30 Νοεμβρίου 2020

Για μια "Άσκοπη Ανάρτηση"


...Το πώς ο αναγνώστης θα εκλάβει την ανάρτηση είναι μέρος αυτού που είπα, δεν είναι, όμως, αυτό που είπα. Εγώ μίλησα για αλληλεπίδραση.
Πώς επιδρά, δηλαδή, το κείμενο στον αναγνώστη και ταυτόχρονα πώς επιδρά αυτός στο κείμενο.
Με το δεύτερο σκέλος, λοιπόν, εννοούσα αυτό που είπες στο τέλος, περί φωτός σε μια αγνοημένη πτυχή.. Έτσι, δίνεις την ευκαιρία στο κείμενο να διαβαστεί και ν' αποκτήσει σκοπιμότητα ύπαρξης αργότερα, ακόμη κι αν αρχικά ήταν φαινομενικά άσκοπο.. Αυτό που είπες λέω και εγώ ουσιαστικά, απλώς επισημαίνω πως τελικά η λέξη "άσκοπη" είναι αρκετά άδικη για ένα κείμενο που έρχεται στην επιφάνεια.
Τώρα ως αναφορά το πρώτο σκέλος, ας ξεκαθαρίσουμε κάτι για αρχή. Η εξωτερίκευση σκέψεών μας δημόσια στο διαδίκτυο, αδιαμφισβήτητα προϋποθέτει την ανάγκη μας να διαβαστούμε, αλλιώς θα τα γράφαμε
(όπως πολλοί) σε τετράδια, σημιωματάρια και ημερολόγια, στο ράφι τού δωματίου μας. Αυτό πάλι, δε σημαίνει απαραίτητα ότι ο αυτοσκοπός μας είναι 100% αυτός· να διαβαστούμε, δηλαδή, από πολλούς και να πάρουμε την επιβράβευση "μπράβο, τι ωραία που τα λες", αλλά απ' την άλλη δεν μπορούμε ν' αρνηθούμε και το ότι η ανάγνωση είναι μέρος τού σκοπού (σε διαφορετικό ποσοστό στον καθένα, δεν έχει σημασία). Η ουσία είναι πως, όπως και εκεί έξω θα βγεις μ' έναν φίλο σου να του μιλήσεις, γιατί ξέρεις πως θα σ' ακούσει, έτσι κι εδώ, λες κάποια πράγματα και πάντα, ίσως και υποσυνείδητα, υπάρχει η κρυφή ανάγκη -έστω και αν σε διαβάσει μόνο ένας- να 'ρθει σαν να σου ακουμπούσε ένας φίλος το χέρι στον ώμο και να σου πει "ναι ρε φίλε, πόσο δίκαιο έχεις!" ή "την ίδια σκέψη είχα και εγώ...έτσι ένιωσα και εγώ τότε". Δεν είναι η επιβράβευση που επιζητάς, όχι, αλλά ίσως μια κάποια κατανόηση, μέσω της ταύτισης του αναγνώστη. Και όταν συμβαίνει, δεν είναι κακό, παρά μόνο ωραίο.
Συν το ότι εδώ εξωτερικεύεσαι πιο άφοβα, διότι είναι πιο απρόσωπη η κατάσταση· τι μια μέρα είσαι εδώ την άλλη χάθηκες. Καμία ζημία, σωστά
? Μα και αυτή η σκέψη ακόμα, προνοεί πως έχεις ήδη λάβει υπόψη σου το γεγονός ότι θα διαβαστείς...
Θέλω να πω, εγώ όλα αυτά δεν τα βλέπω καθόλου αρνητικά. Αν καθήσεις και το σκεφτείς θα δεις πως, πολλές φορές στη ζωή θα τύχει να πεις μια συμβουλή σε κάποιον
(γνωστό, φίλο ή οτιδήποτε) και τελικά να τον βοηθήσεις σε κάποια κατάσταση, μέσω των επιλογών που θα κάνει, έχοντας πράξει τα όσα του είπες· ακόμα και αν εσύ δεν το έμαθες ποτέ. Έτσι και εδώ, λοιπόν. Εσύ λες, γράφεις και διαβάζεσαι. Ίσως τύχει για κάποιον τα λόγια σου να έχουν πολύ μεγαλύτερη αξία απ' ό,τι έχουν ακόμα και για 'σένα τον ίδιο. Άρα, κάποιες φορές είναι πολύ σημαντικό το πώς θα επιδράσει το κείμενο στον αναγνώστη· ακόμα και αν εσύ δεν το μάθεις ποτέ.
Μέχρι, λοιπόν, να συμβούν
(ή να μη συμβούν) όλα αυτά, η ανάρτηση, θεωρώ, άδικα τιτλοφορείται άσκοπη.



