Ήτανε μια κοντούλα γιαγιάκα με γκρίζα μαλλιά και τη μαντίλα στο λαιμό, ξέρεις, απ' αυτές τις πολύ γραφικές γιαγιούλες που βλέπεις στα πιο ξεχασμένα απ' το χάρτη χωριά και ερχόταν προς το μέρος μας με σιγά και σταθερά βήματα κρατώντας στα χέρια της ένα κοντό, άδειο, γυάλινο ποτήρι. Δεν την ήξερα, όχι, σίγουρα όχι. Αλλά μου έβγαζε μια σιγουριά σαν να ήταν η πιο σοφή σοφός του εκείνου κόσμου! Και ναι, θα την εμπιστευόμουν ακόμη και αν μου έδινε να φάω το πιο δηλητηριώδες μήλο που έχει φάει η χιονάτη, ακόμη και αν μου έλεγε έλα πάμε να σου δείξω τι υπάρχει πίσω από εκείνη τη μαύρη και πιο σκοτεινή απ' όλες πόρτα! Ακόμη και αν μου έλεγε πως δεν είναι όνειρο, μα η πιο πραγματική πραγματικότητα.
Η άλλη δίπλα μου ήταν σίγουρα φίλη μου από παλιά. Πρέπει να είχαμε περάσει πολλά, την ένιωθα δικό μου άνθρωπο. Πρέπει να είχε καστανά ή μαύρα μαλλιά και να 'ταν καλά ντυμένη. Δεν την κοίταξα ούτε στιγμή, το κεφάλι μου ήταν καρφωμένο ίσια μπροστά στη γιαγιά, παρακολουθώντας σχολαστικά την κάθε της κίνηση λες και ήμουν κανένα λιμάρι που μόλις εντόπισε μια υπερτέλεια ξανθιά να περνάει στο απέναντι πεζοδρόμιο και έχασε τον ουρανό κάτω απ' τα πόδια του (που θα 'λεγε και ο αδερφός μου)..
Ήμασταν και οι δύο πολύ κουρασμένοι απ' το μάλλον τρέξιμο της ημέρας και καθίσαμε εκεί να πάρουμε μια ανάσα. Ένιωθα πως ήταν απόγευμα προς βράδυ αν και έξω είχε πρωινό ήλιο. Τι να πω, ίσως ήταν καλοκαίρι. Το μέρος άγνωστο, κάτι σαν σπίτι, σαν μικρό ιατρείο, δεν κατάλαβα, δεν πρόλαβα να μάθω ποτέ. Πάντως είχα την εντύπωση πως το, ας πούμε, παγκάκι που καθόμασταν ήταν κάτι σαν αυτά τα καθίσματα αναμονής που έχουν στα νοσοκομεία, με μόνη διαφορά ότι το συγκεκριμένο ήταν περιέργως αρκετά αναπαυτικό. Πίσω η πλάτη ακουμπούσε τοίχο, γκρι και άδειο, αριστερά ένας διάδρομος στενός που δεν πρέπει να είχε τέλος, (δεν κοίταξα ποτέ), δεξιά πάλι τοίχος, στολισμένος με δυο μεγάλα όμορφα παράθυρα που γέμιζαν φως το χώρο και ίσια, πίσω απ' τη γιαγιά, στο βάθος ένα καφέ επιπλάκι στ' αριστερά, κοντά στη γωνία, που ίσως είχε κι ένα στρόγγυλο καθρέφτη από πάνω, και απ' τη δεξιά πλευρά μια αδιάφορη, κλειστή, παλιά πόρτα.
Κανείς άλλος στην αναμονή. Εμείς δεν είχαμε ώρα που κάτσαμε, αλλά η περίεργη αυτή γιαγιά πρέπει να ήταν από πάντα εκεί να έρχεται.. Όταν κόντεψε αρκετά, μ' ένα πολύ σοβαρό ύφος είπε: "τι θα πιείτε? Χυμό, τσάι, να σας φέρω κάτι?" "Ό,τι θέλετε, δεν έχω πρόβλημα εγώ", αποκρίθηκα όντας διψασμένος. Η κοπέλα κάτι είπε, μάλλον δε ζήτησε τίποτα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα η γιαγιά, με το που πήρα το βλέμμα μου από πάνω της, χάθηκε πηγαίνοντας κάπου αριστερά προς το διάδρομο και πριν καλά καλά προλάβω να επεξεργαστώ το δωμάτιο την άκουσα να επιστρέφει. "Ορίστε", είπε και μου έδωσε το γυάλινο ποτήρι το οποίο ήταν πλέον μισό-γεμάτο με νερό έχοντας μέσα ένα αναβράζον Depon το οποίο δεν είχε προλάβει να διαλυθεί ακόμη τελείως. Το πήρα και αφού την ευχαρίστησα έγειρα το κεφάλι μου και περίμενα μ' ένα αίσθημα απορίας κοιτώντας το ποτήρι στα χέρια μου. "Μα γιατί να μου φέρει αυτό ανάμεσα σε τόσες επιλογές? Στην τελική ας έφερνε σκέτο νερό.", αναρωτιόμουν. Και πρέπει να ήταν απ' αυτά με τη βιταμίνη C, αν κατάλαβα καλά πίνοντάς το, διότι έχουν πολύ απαίσια γεύση για να μην τ' αναγνωρίσω..
Και τι κατάλαβα!? Ούτε το απόλαυσα, ούτε ξεδίψασα, ούτε και έμαθα ποτέ γιατί... Σηκώνοντας το κεφάλι μου για να πιω, είδα με την περιφερειακή μου όραση τη γιαγιά να στέκεται και να περιμένει ακόμη εκεί, μπροστά μου, ακίνητη και αμίλητη με το ίδιο σοβαρό ύφος που είχε πάντα. Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι και η σιχαμένη γεύση που μου άφησε το "αναψυκτικό" μου..
17/10/13


