκεπή, υπήρχε ένας μεγάλος ανάποδος σταυρός. Μάλλον, ίσως έπρεπε ήδη να έχουμε φύγει από αυτό το μέρος, σκέφτηκα.. Αμέσως, ο νους μου πήγε στα κορίτσια που είχαν ήδη μπει μέσα και φοβήθηκα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, έτρεξα να τις βρω με σκοπό να βγούμε έξω το συντομότερο..
    Μπαίνοντας μέσα η καλύβα έμοιαζε μεγαλύτερη. Τα πάντα ήταν αρκετά σκοτεινά και όλοι οι ορατοί διάδρομοι χάνονταν στο μαύρο.. Στ' αριστερά μου, υπήρχε στον τοίχο μια ξύλινη (μα σε καλή κατάσταση) σκάλα, η οποία δυστυχώς δε φαινόταν που κατέλειγε. Όλα ήταν βαμμένα μ' ένα πολύ σκούρο, καφέ χρώμα και θύμιζαν όλα εκείνα τα ωραία, αλλά και ανατριχιαστικά ταυτόχρονα αρχοντικά της εποχής των παππούδων μας. Παράλληλα με όλα αυτά, συνειδητοποίησα πως, για κάποιον άγνωστο λόγο, το οπτικό μου πεδίο είχε περιοριστεί αφύσικα. Λες και φορούσα κάποιου συγκεκριμένου είδους γυαλιά που περιόριζαν την περιφεριακή όραση, κόβοντας έτσι ό,τι μπορούσε να δει κανείς πάνω και κάτω. Ήταν σαν να ήμουν μια σκηνοθετική κάμερα σε ανάλογη ταινία τρόμου.
    Τα κορίτσια δεν τα έβλεπα πουθενά, ούτε άκουγα τίποτα. Τελικά αποφάσισα ν' ακολουθήσω τη σκάλα. Ανεβαίνοντας, πολύ σύντομα βρήκα τη Μάρω, η οποία έμοιαζε χαμένη και τρομαγμένη. Μάλλον κι αυτή περίμενε μια διαφορετική υποδοχή μπαίνοντας. "Πάμε να φύγουμε γρήγορα", της φώναξα πλησιάζοντάς την. Ανεβήκαμε μερικά σκαλοπάτια ακόμα κάνοντας μια τελευταία προσπάθεια να βρούμε την Ιωάννα. Μάταια, δεν ήταν πουθενά.. Εκείνη τη στιγμή ένας αδιευκρίνιστος, προειδοποιητικός θόρυβος ακούστηκε από την είσοδο, αφυπνίζοντας το καμπανάκι κινδύνου μέσα μου. Αμέσως, αρχίσαμε να κατεβαίνουμε τρέχοντας προς την έξοδο. Φτάνοντας στην πόρτα, είδα το σώμα ενός μαυροφορεμένου άντρα να εισβάλει στον χώρο απειλιτικά. Δεν πρόλαβα να δω το πρόσωπό του, όταν ξαφνικά, ένιωσα να με χτυπάει δυνατά με κάτι σαν ρόπαλο στο κεφάλι.. Ήταν πολύ περίεργο συναίσθημα, δεν ένιωσα πόνο, μόνο έσβησα πέφτοντας στο έδαφος.. Στιγμιαία, έχασα τις αισθήσεις μου. Όταν πια ξανάνοιξα τα μάτια, το μόνο που έβλεπα ήταν ένα ζευγάρι πόδια να με κουβαλάνε τραβώντας με απ' την μπλούζα (στον σβέρκο) προς τα πάνω, αναιβαίνοντας και πάλι τα σκαλιά. Ευτυχώς για μένα, η Μάρω ήταν αρκετά πιο πίσω-πάνω και έχοντας πάρει χαμπάρι τον επικίνδυνο τύπο, είχε κρυφτεί και περίμενε.. Λίγο μετά, ένιωσα το χέρι που με τραβολογούσε να μ' ελευθερώνει και είδα τον άντρα να σοριάζεται κάτω λιπόθυμος· μάλλον από ακαριαίο χτύπημά της. Χωρίς ν' αναταλλάξουμε άλλη κουβέντα και να χάσουμε άλλο χρόνο, κατεβήκαμε τρέχοντας, βγαίνοντας επιτέλους έξω απ' την καλύβα της παράνοιας.. Η Ιωάννα δε μάθαμε ποτέ τι απέγινε.



16/2/15