(...από μία συζήτηση)

31 Οκτωβρίου 2020

(Μη) Βαρετές Σκέψεις


Δε βαριέμαι, γενικά.
Βαριέμαι τη ζωή, μερικές φορές.
Αλλά όταν δεν τη βαριέμαι, δε βαριέμαι καθόλου.
Όχι, δεν κατάλαβες. 
Δηλαδή, θέλω να πω, 
δε βαριέμαι γενικά. Έχω τόσα πολλά που θέλω/πρέπει να προλάβω -πάντα- να κάνω, που δεν προλαβαίνω να βαρεθώ. Δεν προλαβαίνω να φτάσω στη στιγμή που κάθεσαι στ' αυγά σου και λες, ωραία, νωρίς ακόμα για ύπνο· και τώρα τι κάνω?
Απλά κάποιες μέρες ξυπνάω και δε θέλω να κάνω τίποτα απ' όλα αυτά, δε βρίσκω νόημα σε κανένα απ' όλα αυτά· και όχι επειδή θέλω να κάνω άλλα. Απλά επειδή δε θέλω. Τίποτα. 
Λες και δεν είμαι εγώ, λες και ξυπνάει ένα άλλο εγώ, αυτό το πιο βαρετό, που βαριέται που είμαι εγώ. Αυτό που δε θα 'θελε να είμαι εγώ, αλλά ούτε και τίποτα άλλο. Απλά, δε θα 'θελε. Μάλλον από βαρεμάρα. 
Ή πάλι, ίσως, από ζήλια. Από ζήλια στο άλλο εγώ, σ' αυτό που θέλει και κάνει τόσα πολλά και ποτέ δεν τα προλαβαίνει όλα. Σ' αυτό που δεν προλαβαίνει να βαρεθεί, παρά μόνο απογοητεύεται που κάνει κάθε φορά μόνο τόσα· όσα όχι-όλα-όσα-θα-ήθελε-να-είχε-προλάβει. 
Μερικές φορές βαριέμαι τη ζωή· μερικές φορές παλεύω. 
Δε βαριέμαι, γενικά. 
Βαριέμαι αυτήν τη μάχη. 
Αλλά όταν δεν τη βαριέμαι, δε βαριέμαι καθόλου.

31 Ιουλίου 2020

An adventure for the curious.


To be honest, I don't really remember how we got here. It's been a while now since we've been wandering in this forest, which I think was part of a high mountain; considering that most of it was set on a big slope. It had so many trees, you couldn't see anything else around but them. I couldn't even understand if it was day or night! And they were notably tall, like as if we were in a rainforest. Oh, also the ground was covered with leaves! Big and small, endless leaves in all the shades of green laying everywhere; except the path. The path was so clear of leaves, as if the forest, somehow, wanted to honor its guests.. Everything felt so alive in this place. Alive and aware of us being there...
Anyway, we were there for exploring and we were so excited that we wouldn't let anything scare us away that easily. Although, there were two strange things about this forest. First, there were some pretty dark entrance holes in the slope, which were all connected with each other by a weird, wooden labyrinth built underground; or that's what I thought, at least. The labyrinth's paths were probably not human-size made, considering the holes. Actually, they were so small, that you should stoop to walk inside there; if you were brave enough to enter. Now, the second strange thing about this place was that it had some giant spiders hidden in it. Big in the size of a cat, skulking underneath the leaves, behild trees and inside the labyrinth. Strangely, they were not moving around. Every spider had its own spot, waiting for you to come close enough so they could attack you. We were lucky to espy and detect most of them, before anything not-so-funny happen.
So doc, that was the basic data of the dream and all that we were doing there was just wandering and exploring, trying to spot the spiders, figure out all of the labyrinth's exits and how they connect with each other... Curiosity, you see; our mortal weakness... Well, at least that was my point of view as I was leading our way. My girlfriend was also enjoying the labyrinth puzzle-solving part, but she wasn't feeling that comfortable in that forest, as she's really afraid of spiders, let alone the giant ones. To conclude, the dream ended when I found out all these things I just mentioned, right at the time I was explaining them to her.
So, does anything interesting coming out of this story for you, doc? Is there any hidden message that I should be aware of?



20/2/16

28 Απριλίου 2020

Ψάχνοντας


Έψαξε αρκετά για να τον βρει. Έψαξε στα τηλέφωνα, στα ιντερνέτ, στις αναμνήσεις τους· τίποτα. Έψαχνε ανεπιτυχώς για καιρό και μετά από καιρό, έψαξε πάλι για καιρό... Έψαχνε, όμως, άτακτα, πολλές φορές ανώνυμα.. Έψαχνε σωστά και λάθος, χωρίς οργανωμένη σκέψη, απλά με διάθεση να τον βρει. Έψαχνε απλά και ανθρώπινα· όπως θα ήθελε και αυτός να τον ψάξει... Όμως, η αλήθεια είναι ότι δεν κατάλαβε ποτέ, πότε ακριβώς το έχασε.. Η αλήθεια είναι, ότι όταν το συνειδητοποίησε ήξερε ήδη ότι μπορεί πλέον να είναι αργά, για να τον βρει και πάλι. Όμως, η διάθεση αυτή δεν τον άφηνε να σταματήσει. Η διάθεση να ξεσκονίσει τη σχέση τους ήταν μεγάλη δύναμη μέσα του.
Πάλι, μετά από καιρό, τον έκανε κουβέντα με κάτι κοινούς φίλους.. Είπε μετά να προσπαθήσει για άλλη μια φορά, μα τώρα με βοήθεια. Προς έκπληξή του, βρήκανε πράγματα· βρήκανε μάλλον αρκετά, θα έλεγε. Σαν να ζωντάνεψε και πάλι μέσα του, σαν να τον βρήκε για λίγο! Μα ήταν τόσο λίγο, όσο τα χρονιά που σταματούσαν οι πληροφορίες... Και ύστερα πέρασε ο καιρός, πέρασαν οι μήνες, ίσως περάσαν χρόνια. Ω ναι, σίγουρα αν τον ρωτούσες, γι' αυτόν περάσαν χρόνια..
Κι όμως, ανέλπιστα μια μέρα, ήρθε μια άλλη μέρα. Εκεί που πήγαινε χαμένος στο μυαλό του, τον βρήκε στον δρόμο! Σε λάθος δρόμο, στη λάθος πόλη. "Ωπ! Τι κάνεις εσύ εδώ?!", του φώναξε. "Εγώ τι κάνω εδώ?! Εσύ τι κάνεις εδώ?", απάντησε γελώντας εκείνος. Έτρεξε, τον αγκάλιασα, ήπιανε και καφέ στο πόδι· τόσο να πουν τα νέα τους.. Όσα νέα τους έβγαιναν· τι να πρώτο-πεις μετά από τόσα χρόνια?. Μα ήταν σαν να μην πέρασε μια μέρα, σαν να μην ξέχασε μια μέρα... Και όταν πια σοβάρεψε η κουβέντα "Γιατί χάθηκες από παντού, γιατί εξαφανίστηκες?", τον ρώτησε με θάρρος. "Συγχώρεσέ με φίλε μου", του αποκρίθηκε χαμηλώνοντας το βλέμμα του. Και είπε κι άλλα, είπε πολλά, προσπάθησε να εξηγήσει. Και τελείωσε τον μονόλογό του με αυτό: "...δεν είναι ότι θέλω να πεθάνω, απλά πλέον δεν ξέρω πώς να ζήσω".
Την περίμενε αυτήν την απάντηση. Βαθιά μέσα του ήξερε, αλλά όλο το αρνιόταν... Επανέλαβε αυτήν την τελευταία φράση στο μυαλό του και έπειτα ένας κρότος τής πλατείας τον επανέφερε στο παγκάκι του. Η ζέστη τού έκαιγε το αριστερό μπατζάκι, το παγωτό στο χέρι είχε αρχίσει να λιώνει.. "Συγνώμη, μπορώ να καθίσω κι εγώ εδώ?", τον ρώτησε ευγενικά μια περιποιημένη κυρία με ωραίο άρωμα. "Βεβαίως", της απάντησε στα χαμένα και έκανε λίγο πιο πέρα για να της δώσει χώρο.